ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Προπονητής, έτοιμος για να γίνει πρωταθλητής

Προπονητής, έτοιμος για να γίνει πρωταθλητής

Προπονητής, έτοιμος για να γίνει πρωταθλητής

Ο Βασίλης Σαμπράκος στέκεται στην βασική διαφορά ανάμεσα σε Ολυμπιακό και ΠΑΟΚ στον «τελικό» της Τούμπας, δηλαδή στην ψυχική και πνευματική προετοιμασία της ομάδας από τον Μαρτίνς, έναν προπονητή πιο έτοιμο και έμπειρο συγκριτικά με τον Αμπελ Φερέιρα, για τον πρωταθλητισμό.

Δυστυχώς δεν είχε πολύ θέαμα, αλλά ευτυχώς η κουβέντα του ΠΑΟΚ – Ολυμπιακός έχει πολύ ποδόσφαιρο και ουσιαστικά εξαντλείται στο ποδόσφαιρο· δεν έχει βία, δεν έχει πολλή διαιτησία.

Στο ποδοσφαιρικό μέρος της, αυτή είναι μια ιστορία της οποίας η ανάγνωση και η ανάλυση δεν είναι πολύ σύνθετη και γι’ αυτό δεν είναι και πολύ απαιτητική. Ανάμεσα σε δύο ομάδες που κοστίζουν, πάνω κάτω, το ίδιο (περίπου 35 εκατ. € η αρχική ενδεκάδα του ΠΑΟΚ, περίπου 40 εκατ. € η αρχική σύνθεση του Ολυμπιακού), τον νικητή δεν τον αποφάσισαν ούτε τα συστήματα, ούτε οι σχηματισμοί, και τελικά ούτε η στρατηγική. Ανάμεσα σε δύο ομάδες με παρόμοια, συντηρητική επιλογή στρατηγικής, νικήτρια βγήκε από το τερέν αυτή που ήταν καλύτερα προετοιμασμένη ψυχικά και πνευματικά για την αποστολή της.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, σε ένα ντέρμπι που έμοιαζε με μπρα ντε φερ, την διαφορά έκανε μια ενέργεια ενός πολύ ποιοτικού ποδοσφαιριστή, του Κώστα Τσιμίκα, του οποίου η εξέλιξη είναι τέτοια που να φτάνει να είναι ικανός να γίνεται αποφασιστικός σε ένα ντέρμπι κορυφής. Στην δεύτερη ανάγνωση, την διαφορά έκανε ο προπονητής που διαχειρίστηκε αποτελεσματικότερα την κατάσταση που δημιουργήθηκε λόγω του γκολ που διατάραξε την ισορροπία. Ο Πέδρο Μαρτίνς ανταποκρίθηκε τακτικά σε κάθε τακτική κίνηση του Αμπέλ Φερέιρα και ο Ολυμπιακός υπηρέτησε με άνεση το τακτικό πλάνο της στρατηγικής του προπονητή του: αμύνθηκε με βάθος, γέμισε τον χώρο στον κεντρικό άξονα προκειμένου να μην αφήσει χώρους για να επιτεθεί από εκεί ο ΠΑΟΚ και άφησε τον αντίπαλό του να προσπαθεί μάταια με αυτό το μονοδιάστατο παιχνίδι των πλαγιοκοπήσεων να τον κουράσει και να τον αποσυντονίσει.

Αν κάνει κανείς μια βαθύτερη ανάλυση στην δεύτερη ανάγνωση, έχει μπροστά του το στοιχείο που αποφάσισε τον νικητή στο πιο κρίσιμο ντέρμπι της «κανονικής περιόδου»: στην κατάμεστη έδρα του ΠΑΟΚ, ο Ολυμπιακός, που είχε μπροστά του την πρόκληση να διαχειριστεί τις δυνάμεις του προκειμένου να μην προδοθεί από αυτές μετά την υπερπροσπάθεια του πρώτου ματς με την Αρσεναλ – προτού καν συμπληρωθούν οι 72 ώρες που απαιτούνται για την ανάκτηση των δυνάμεων και την αποκατάσταση της φυσικής κατάστασης - δεν είχε πολλές διαφορετικές επιλογές στρατηγικής. Οι καταστάσεις τον υποχρέωναν να παίξει συντηρητικά. Και το έκανε με πολύ μεγάλη συγκέντρωση και προσήλωση στην εκτέλεση του αγωνιστικού σχεδίου του. Οι ποδοσφαιριστές του ήταν έτοιμοι, ψυχικά και πνευματικά, να ανταπεξέλθουν και να μείνουν ανεπηρέαστοι από το περιβάλλον. Και έδειξαν το ίδιο έτοιμοι στην διαχείριση και της νέας κατάστασης, αυτής που διαμορφώθηκε μετά το 0-1 στο 49’. Την ώρα που ο Μαρτίνς έκανε τις τακτικές βελτιώσεις, είτε με την οπισθοχώρηση ακόμη ενός κεντρικού μέσου προκειμένου να φράξει τον κεντρικό άξονα και να καλύψει τους χώρους έξω από την περιοχή, είτε με τις αλλαγές από τον πάγκο, οι ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού παρέμεναν συγκεντρωμένοι. Ακόμη και ο τρόπος που διαχειρίστηκαν τις δυνάμεις τους αποδείχθηκε αποτελεσματικός.

Στα μάτια του παρατηρητή βεβαίως, ακριβώς επειδή το ποδόσφαιρο είναι παιχνίδι αλληλεπίδρασης, μεγάλη ευθύνη για την εικόνα του ματς έχει και ο αντίπαλος. Δηλαδή δεν είναι μόνο όσα έκανε ο Ολυμπιακός, αλλά και τα όσα έκανε και δεν έκανε ο ΠΑΟΚ. Τακτικά, ο Φερέιρα δεν βρήκε αποτελεσματικό σύστημα ανάπτυξης του παιχνιδιού. Κάπως έτσι εξηγείται άλλωστε το γεγονός ότι σε 106 επιθέσεις κατάφερε να φτάσει μόνο σε 10 τελικές προσπάθειες, οι οποίες στην πλειονότητά τους δεν ήταν ποιοτικές. Ο ΠΑΟΚ της Κυριακής έδωσε την εικόνα μιας ομάδας που δεν είχε προετοιμαστεί αποτελεσματικά στον ψυχολογικό τομέα. Δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την πίεση της υποχρέωσης για τη νίκη, δεν νίκησε τον εκνευρισμό του, δεν κατάφερε να μετατρέψει την ανάγκη της νίκης σε παράγοντα παρακίνησης. Γι’ αυτό και δεν είχε τα στοιχεία που γίνονται ορατά δια γυμνού οφθαλμού, δηλαδή την ένταση και το πάθος στο παιχνίδι του. Τακτικά, ο προπονητής του ΠΑΟΚ δοκίμασε πολλά. Ο Φερέιρα δεν το έχασε το ματς επειδή δεν είχε μια καλή ιδέα, παρά μόνο επειδή δεν κατάφερε να προκαλέσει μια παθιασμένη και γεμάτη από ένταση συμπεριφορά από τους ποδοσφαιριστές του. Συγκρίνεις την εικόνα του ΠΑΟΚ στο ματς του κυπέλλου απέναντι στον Παναθηναϊκό με την εικόνα της Κυριακής και είναι σαν να συγκρίνεις δύο ομάδες με διαφορετικά ψυχικά και πνευματικά χαρακτηριστικά. Εκείνον τον ΠΑΟΚ ο Φερέιρα δεν κατάφερε να τον βρει στον «τελικό» του πρωταθλήματος.

Αν το δεις αποστασιοποιημένα, όλο αυτό που συνέβη το βράδυ της Κυριακής είναι το φυσιολογικό. Ανάμεσα σε δύο ομάδες που έχουν μικρή απόσταση σε δυναμικότητα, την διαφορά την κάνουν η ψυχολογία και οι αποφασιστικοί ποδοσφαιριστές. Την Κυριακή ήταν ο Ολυμπιακός που είχε και την κατάλληλη ψυχολογία και αποφασιστικούς ποδοσφαιριστές (Τσιμίκας, Βαλμπουενά) σε καλή βραδιά. Κι αν το δεύτερο είναι απρόβλεπτο, το πρώτο δεν είναι. Ο Πέδρο Μαρτίνς προπονεί 14 χρόνια, ο Αμπελ Φερέιρα 9. Ο Μαρτίνς κάνει για δεύτερη φορά πρωταθλητισμό στη φετινή σεζόν. Ο Φερέιρα κάνει πρωταθλητισμό ως προπονητής για πρώτη φορά. Ο Μαρτίνς συμπληρώνει – σε δύο μήνες – δύο χρόνια στην Ελλάδα· ο Φερέιρα θα συμπληρώσει τώρα 8μηνο. Ο Μαρτίνς συμπληρώνει διετία στον ίδιο σύλλογο, ο Φερέιρα είναι στην πρώτη του σεζόν.

Μέχρι και το περασμένο καλοκαίρι η πορτογαλική ποδοσφαιρική κοινωνία έβλεπε στον Φερέιρα μεγαλύτερες υποσχέσεις εξέλιξης και ανέλιξης στο μέλλον συγκριτικά με τον Μαρτίνς. Και μπορεί πράγματι στο μέλλον ο Φερέιρα να φτάσει σε ψηλότερα σκαλιά της προπονητικής συγκριτικά με τον Μαρτίνς. Στη δεδομένη στιγμή όμως ο προπονητής του Ολυμπιακού είναι πιο έτοιμος, τόσο για τον ελληνικό πρωταθλητισμό όσο και για την ευρωπαϊκή πορεία μιας ελληνικής ομάδας. Κι αυτό μπορεί να έχει μόλις αποδειχθεί αρκετό για να δώσει στον Ολυμπιακό τον τίτλο του πρωταθλητή.