Λιονέλ Μέσι: Πονάει και η δική μας ψυχή...
Η τελευταία παράσταση του Λιονέλ Μέσι με την εθνική Αργεντινής δεν θα μπορούσε να δοθεί σε διαφορετικό σκηνικό από το «Μονουμεντάλ». Εκεί όπου η «Αλμπισελέστε» έχει πανηγυρίσει, έχει κλάψει, έχει σηκώσει τρόπαια και έχει γράψει μερικές από τις σημαντικότερες σελίδες της ιστορίας της, ο αρχηγός της ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει τη φανέλα που φόρεσε για περισσότερο από δύο δεκαετίες.
Απέναντι στο Μπενίν (07/10, 02.00 - Live στο Gazzetta), μπροστά σε περίπου 80.000 συμπατριώτες του, ο Μέσι θα αγωνιστεί για τελευταία φορά με την Αργεντινή. Το τέλος μιας διαδρομής 21 ετών δεν θα είναι απλώς ένα ακόμη παιχνίδι. Θα είναι η στιγμή που ένας ολόκληρος ποδοσφαιρικός κόσμος θα συνειδητοποιήσει ότι μια εποχή περνά οριστικά στο παρελθόν.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο κομμάτι της ιστορίας του. Γιατί η Αργεντινή δεν αγάπησε από την αρχή τον Μέσι όπως θα περίμενε κανείς. Χρειάστηκαν χρόνια, απογοητεύσεις, χαμένοι τελικοί και τελικά μια σειρά από μεγάλες επιτυχίες για να φτάσει η χώρα από την αμφισβήτηση στην απόλυτη λατρεία.Σε ηλικία 39 ετών, ο Αργεντινός ετοιμάζεται να φορέσει για τελευταία φορά τη φανέλα της «Αλμπισελέστε» μπροστά στο κοινό της χώρας του. Είναι η τελευταία παράσταση ενός ποδοσφαιριστή που έζησε με την Αργεντινή σχεδόν κάθε πιθανό συναίσθημα, από την αποθέωση στην αμφισβήτηση, από την απογοήτευση στην παραίτηση και από τους χαμένους τελικούς στη λύτρωση και την κορυφή του κόσμου. Και ίσως γι’ αυτό το συγκεκριμένο γήπεδο να είναι το ιδανικό μέρος για την τελευταία του υπόκλιση.
Το «Μονουμεντάλ» που έγραψε ιστορία
Το «Μονουμεντάλ» είναι πολύ περισσότερο από την έδρα της Ρίβερ Πλέιτ. Από τα εγκαίνιά του, στις 25 Μαΐου 1938, έχει αποτελέσει σκηνικό για μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές του αργεντίνικου αθλητισμού και πολιτισμού.
Εκεί φιλοξενήθηκαν οι πρώτοι Παναμερικανικοί Αγώνες του 1951, ενώ το 1978 το γήπεδο έγινε το επίκεντρο μιας από τις πιο ιστορικές βραδιές του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Η «Αλμπισελέστε» νίκησε 3-1 την Ολλανδία στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου και κατέκτησε για πρώτη φορά το τρόπαιο.
Στο ίδιο γήπεδο η Αργεντινή πανηγύρισε την κατάκτηση του Copa América του 1959, ενώ η Ρίβερ έχει σηκώσει εκεί τρία από τα τέσσερα Copa Libertadores της, το 1986, το 1996 και το 2015. Το τέταρτο, το 2018, ήρθε σε μια βραδιά που γράφτηκε αλλού, στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου».
Η ιστορία του «Μονουμεντάλ», όμως, δεν περιορίζεται στο ποδόσφαιρο. Ο αγωνιστικός χώρος έχει μετατραπεί πολλές φορές σε μία από τις μεγαλύτερες μουσικές σκηνές της χώρας, φιλοξενώντας τον Μάικλ Τζάκσον, τη Μαντόνα, τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ και τους Rolling Stones. Οι Coldplay πραγματοποίησαν εκεί μια πολυήμερη παρουσία, ενώ ο Νόελ Γκάλαχερ έχει χαρακτηρίσει τη δεύτερη εμφάνιση των Oasis στη Νούνιες ως την καλύτερη της περιοδείας επανένωσής τους. Και τώρα, ανάμεσα σε όλες αυτές τις ιστορίες, έρχεται να προστεθεί μία ακόμη. Η τελευταία εμφάνιση του Λιονέλ Μέσι με την εθνική Αργεντινής.
Το γήπεδο που έγινε δικό του
Ο Μέσι δεν φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Ρίβερ. Θα μπορούσε, όμως, να είχε συμβεί. Σε ηλικία μόλις 12 ετών, ο μικρός Λιονέλ είχε ταξιδέψει από το Ροσάριο στο Μπουένος Άιρες για να δοκιμαστεί στις ακαδημίες της Ρίβερ. Ήταν μικρότερος από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικιακής του κατηγορίας, όμως μέσα σε λίγα λεπτά κατάφερε να εντυπωσιάσει. Σκόραρε, κέρδισε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων της ομάδας και άκουσε ότι θα έπρεπε να μείνει.
Η υπόθεση, όμως, δεν προχώρησε. Υπήρχαν προβλήματα με το δελτίο του και, κυρίως, με τη θεραπεία που χρειαζόταν για την ανάπτυξή του. Η Ρίβερ ήταν διατεθειμένη να βοηθήσει, όμως η κατάσταση δεν λύθηκε και η ιστορία του Μέσι πήρε τελικά τον δρόμο της Βαρκελώνης.
Είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα, το «Μονουμεντάλ» θα γίνει το μέρος όπου θα κλείσει ένας κύκλος που δεν άνοιξε ποτέ με τη φανέλα της Ρίβερ, αλλά απέκτησε τεράστια σημασία με εκείνη της Αργεντινής.
Στο συγκεκριμένο γήπεδο ο Μέσι έχει αγωνιστεί 28 φορές και έχει σκοράρει 19 γκολ. Εκεί πέτυχε το πρώτο του τέρμα στο «Μονουμεντάλ», το 2008 απέναντι στην Ουρουγουάη. Εκεί έζησε μεγάλες βραδιές, εκεί πανηγύρισε, εκεί λύγισε και εκεί θα πει τώρα το οριστικό «αντίο».
Από την αμφισβήτηση στην αγάπη
Ίσως το πιο παράδοξο κομμάτι της ιστορίας του Μέσι με την Αργεντινή να μην είναι τα τρόπαια. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η χώρα έμαθε να τον αγαπά. Όταν ένας ποδοσφαιριστής τέτοιου μεγέθους εμφανίζεται στα 18 του χρόνια, η φυσιολογική αντίδραση θα ήταν η λατρεία. Στην περίπτωση του Μέσι, όμως, η σχέση με το κοινό της Αργεντινής χρειάστηκε χρόνια για να γίνει πραγματικά βαθιά.
Η χώρα που είχε γεννήσει τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο και, κυρίως, τον Ντιέγκο Μαραντόνα, είχε ήδη δημιουργήσει το δικό της μέτρο σύγκρισης. Ο Μέσι βρέθηκε από νωρίς αντιμέτωπος με ένα σχεδόν αδύνατο ερώτημα: ήταν αρκετά Αργεντινός για να γίνει ο επόμενος μεγάλος ήρωας;
Το γεγονός ότι έφυγε από το Ροσάριο στα 13 του και μεγάλωσε ποδοσφαιρικά στην Μπαρτσελόνα δεν βοήθησε. Στην Ευρώπη ο θαυμασμός μεγάλωνε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην πατρίδα του, όμως, ένα κομμάτι του κοινού εξακολουθούσε να τον βλέπει ως κάτι μακρινό. Δεν είχε παίξει στην Αργεντινή. Δεν είχε δημιουργήσει τη σχέση που είχαν οι προηγούμενοι ήρωες με τις εξέδρες. Δεν είχε την εκρηκτική προσωπικότητα του Μαραντόνα. Δεν μιλούσε πολύ, δεν έκανε μεγάλες δηλώσεις, δεν προσπαθούσε να γίνει πολιτικό ή κοινωνικό σύμβολο. Και αυτό, για μια χώρα όπου ο Ντιέγκο είχε άποψη σχεδόν για τα πάντα, έμοιαζε παράξενο. Ο Μέσι ήταν διαφορετικός. Και για αρκετό καιρό η διαφορετικότητά του παρερμηνεύτηκε.
Ο «ψυχρός» Μέσι
Η κριτική δεν αφορούσε μόνο το ποδόσφαιρο. Αφορούσε και τον τρόπο με τον οποίο το έπαιζε. Ο Μαραντόνα κουβαλούσε πάνω του τη σύγκρουση, την ένταση, τον θυμό, το δράμα. Ο Μέσι έμοιαζε να κάνει τα δυσκολότερα πράγματα χωρίς να καταβάλλει προσπάθεια. Η κίνησή του ήταν ήρεμη, το πρόσωπό του ανέκφραστο, το παιχνίδι του σχεδόν απαλλαγμένο από περιττές κινήσεις. Για κάποιους αυτό μεταφράστηκε σε αδιαφορία. Ο χαρακτηρισμός «pecho frío», ο «ψυχρός», χρησιμοποιήθηκε για χρόνια εναντίον του. Σαν να μην πονούσε αρκετά, σαν να μην υπέφερε αρκετά, σαν να μην ένιωθε τη φανέλα όσο οι υπόλοιποι. Η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική.
Ο Μέσι απλώς δεν εξέφραζε το πάθος του με τον ίδιο τρόπο. Δεν χρειαζόταν να φωνάζει για να αισθάνεται. Δεν χρειαζόταν να χτυπά το στήθος του για να αποδεικνύει την αφοσίωσή του. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, η Αργεντινή άρχισε να το καταλαβαίνει.
Η ευφυΐα που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά
Ίσως η πιο χαρακτηριστική ιδιότητα του Μέσι να μην είναι ούτε η ντρίμπλα ούτε το αριστερό του πόδι. Είναι η ποδοσφαιρική του ευφυΐα. Ο Μέσι δεν έμοιαζε ποτέ να σκέφτεται περισσότερο από τους άλλους. Το αντίθετο. Έδινε την εντύπωση ότι αποφάσιζε πριν ακόμη οι υπόλοιποι αντιληφθούν τι συμβαίνει. Σε κάθε φάση υπάρχουν αμέτρητες επιλογές: πάσα, ντρίμπλα, κίνηση στον χώρο, σουτ, κατοχή, αλλαγή κατεύθυνσης. Ο ποδοσφαιριστής που χρειάζεται χρόνο για να τις αξιολογήσει έχει ήδη χάσει το πλεονέκτημά του. Ο Μέσι δεν σταματούσε για να σκεφτεί. Έβλεπε. Διάβαζε τον χώρο, καταλάβαινε τη θέση των αντιπάλων και των συμπαικτών του και επέλεγε σχεδόν ενστικτωδώς τη σωστή λύση. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο να ξέρεις τι πρέπει να κάνεις και στο να ξέρεις πώς να το κάνεις τη σωστή στιγμή.
Η δική του ευφυΐα ήταν πρακτική. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσει το παιχνίδι. Το καταλάβαινε. Γι’ αυτό μπορούσε να περπατά μέσα στο γήπεδο και ξαφνικά να επιταχύνει. Να μοιάζει εκτός φάσης και, ένα δευτερόλεπτο αργότερα, να έχει βρεθεί ακριβώς εκεί όπου έπρεπε. Να κάνει μια πάσα που οι υπόλοιποι δεν είχαν καν δει.
Με τα χρόνια, μάλιστα, η εξέλιξή του έκανε αυτή την ικανότητα ακόμη πιο εντυπωσιακή. Όσο μειωνόταν η σωματική του ένταση, τόσο περισσότερο κυριαρχούσε η σκέψη. Ο Μέσι έμαθε να παίζει όλο και πιο αργά χωρίς να γίνεται λιγότερο αποτελεσματικός. Σαν να είχε ανακαλύψει τον δικό του χρόνο.
Οι ήττες που τον έφεραν πιο κοντά στην Αργεντινή
Η σχέση με την Εθνική δεν χτίστηκε μέσα από επιτυχίες, αλλά μέσα από αποτυχίες. Το 2014 η Αργεντινή έφτασε στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Βραζιλία, όμως ηττήθηκε από τη Γερμανία. Το 2015 ήρθε η ήττα στον τελικό του Copa América από τη Χιλή. Ένα χρόνο αργότερα, ξανά απέναντι στη Χιλή, η Αργεντινή έχασε ακόμη έναν τελικό. Το 2016 ο Μέσι λύγισε. Μετά τη δεύτερη διαδοχική αποτυχία στο Copa América ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από την Εθνική. Είχε φτάσει στο σημείο να πιστεύει ότι ίσως δεν ήταν γραφτό να κατακτήσει τίποτα σημαντικό με τη χώρα του. Η απόφαση κράτησε λίγο. Η Αργεντινή τον χρειάστηκε και ο ίδιος χρειάστηκε την Αργεντινή.
Κάπου εκεί άρχισε να αλλάζει και η σχέση με το κοινό. Η χώρα είχε δει τον Μέσι να αποτυγχάνει. Είχε δει όμως και πόσο πολύ προσπαθούσε. Σταδιακά, η εικόνα του «ξένου» άρχισε να εξαφανίζεται. Οι Αργεντινοί άρχισαν να βλέπουν έναν δικό τους άνθρωπο που απλώς εξέφραζε διαφορετικά την αγάπη του για τη χώρα. Στο «Μαρακανά», απέναντι στη Βραζιλία, η Αργεντινή κατέκτησε το Copa América. Ο Μέσι έπεσε στο χορτάρι και οι συμπαίκτες του έτρεξαν πάνω του. Ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία της ανδρικής Εθνικής σε δεκαετίες και ο πρώτος σημαντικός τίτλος του Μέσι με την Ανδρών. Η Αργεντινή δεν πανηγύρισε απλώς ένα τρόπαιο. Πανηγύρισε για εκείνον. Έναν χρόνο αργότερα ήρθε η μεγαλύτερη δικαίωση.
Στο Κατάρ, ο Μέσι οδήγησε την «Αλμπισελέστε» στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στον συγκλονιστικό τελικό απέναντι στη Γαλλία σκόραρε δύο φορές, συμμετείχε σε μια από τις σπουδαιότερες παραστάσεις τελικού στην ιστορία της διοργάνωσης και, τελικά, σήκωσε το τρόπαιο που κυνηγούσε από παιδί.
Η εικόνα του με την παγκόσμια πρωταθλήτρια Αργεντινή ήταν και η οριστική απάντηση σε όλες τις συγκρίσεις. Δεν χρειαζόταν πλέον να είναι ο επόμενος Μαραντόνα. Ήταν ο Μέσι. Το 2024 ακολούθησε ακόμη ένα Copa América. Η σχέση με την Αργεντινή είχε πλέον περάσει από την αμφιβολία στη λατρεία.
Η χώρα έμαθε να τον αγαπά
Η μεγαλύτερη απόδειξη ήρθε στους δρόμους του Μπουένος Άιρες μετά την κατάκτηση του Μουντιάλ του 2022. Εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους. Η χώρα σταμάτησε για να πανηγυρίσει. Ο Μέσι δεν ήταν πλέον ο ποδοσφαιριστής που έπρεπε να αποδείξει ότι αγαπά την Αργεντινή. Ήταν ο άνθρωπος που είχε δώσει στην Αργεντινή αυτό που περίμενε για 36 χρόνια. Η σχέση είχε αντιστραφεί οριστικά. Κάποτε η Αργεντινή ζητούσε από τον Μέσι να αποδείξει ότι είναι δικός της. Τώρα εκείνος είχε γίνει κομμάτι της ίδιας της εθνικής ταυτότητας. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε την προσωπική του ζωή συνέβαλε σε αυτή τη μεταμόρφωση. Πάντα απέφευγε τις μεγάλες πολιτικές δηλώσεις και δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει ένας δεύτερος Μαραντόνα. Δεν χρειάστηκε. Η σιωπή του έπαψε να θεωρείται αδυναμία. Έγινε μέρος της προσωπικότητάς του.
Ένα τελευταίο Μουντιάλ γεμάτο συναίσθημα
Το 2026 ο Μέσι έζησε μια τελευταία μεγάλη περιπέτεια με την Εθνική. Στα 39 του χρόνια συμμετείχε στο έκτο Παγκόσμιο Κύπελλο της καριέρας του και πραγματοποίησε μια ακόμη εντυπωσιακή διοργάνωση. Σκόραρε οκτώ φορές και μοίρασε τέσσερις ασίστ, φτάνοντας μέχρι τον τελικό. Η Αργεντινή, όμως, δεν κατάφερε να υπερασπιστεί τον τίτλο της.
Η Ισπανία επικράτησε στην παράταση με το γκολ του Φεράν Τόρες στο 106ο λεπτό και στέρησε από τον Μέσι το ιδανικό τέλος. Ο ίδιος είχε πλέον αγωνιστεί σε τρεις τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου, το 2014, το 2022 και το 2026, επίδοση που είχε πετύχει προηγουμένως μόνο ο Καφού. Μετά το τελευταίο σφύριγμα έμεινε για λίγο στο χορτάρι. Έβγαλε τα παπούτσια του, στα οποία υπήρχε η φράση «El último tango». Το μήνυμα ήταν σχεδόν προφητικό.
Ο πατέρας του και η απόφαση να φύγει
Πίσω από την απόφαση του Μέσι να αποχωρήσει από την Εθνική υπήρχε και μια βαθύτερη προσωπική ιστορία. Ο πατέρας του, Χόρχε, ήταν παρών σε ολόκληρη τη διαδρομή του. Από το Ροσάριο και τα πρώτα του βήματα μέχρι τη Βαρκελώνη και την κορυφή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Στο τελευταίο Μουντιάλ η υγεία του είχε επιδεινωθεί. Ο Μέσι προσπαθούσε να αγωνιστεί χωρίς να γνωρίζει όλη την αλήθεια, καθώς η οικογένειά του δεν ήθελε να του προσθέσει ένα ακόμη βάρος στη διάρκεια της διοργάνωσης. Μετά τους αγώνες αναζητούσε τα μηνύματα του πατέρα του. Όταν αυτά σταμάτησαν, κατάλαβε ότι η κατάσταση ήταν σοβαρή. Ο Χόρχε δεν κατάφερε τελικά να τον δει να σηκώνει ξανά το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Ο θάνατός του στις 8 Αυγούστου αποτέλεσε ένα ακόμη σημείο καμπής για τον Μέσι. Η απόφαση που είχε ήδη πάρει έγινε ακόμη πιο οριστική. «Πονάει και θα πονάει βαθιά στην ψυχή μου, αλλά καταλαβαίνω ότι ήρθε η στιγμή», ήταν το μήνυμα με το οποίο ανακοίνωσε την αποχώρησή του. Δεν ένιωθε ότι είχε κάτι ακόμη να αποδείξει.
207 συμμετοχές, 125 γκολ και μια ολόκληρη εποχή
Ο Μέσι φτάνει στο τελευταίο του παιχνίδι ως ο κορυφαίος σκόρερ και ο ποδοσφαιριστής με τις περισσότερες συμμετοχές στην ιστορία της Αργεντινής. Σε 21 χρόνια φόρεσε 207 φορές τη φανέλα της Εθνικής και πέτυχε 125 γκολ. Έξι Παγκόσμια Κύπελλα, επτά Copa América, ένα Μουντιάλ και δύο Copa América αποτελούν μέρος του απολογισμού του. Έχει σκοράρει 21 φορές σε Παγκόσμια Κύπελλα και 14 σε Copa América, φτάνοντας συνολικά τα 35 γκολ στις δύο κορυφαίες διοργανώσεις εθνικών ομάδων. Το ντεμπούτο του, τον Αύγουστο του 2005 απέναντι στην Ουγγαρία, δεν προμήνυε τίποτα από όσα θα ακολουθούσαν. Μπήκε αλλαγή και αποβλήθηκε πριν προλάβει να συμπληρώσει δύο λεπτά. Από εκείνη τη βραδιά μέχρι το τελευταίο του παιχνίδι μεσολάβησαν 21 χρόνια. Μια ολόκληρη ποδοσφαιρική ζωή.
Το τέλος μιας εποχής
Ο Μέσι δεν εγκαταλείπει ακόμη το ποδόσφαιρο. Συνεχίζει στην Ίντερ Μαϊάμι και έχει ακόμη συμβόλαιο με τον αμερικανικό σύλλογο. Το τέλος με την Αργεντινή, επομένως, δεν είναι το τέλος της καριέρας του. Είναι όμως το τέλος του πιο σημαντικού κεφαλαίου της. Η φανέλα της «Αλμπισελέστε» του έδωσε τα πάντα και του πήρε τα πάντα. Του χάρισε τις μεγαλύτερες χαρές και τις πιο σκληρές απογοητεύσεις. Τον έκανε να κλάψει, να αποχωρήσει, να επιστρέψει και τελικά να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής.
Κυρίως, του έδωσε κάτι που στην αρχή έμοιαζε να μην μπορεί να κερδίσει ποτέ: την απόλυτη αγάπη της Αργεντινής.
Η χώρα χρειάστηκε χρόνο για να τον καταλάβει. Χρειάστηκε να δει τις ήττες του, την επιμονή του, την επιστροφή του και τελικά τη δικαίωσή του. Χρειάστηκε να καταλάβει ότι δεν θα γινόταν ποτέ Μαραντόνα, γιατί δεν ήταν αυτός ο σκοπός. Ο Μέσι ήταν κάτι διαφορετικό. Ένας ποδοσφαιριστής που δεν χρειαζόταν να φωνάξει για να επιβληθεί. Που μπορούσε να περπατά στο γήπεδο και να ελέγχει τον ρυθμό. Που έμοιαζε να βλέπει επιλογές τις οποίες οι υπόλοιποι δεν προλάβαιναν καν να αντιληφθούν. Που έκανε το εξαιρετικό να μοιάζει καθημερινό. Και τώρα, στο «Μονουμεντάλ», θα κάνει κάτι που για χρόνια φαινόταν αδύνατο: θα αποχαιρετήσει την Αργεντινή έχοντας πλέον αγαπηθεί χωρίς όρους. Πριν από χρόνια, η χώρα αναρωτιόταν αν ο Μέσι αισθανόταν αρκετά Αργεντινός. Τώρα δεν υπάρχει κανείς που να χρειάζεται απάντηση.
Γιατί ο Μέσι δεν χρειάζεται πλέον να αποδείξει τίποτα. Ούτε στην Αργεντινή, ούτε στον Μαραντόνα, ούτε στην ιστορία. Το τελευταίο του παιχνίδι με την «Αλμπισελέστε» θα είναι μια γιορτή, αλλά κυρίως ένας αποχαιρετισμός σε μια εποχή που δύσκολα θα επαναληφθεί. Ένα τελευταίο βράδυ στο «Μονουμεντάλ». Ένα τελευταίο παιχνίδι. Μια τελευταία φορά η γαλανόλευκη φανέλα. Και μετά, η σιωπή που έρχεται πάντα όταν τελειώνει κάτι πραγματικά μεγάλο.
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.
