ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Στο ματς, ο προπονητής πρέπει να είναι περίπου «άφωνος»

Στο ματς, ο προπονητής πρέπει να είναι περίπου «άφωνος»

Στο ματς, ο προπονητής πρέπει να είναι περίπου «άφωνος»

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την στάση που κρατούν οι Δώνης, Μαρτίνς, Κωστένογλου, Φερέιρα απέναντι στην ομάδα τους κατά την εξέλιξη του αγώνα, και για το ποδόσφαιρο που έχει αλλάξει και απαιτεί από τον προπονητή να αφήνει τον ποδοσφαιριστή να λαμβάνει μόνος του τις αποφάσεις.

Επιστροφή* 100% στον αγώνα Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ - Άρσεναλ και 200+ ειδικά στοιχήματα!  (21+, *Ισχύουν Όροι και Προϋποθέσεις)

Στην ακαδημία προπονητών της Μπαρτσελόνα, ένα από τα πρώτα μαθήματα που λαμβάνει ο σπουδαστής είναι το σχετικό με τη συμπεριφορά του προπονητή προς τους ποδοσφαιριστές. Στη σύγχρονη επιστήμη, ο προπονητής σκέφτεται τον ποδοσφαιριστή· όχι για τον ποδοσφαιριστή. Στην προπόνηση, ο προπονητής δεν περιγράφει λεπτομερώς στον ποδοσφαιριστή τι πρέπει να κάνει, αλλά δημιουργεί ασκήσεις που σκοπεύουν να οδηγήσουν τον ποδοσφαιριστή στην λήψη των σωστών αποφάσεων. Ο προπονητής δημιουργεί μια ποικιλία ασκήσεων – εξομοίωσης συνθηκών παιχνιδιού προκειμένου να εκπαιδεύσει τον ποδοσφαιριστή στη λήψη σωστών αποφάσεων. Δεν του λέει τι να κάνει· τον εκπαιδεύει, μέσα από τις εμπειρίες προπόνησης, προκειμένου αυτός να λαμβάνει σωστές αποφάσεις. Η εποχή που ο προπονητής υπαγόρευε στον ποδοσφαιριστή τι να κάνει, πού να κινηθεί, πότε να κινηθεί, είναι μια προηγούμενη εποχή, του ποδοσφαίρου της προηγούμενης ταχύτητας και της προηγούμενης τεχνολογίας. Οι προπονητές σήμερα διδάσκονται ότι ένας προπονητής που δίνει διαρκώς οδηγίες είναι ένας προπονητής που δημιουργεί εξάρτηση στον ποδοσφαιριστή, του αυξάνει τον εκνευρισμό και την ανασφάλεια. Ακριβώς επειδή ο ποδοσφαιρικός αγώνας είναι γεμάτος από απρόβλεπτα γεγονότα, οι εξαρτώμενοι από τις εντολές του προπονητή ποδοσφαιριστές κάνουν λάθος, στην αναμονή μιας εντολής ή λόγω του χάους που δημιουργεί η επικοινωνία ανάμεσα σε προπονητή και ποδοσφαιριστή κατά τη διάρκεια ενός αγώνα. Ο προπονητής πρέπει να δείχνει εμπιστοσύνη στον ποδοσφαιριστή για να λάβει μόνος τις αποφάσεις.

Στο εγχειρίδιό της, η Μπαρτσελόνα ζητεί από τον προπονητή να εμπιστεύεται τους ποδοσφαιριστές, να μη τους μιλά συχνά κατά την εξέλιξη του παιχνιδιού, να μην είναι αρνητικός, δηλαδή να μη γκρινιάζει στους ποδοσφαιριστές, να παρεμβαίνει κυρίως προκειμένου να προωθεί την αυθόρμητη εμφάνιση των δεξιοτήτων που αναζητεί από τους ποδοσφαιριστές, και αυτό να το κάνει με πολύ σύντομες και πολύ ακριβείς συμβουλές όταν τους εμψυχώνει.

Ολα αυτά η Μπαρτσελόνα τα διδάσκει στους σημερινούς και αυριανούς προπονητές της επειδή οι σοφοί που σκέφτονται, στο πανεπιστήμιό της, την εξέλιξη του ποδοσφαίρου αντιλαμβάνονται ότι η εξέλιξη που έχει φέρει στο ποδόσφαιρο η τεχνολογική πρόοδος έχει ξαναβάλει το άθλημα σε εποχή που τη διαφορά την κάνει η ατομική ποιότητα ενός αυτο-οργανωμένου ποδοσφαιριστή, ο οποίος έχει περάσει τα στάδια εκπαίδευσης, έχει αποκτήσει εμπειρίες οι οποίες έχουν ισχυροποιήσει και βελτιστοποιήσει την γνωστική δομή του και έχει φτάσει στο υψηλό επίπεδο έτοιμος να πάρει πρωτοβουλίες που θα έχουν θετική επίδραση στην συνολική απόδοση, δηλαδή ενέργειες που θα κάνουν την διαφορά.

Την Κυριακή στη Νέα Σμύρνη, απέναντι στον Πανιώνιο, η εικόνα του Παναθηναϊκού δημιουργούσε για ακόμη μια φορά την αίσθηση ότι πρόκειται για μια ομάδα που δεν νιώθει καλά στην φάση κατοχής της μπάλας. Από την αρχή του παιχνιδιού οι ποδοσφαιριστές του έπαιζαν βιαστικά, όχι γρήγορα. Δυσκολεύονταν πολύ να ανοίξουν τις αμυντικές γραμμές του Πανιωνίου, επειδή συνέβαινε στο έλλειμμα δημιουργικής ποιότητας των κεντρικών μέσων να προστίθεται ο εκνευρισμός της βιασύνης μιας ομάδας που ήθελε αλλά δεν έχει ακόμη ωριμάσει τόσο για να μπορεί να παίξει γρήγορα. Σε μια ομάδα με ασυγχρόνιστες κινήσεις, ο κάτοχος της μπάλας κινούνταν διαρκώς με βιασύνη προς τον αποδέκτη της πάσας του, και η ανάπτυξη των επιθέσεων γινόταν προβλέψιμη για έναν αντίπαλο που δεν έκανε κάτι παραπάνω από το να κλείνει τους χώρους και να κλείνει τις πάσες. Αυτό, το τελευταίο ήταν μια εύκολη δουλειά για τους ποδοσφαιριστές του Πανιωνίου, διότι ο ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού που ήταν κάτοχος της μπάλας δεν είχε πολλές επιλογές κάθε φορά που ήθελε να παίξει τη μπάλα προς τα εμπρός ή έστω στο πλάι.

Σε αυτές τις συνθήκες, η συμπεριφορά του Γιώργου Δώνη από τον πάγκο δημιουργούσε μια αλληλεπίδραση που λειτουργούσε βλαπτικά για το παιχνίδι του Παναθηναϊκού. Ο τηλεθεατής του αγώνα έβλεπε και άκουγε έναν διαρκώς εκνευρισμένο, πιεστικό προς τους ποδοσφαιριστές προπονητή που κρατούσε αρνητική στάση προς αυτούς. Από τα μικρόφωνα της μετάδοσης περνούσαν αρνητικά σχόλια ακόμη και για τα κοντρόλ των ποδοσφαιριστών του, όπως και η μετάδοση του εκνευρισμού προς κάθε έναν εκ των παικτών που δεν έκαναν καλές επιλογές. Αν υπήρχε δείκτης μέτρησης του εκνευρισμού, η μέτρηση του Γιόχανσον θα είχε σπάσει τον μετρητή. Ολο αυτό πιθανότατα συμβαίνει επειδή αυτή, η σχέση του προπονητή με την ομάδα του είναι μια σχέση γεμάτη από αλληλεπιδράσεις. Συμβαίνει επειδή στο μυαλό του Δώνη τα μεταγραφικά δεδομένα και η πορεία της προετοιμασίας δημιούργησε την εσφαλμένη εντύπωση ότι μπορούσε να έχει υψηλές προσδοκίες από την ετοιμότητα της ομάδας του να αποδώσει σε υψηλό επίπεδο στην φάση κατοχής της μπάλας. Αυτό που συμβαίνει στον προπονητή δεν βοήθησε τον Παναθηναϊκό στο ματς με τον Πανιώνιο. Και αν ο Δώνης δεν νιώσει ότι μπορεί να εμπιστεύεται την ομάδα και τους ποδοσφαιριστές του, ώστε να πάψει να λειτουργεί στον πάγκο με αυτή τη στάση, ο Παναθηναϊκός θα συνεχίσει να δυσκολεύεται πολύ στα ματς που ο αντίπαλος θα του αφήνει την μπάλα. Διότι είτε είναι είτε όχι έτοιμοι και ικανοί να παίξουν ποδόσφαιρο κατοχής, οι ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού δεν θα βγάλουν στο τερέν τις δεξιότητές τους όσο λειτουργούν υπό το καθεστώς της ανασφάλειας και του εκνευρισμού που τους προκαλεί ο βομβαρδισμός από εντολές και τα σχόλια που δέχονται.

“Είναι μικρά παιδιά, γι' αυτό αισθάνεται την ανάγκη ο προπονητής να τα καθοδηγεί διαρκώς”, είναι το επιχείρημα που χρησιμοποιείται συχνά. Η Μπαρτσελόνα ζητεί αυτή τη συμπεριφορά από τους προπονητές της ακόμη και των κάτω των 10 ετών ομάδων της. Για την ακρίβεια το απαιτεί, διότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την δημιουργία ποδοσφαιριστών που εξελίσσουν τις δομές τους προκειμένου να αποκτούν την ικανότητα να αυτο-οργανώνονται και να λαμβάνουν μόνοι καλές αποφάσεις στη διάρκεια των αγώνων. Κι αν νομίζεις ότι η Μπαρτσελόνα θεωρητικολογεί, κοιτάζεις τη στάση του Ερικ Τεν Χαγκ κατά την διάρκεια των περσινών αγώνων του Τσάμπιονς Λιγκ, όταν τα “μωρά” του Αγιαξ τα έβαζαν με τους “άντρες” της Ρεάλ, της Γιουβέντους και της Τότεναμ, ή κοιτάζεις την αγωνιστική ωριμότητα του 17χρονου Ανσου Φάτι, ο οποίος μπαίνει στα παιχνίδια της Μπαρτσελόνα έτοιμος να πάρει αποφάσεις σε κλάσματα του δευτερολέπτου χωρίς καμιά οδηγία από τον Ερνέστο Βαλβέρδε από τον πάγκο.

Το Σάββατο στο Καραϊσκάκη ο Πέδρο Μαρτίνς παρέμεινε ήρεμος, παρενέβαινε στο παιχνίδι μόνο για να ενθαρρύνει τους ποδοσφαιριστές και να τους οπλίζει με ηρεμία και αυτοπεποίθηση, ο Ολυμπιακός συνέχιζε να παίζει συγκεντρωμένα, με τον τρόπο του, και ο γρίφος που έβαζε η Λαμία με την καλή αμυντική λειτουργία της λύθηκε στο 62'ο λεπτό.

Το βράδυ της Κυριακής στο ΟΑΚΑ ο Νίκος Κωστένογλου είδε μια ομάδα πλήρως ανεκπαίδευτη στην αμυντική λειτουργία της. Με τρεις ποδοσφαιριστές (Λιβάγια, Αλμπάνης, Μάνταλος) να συμμετέχουν μόνο με τα μάτια στην αμυντική λειτουργία της, η ΑΕΚ δεν πίεζε καθόλου στη μπάλα και επέτρεπε στον ΠΑΟΚ να ξεπερνά με άνεση το στάδιο ανάκτησης κατοχής της μπάλας, δηλαδή να περνάει τη σέντρα. Κι ενώ το έκανε αυτό, η ΑΕΚ κρατούσε την αμυντική γραμμή της ψηλά και δεν αμυνόταν με βάθος, με συνέπεια να αφήνει πολύ χώρο στην πλάτη της για να τον σημαδεύουν οι κεντρικοί αμυντικοί και οι κεντρικοί μέσοι του ΠΑΟΚ προκειμένου να εκμεταλλευτούν τις κινήσεις των επιθετικών σε αυτούς τους χώρους. Η φάση της επίτευξης του πρώτου γκολ του ΠΑΟΚ είναι το μεγαλείο ανετοιμότητας της ΑΕΚ στη φάση της άμυνας. Ο Βαρέλα σημαδεύει ανενόχλητος, ο Τσιγκρίνσκι ακολουθεί τον Σβιντέρσκι περίπου δεκαπέντε μέτρα μακριά από την γραμμή της μεγάλης περιοχής, ο Μπακάκης και ο Λόπεζ κοιτάζουν την μπάλα και χάνουν την επιτήρηση του Λημνιού.

Αυτή είναι μια φάση ... για να βάλει τα κλάματα ο προπονητής και να μεταδώσει εκνευρισμό ή και πανικό στους ποδοσφαιριστές με τη φωνή και τη γλώσσα του σώματός του. Η ΑΕΚ έμεινε ζωντανή στο ντέρμπι επειδή ο Μπίσεσβαρ σημάδεψε το δοκάρι στο πέναλτι, αλλά και επειδή ο προπονητής της κατάφερε να υποστηρίξει ψυχολογικά τους ποδοσφαιριστές του και να κερδίσει χρόνο μέχρι να λύσει το πρόβλημα. Το πρόβλημα ο Κωστένογλου δεν το έλυσε με την αλλαγή του σχηματισμού. Το περιόρισε χάρη στην είσοδο του Γιακουμάκη, ο οποίος έπαιξε πολύ πιεστική, επιθετική άμυνα προς τους στόπερ, ακόμη και τους κεντρικούς μέσους του ΠΑΟΚ. Αφήνοντας στην άκρη όσα έκανε πριν, για να προετοιμάσει το παιχνίδι και όσα έκανε κατά την εξέλιξη του παιχνιδιού, ο προπονητής κράτησε την ομάδα του μέσα στο ματς κυρίως επειδή έμεινε ψύχραιμος, μετέδωσε ψυχραιμία και παρενέβη ψύχραιμα.

Στο ίδιο παιχνίδι ο αντίπαλός του είδε την ομάδα του σε μια από τις καλύτερες, αν όχι στην καλύτερη βραδιά της από την ημέρα που την ανέλαβε. Ο ΠΑΟΚ έμεινε ψύχραιμος και συγκεντρωμένος στο αγωνιστικό πλάνο του καθ' όλη τη διάρκεια του ντέρμπι, δηλαδή έμεινε ανεπηρέαστος, στον βαθμό που αυτό μπορεί να συμβαίνει σε μια ομάδα ανθρώπων, από το περιβάλλον. Σε ένα σύστημα τόσο περίπλοκο όσο αυτό ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, στο οποίο δρουν οι αντίπαλοι, οι διαιτητές και οι θεατές, οι ποδοσφαιριστές του ΠΑΟΚ διατήρησαν την αυτοκυριαρχία τους και συνέχισαν προσηλωμένοι στο αγωνιστικό πλάνο τους, δείχνοντας σημάδια πολύ καλής δουλειάς τόσο στην φάση κατοχής της μπάλας όσο και στη φάση της άμυνας. Αυτό δεν θα συνέβαινε αν ο προπονητής είχε χάσει την ψυχραιμία του στο χαμένο πέναλτι, στο 1-1, ή στο 2-2. Ο ΠΑΟΚ κυνήγησε με σχέδιο τη νίκη μέχρι το τέλος, και έφτασε πιο κοντά από την ΑΕΚ στη νίκη επειδή, εκτός των άλλων, ο προπονητής του έμεινε ήρεμος και εμπιστεύθηκε την ποιότητα της καθημερινής δουλειάς του και την ποιότητα των ποδοσφαιριστών του. Σε αυτό το ντέρμπι ο Αμπέλ Φερέιρα δεν έδειξε μόνο τη δουλειά του και την βελτίωση της ομάδας του. Εδειξε και αυτοκυριαρχία.

Ευτυχώς για εμάς, τους ποδοσφαιρόφιλους, τους θεατές, το ποδόσφαιρο άλλαξε. Ο ποδοσφαιριστής έγινε ξανά ο απόλυτος πρωταγωνιστής. Διότι τώρα πια, που η εξέλιξη στις μεθόδους προπόνησης και αντικειμενικής παρατήρησης της προόδου των ποδοσφαιριστών και της συμπεριφοράς των ομάδων έχει φέρει όλες τις ομάδες του κορυφαίου επιπέδου στο ίδιο στάδιο αθλητικής, τακτικής και τεχνικής εκπαίδευσης, όπως και στο ίδιο επίπεδο ανάλυσης του αντιπάλου, τη διαφορά την κάνει η δημιουργικότητα, το ταλέντο, η ποδοσφαιρική ευφυΐα. Στον προπονητή πάντοτε θα αναλογούν πολλά, αλλά η σχέση με τους ποδοσφαιριστές έχει πάψει να είναι ιεραρχική και να δημιουργεί συνθήκες κλιμακωτής σχέσης εξάρτησης, με κλιμακωτή κατάταξη. Η σχέση του προπονητή με τους ποδοσφαιριστές είναι πλέον ετεραρχική. Όταν μια ομάδα λειτουργεί ως ετεροαρχία, ο καθένας είναι ηγέτης στον δικό του τομέα. Στο τερέν ηγέτες είναι ξανά οι ποδοσφαιριστές. Οι αποφάσεις και οι πρωτοβουλίες ανήκουν πρωτίστως, αν όχι απολύτως, ξανά στους ποδοσφαιριστές. Και αυτή η εξέλιξη αφήνει τους προπονητές που δεν εξελίσσονται μακριά από τους πάγκους.