Ενας Ελληνας ορίζει τη μέθοδο προπόνησης στην Χετάφε

Βασίλης Σαμπράκος Βασίλης Σαμπράκος
Ενας Ελληνας ορίζει τη μέθοδο προπόνησης στην Χετάφε

bet365

Ο Βασίλης Σαμπράκος διηγείται την πολύ διδακτική ιστορία του Χαράλαμπου Σιαμόγλου, ενός νέου προπονητή που ξεκίνησε από τη Βέροια και σήμερα βρίσκεται στη θέση του επικεφαλής στην Μεθοδολογία Προπόνησης της ακαδημίας της Χετάφε.

bwin - Live Casino γεμάτο εκπλήξεις* όλο τον Απρίλιο! |21+ * Ισχύουν όροι και προϋποθέσεις

Σήμερα θα σας διηγηθώ μια ελληνική ποδοσφαιρική ιστορία, που είναι μια από τις καλύτερες που έμαθα στον καιρό της καραντίνας. Μια ιστορία που είναι πολύ μακριά από την καταχνιά του ελληνικού ποδοσφαίρου. Επιλέγω να τη διηγηθώ απευθυνόμενος προς όλα αυτά τα νέα παιδιά που έχουν μπει ή μπαίνουν στην προπονητική στη διάρκεια των τελευταίων ετών και τρέφονται από το όραμα να ζήσουν και να λειτουργήσουν σε έναν κόσμο καλύτερο από αυτόν του χθεσινού και του σημερινού ελληνικού ποδοσφαίρου. Στην πραγματικότητα η ιστορία απευθύνεται κυρίως προς τα νέα παιδιά· όποιο και αν είναι το πεδίο στο οποίο επιχειρούν. Είναι η ιστορία ενός Ελληνα προπονητή που ξεκίνησε από την Βέροια, περιπλανήθηκε στο ελληνικό ποδόσφαιρο και σήμερα είναι ο επικεφαλής της Μεθοδολογίας Προπόνησης στην ακαδημία ποδοσφαίρου της Χετάφε, ενός συλλόγου της LaLiga.

Ο Χαράλαμπος Σιαμόγλου σπούδασε στο ΤΕΦΑΑ Κομοτηνής. Ο αρχικός “επαγγελματικός” προσανατολισμός του ήταν η εξέλιξή του στο γνωστικό αντικείμενο της φυσικής κατάστασης, ήθελε να γίνει ένας καλός γυμναστής ποδοσφαίρου. Εργάστηκε ως γυμναστής στην Βέροια, αλλά στο μεταξύ η ανησυχία για την εξέλιξη και την βελτίωσή του τον έστειλε και στις σχολές της UEFA. Στην ελληνική πορεία του στο ποδόσφαιρο έγινε προπονητής της Κ20 ομάδας της Βέροιας. Κι ύστερα η ανησυχία του τον έστειλε στο γερμανικό πανεπιστήμιο των σπορ, στην Κολονία, για να γίνει ερευνητής. Ο επόμενος σταθμός στο ταξίδι του ήταν η Μαδρίτη, για να κάνει μεταπτυχιακό στην οργάνωση ακαδημιών και την μεθοδολογία της προπόνησης και μάστερ πάνω στην ανάλυση της απόδοσης. Και τότε του παρουσιάστηκε μια μεγάλη ευκαιρία: έκανε την πρακτική του ως αναλυτής στην ακαδημία της Ρεάλ Μαδρίτης.

Το τέλος της σεζόν, κατά την οποία εργάστηκε στην Ρεάλ, δεν τον βρήκε με μια πρόταση από την Ρεάλ για συνεργασία. Δέχθηκε όμως μια πρόταση από την Χετάφε, η οποία είχε ένα κενό στη θέση του γυμναστή της Κ17 ομάδας. Η εξέλιξή του και τα δείγματα της δουλειάς του τον έφεραν στη θέση του γυμναστή της Κ19 ομάδας και του υπεύθυνου για την φυσική κατάσταση όλων των ομάδων της ακαδημίας. Κι όταν αυτός ο κύκλος ολοκληρώθηκε, η Χετάφε του πρότεινε τη θέση του επικεφαλής στην Μεθολογία της προπόνησης για όλη την ακαδημία, δηλαδή για τις πέντε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες της ακαδημίας της.

Προσέξτε, οι Ισπανοί, οι απόφοιτοι των καλύτερων σχολών της προπονητικής, αυτοί που έχουν φτιάξει ορισμένες από τις κορυφαίες σχολές προπονητικής ποδοσφαίρου στον πλανήτη, αυτοί που τραβούν στο έδαφός τους προπονητές από όλο τον κόσμο για να τους διδάξουν τις μεθόδους τους και να τους μυήσουν στην φιλοσοφία τους, αυτοί που έχουν εξελίξει τόσο την επιστήμη της εκπαίδευσης και προώθησης νεαρών ποδοσφαιριστών πρότειναν σε έναν νεαρό Ελληνα προπονητή τη θέση του επικεφαλής της μεθοδολογίας της προπόνησής τους.

Κάπου εδώ φτάσαμε την κεντρική ιδέα της ιστορίας: μια κοινωνία ανοιχτή, έτοιμη να μοιραστεί την τεχνογνωσία και την εμπειρία της, και με μεγάλη διάθεση να ακούσει νέες ιδέες, η οποία σε προκαλεί να αμφισβητήσεις τις μεθόδους της και να προτείνεις τη δική σου ιδέα, είναι μια κοινωνία έτοιμη να αναγνωρίσει ένα ταλέντο και να του δώσει ευκαιρία. Τον καιρό που μελετούσα τον “Barca Coach Academy” κύκλο μαθημάτων του πανεπιστημίου που έχει φτιάξει η Μπαρτσελόνα, έμενα έκπληκτος με τη διαπίστωση ότι σε κάθε εργασία που είχα να κάνω στη διάρκεια του τριμήνου έβλεπα τους καθηγητές να προκαλούν την αμφισβήτηση των μεθόδων τους και να σε προσκαλούν να προτείνεις κάτι που αλλάζει ή ακόμη και ακυρώνει τη δική τους ιδέα. Δεν επρόκειτο για μέθοδο marketing, δηλαδή δεν ήταν ότι ήθελαν να σε κάνουν να νιώσεις ότι σου δίνουν τόση σημασία προκειμένου να κολακευτείς και να αγοράσεις περισσότερα μαθήματα. Το οργανόγραμμα της ακαδημίας της Μπαρτσελόνα έχει ένα σωρό περιπτώσεις προπονητών που ήταν μαθητές που ξεχώρισαν μέσα από μια καλή εργασία· μαθητές με νέες ιδέες, που εξέλιξαν τις μεθόδους.

Ο Σιαμόγλου λειτουργεί πλέον στην Χετάφε ως ο επικεφαλής της Μεθοδολογίας, υπό την απόλυτη στήριξη του τεχνικού διευθυντή της ακαδημίας, με στόχο “να δημιουργούμε ποδοσφαιριστές που θα τους χρησιμοποιήσει η ομάδα, δηλαδή να φτάσουμε κάποιους να γίνουν επαγγελματίες έστω στη δεύτερη ομάδα, που μετέχει στο πρωτάθλημα της Segunda B (τρίτη κατηγορία του ισπανικού ποδοσφαίρου)”. Μέρος της ευθύνης του είναι η δημιουργία του προφίλ των ποδοσφαιριστών και των προπονητών που αναζητεί η Χετάφε, τα οποία βασίζονται στην ιδέα για το στιλ παιχνιδιού που θέλει να παίζει ο σύλλογος και τα συστήματα που θέλει να παίζει. Μέρος της ευθύνης του είναι και ο συντονισμός στη δουλειά που κάνουν οι 5 διαφορετικοί προπονητές των 5 ομάδων, ο συντονισμός των 5 βοηθών προπονητών, των 5 γυμναστών και των υπόλοιπων συνεργατών - μελών του τεχνικού επιτελείου της ακαδημίας της Χετάφε.

Εξετάζοντας την ιστορία από μακριά, ο παρατηρητής σκέφτεται ότι οι Ισπανοί απλώς εμπιστεύθηκαν έναν προπονητή με ισπανική μόρφωση. Κι είναι βέβαιο ότι το ισπανικό ακαδημαϊκό υπόβαθρο του Σιαμόγλου έπαιξε τον ρόλο του, όπως και ο πρώτος κύκλος της πρακτικής του στη Ρεάλ αλλά και η πρόοδος που σημείωσε στα πρώτα χρόνια που εργάστηκε ως γυμναστής και υπεύθυνος φυσικής κατάστασης στην Χετάφε. Ολα αυτά όμως κάποιος τα παρακολουθούσε, τα αξιολογούσε και τα μετρούσε κατά τη διαδικασία της λήψης αποφάσεων για αλλαγές. Κι ακριβώς αυτή είναι η κύρια διαφορά που εντοπίζει ο Σιαμόγλου ανάμεσα στον ελληνικό και τον ισπανικό κόσμο του ποδοσφαίρου: την διαφορά στην παιδεία, που καταλήγει να είναι διαφορά στη νοοτροπία. Στο ισπανικό ποδόσφαιρο οι νέοι παίρνουν ευκαιρίες, διότι φέρνουν νέες ιδέες, τις οποίες το ποδόσφαιρο έχει ανάγκη προκειμένου να εξελίσσεται. Το ελληνικό ποδόσφαιρο τους φοβάται τους νέους ακριβώς για αυτόν τον λόγο: επειδή ως παρωχημένος - επιστημονικά - κόσμος ζει με την ανησυχία ότι οι νέοι με τις νέες ιδέες θα προσπεράσουν στην ιεραρχία και θα εκτοπίσουν τους “παλιούς”. Πέρα από όλα τα άλλα, το ελληνικό ποδόσφαιρο πληρώνει και την ανασφάλειά του.

Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω ένα σωρό παραδείγματα που τεκμηριώνουν τον παραπάνω ισχυρισμό. Για λόγους οικονομίας επέλεξα να παραθέσω μόνο ένα, που μου έδωσε ο Σιαμόγλου, στο οποίο αντανακλάται όλη η διαφορά. “Εδώ οι τοπικές ενώσεις προπονητών λειτουργούν σαν μικρά ανοιχτά πανεπιστήμια. Η Ενωση Προπονητών της Μαδρίτης, την οποία παρακολουθώ, έχει τη δύναμη να διοργανώνει κύκλους μαθημάτων, σεμινάρια και ημερίδες, έως και Μάστερ φυσικής κατάστασης, ανάλυσης και πρόληψης τραυματισμών σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια. Ερχεται, για παράδειγμα, ο σημερινός γυμναστής της Μπαρτσελόνα και σου αναλύει σε μεγάλο βάθος την μεθοδολογία του και κουβεντιάζει μαζί σου πάνω σε κάθε προβληματισμό· σε κάνει καλύτερο, αλλά γίνεται και ο ίδιος καλύτερος μέσα από την ανταλλαγή των ιδεών”. Δεν υπάρχει καν λόγος να παραθέσω το τι κάνουν οι ελληνικές ενώσεις των προπονητών.

Ενα άλλο μέρος της ευθύνης του Σιαμόγλου σε αυτό το νέο του πόστο είναι και η φροντίδα για τις κατευθύνσεις που πρέπει να δίνει η ακαδημία της Χετάφε προς την σχολή της Χετάφε, δηλαδή το σχολείο που παίρνει επί πληρωμή τα μικρά παιδιά που θέλουν να μάθουν ποδόσφαιρο. Ενας σύλλογος του βεληνεκούς της Χετάφε έχει στη σχολή του περισσότερα από 500 παιδιά, δίχως να υπολογίζονται τα παιδιά που μαθαίνουν το ποδόσφαιρο στις συνεργαζόμενες με την Χετάφε σχολές που λειτουργούν εκτός Μαδρίτης στην Ισπανία. Επίσης δεν υπάρχει λόγος να συγκρίνω τη δομή της Χετάφε με τη δομή ενός συλλόγου αντίστοιχου μεγέθους στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Τι να πρωτοσυγκρίνεις και τι να πρωτοπείς σχετικά με τις χαοτικές διαφορές ανάμεσα στο σημερινό ισπανικό και το σημερινό ελληνικό ποδόσφαιρο; Εκλεισα τη συνομιλία μας με την ευχή προς τον Μπάμπη Σιαμόγλου να μείνει για πολλά χρόνια μακριά από την Ελλάδα προκειμένου να συνεχίσει να γεύεται την εμπειρία του ποδοσφαίρου στην κανονική του μορφή και όχι το κακέκτυπο που παίζουμε στον τόπο μας. Πέρα από όλα τα άλλα, μέσα από αυτή τη συναναστροφή μας κατάλαβα καλά γιατί τον εμπιστεύθηκαν οι Ισπανοί· γνώρισα έναν ανήσυχο επιστήμονα, που ακούει, για να μαθαίνει και να γίνεται καλύτερος.

Το τέλος της συνομιλίας μας με βρήκε πολύ χαρούμενο και αισιόδοξο. Χαρούμενο επειδή ενισχύει την πίστη μου στο επιχείρημα που χρησιμοποιώ σε κάθε ευκαιρία συζήτησης με ένα από τα νέα παιδιά της προπονητικής, όταν τους προτρέπω να σημαδεύουν ψηλά και να κυνηγούν το όνειρό τους δίχως την βλαπτική επιρροή που ασκεί στη σκέψη τους η ελληνική πραγματικότητα. Ναι, μπορεί να χρειαστεί να πας μακριά, μου έχει τύχει να μιλήσω με παιδιά που έχουν φτάσει μέχρι την Κίνα για να πάρουν μια ευκαιρία, αλλά αν την προκαλείς την τύχη σου αυξάνεις τις πιθανότητες να έχεις την τύχη να πάρεις μια καλή ευκαιρία. Και αισιόδοξο επειδή ελπίζω ότι θα ζήσω την ημέρα που ορισμένα από αυτά τα παιδιά, που σήμερα μαθαίνουν και λειτουργούν στο ποδόσφαιρο σε τόπους σαν τον ισπανικό, θα έρθουν πίσω για να φέρουν την τεχνογνωσία, την κουλτούρα, τη νοοτροπία, τις αντιλήψεις και τα μοντέλα που θα αλλάξουν το ελληνικό ποδόσφαιρο. Δεν μπορεί, κάποιος κάπου κάποτε θα δοκιμάσει να παίξει και στην Ελλάδα το ποδόσφαιρο σωστά. Τούτο τον καιρό άλλωστε όλο και κάπου συμβαίνει, όπως στα Γιάννινα με τον γερμανοαναθρεμμένο Αργύρη Γιαννίκη. Κάπου, κάπως, κάποτε, η μπίλια θα κάτσει, το αποτέλεσμα θα έρθει, και τότε το ρεύμα μπορεί να δημιουργηθεί. Η Ελλάδα σήμερα έχει περισσότερους από ποτέ αξιόλογους προπονητές και λοιπούς επιστήμονες της προπονητικής. Μπορεί οι περισσότεροι να είναι εκτός Ελλάδας ή και εκτός λειτουργίας, αλλά όσο μεγαλώνει ο αριθμός τους αυξάνονται και οι πιθανότητες να καταφέρουν να αλλάξουν τον ελληνικό κόσμο και το ελληνικό καθεστώς του ποδοσφαίρου.

Μάθε πού θα δεις ζωντανά όλους τους αγώνες σήμερα μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta.

Βασίλης Σαμπράκος
Βασίλης Σαμπράκος