Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 48 (pics & vids)
ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord
«Όλα καλά, όλα ανθηρά» από τον Άλκη Στέα και τον «αισιόδοξο» Βουτσά

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήταν φανερό ότι ο ελληνικός κινηματογράφος περνούσε σε μια περίοδο εσωστρέφειας. Οι μεγάλες παραγωγές ήταν αισθητά λιγότερες, η τηλεόραση έμπαινε σιγά σιγά σε κάθε ελληνικό σπίτι, η σπουδαία γενιά των ηθοποιών της δεκαετίας του 50’ και του 60’ είχε χάσει – απόλυτα λογικά – την «ορμή» της, ο Φίνος είχε πλέον ωριμάσει, οι κινηματογραφικές αίθουσες είχαν ολοένα και λιγότερους θεατές. Η δεκαετία αυτή εάν συγκριθεί με την δεκαετία του 1960, για τις παραγωγές ελληνικών ταινιών τόσο σε αριθμό, όσο και σε ποιότητα, είναι σίγουρο ότι θα αποδειχθεί απίστευτα φτωχότερη. Ακόμα και οι ταινίες που γυρίζονταν όμως, δεν είχαν ιδιαίτερα ευρηματικά σενάρια, ενώ πολλές φορές συμπαρέσυραν στην μετριότητα ακόμα και τους σπουδαίους ηθοποιούς που συμμετείχαν σε αυτές. Για να μην είμαστε όμως άδικοι με αυτές, ίσως να έφταιγε και η όλη «αισθητική» της εποχής εκείνης, σε κάθε επίπεδο, πολιτιστικό, κοινωνικό ή ακόμα και πολιτικό. Μια απο αυτές τις ταινίες ήταν και η ταινία με τίτλο «Ο αισιόδοξος», η οποία γυρίστηκε το 1973, σε σκηνοθεσία Κώστα Καραγιάννη και σενάριο των Πολύβιου Βασιλειάδη και Λάκη Μιχαηλίδη. Πρωταγωνιστές της ήταν ο Κώστας Βουτσάς, ο Νίκος Ρίζος και η Έλενα Ναθαναήλ, ηθοποιοί καταξιωμένοι, ποιοτικοί, αλλά και εμπορικοί, που όμως παρασύρθηκαν ασυναίσθητα ίσως, σε μέτριες επιλογές, στις οποίες δεν είχαν συνηθίσει τους έλληνες σινεφίλ. Η ταινία δεν είναι κακή, βλέπεται ευχάριστα, έχει πολλές κωμικές στιγμές, αλλά την ίδια στιγμή δεν είναι από εκείνες που μπορείς να δεις και 5 και 6 και 10 φορές, όπως μπορούσες να κάνεις στην συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών ταινιών των δεκαετιών του 50’ και του 60’. «Πρόλαβε» ωστόσο να αφήσει στην ιστορία μια ατάκα που ο Βουτσάς επαναλάμβανε πολλές φορές στην ταινία, «όλα καλά, όλα ανθηρά». Ατάκα που λέμε μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι όμως χωρίς να γνωρίζουμε...την προέλευσή της. Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Ο Χρήστος και ο Πάνος είναι συνέταιροι σε ένα κατάστημα με μοτοσικλέτες, αλλά με τελείως διαφορετικούς χαρακτήρες. Ο ένας είναι αισιόδοξος διαρκώς και ο άλλος προσγειωμένος και συνετός. Οι δυο τους επιδιώκουν να αποκτήσουν την αντιπροσωπεία μιας μεγάλης ιαπωνικής φίρμας την οποία όμως διεκδικεί και ένας εισαγωγέας, ο Χαράλαμπος Σαράντης. Κάποια στιγμή, ο Χρήστος, ο πλέον αισιόδοξος απ' τους δύο (Κώστας Βουτσάς), πέφτει με τη μηχανή του πάνω στη μηχανή της Μαίρης (Έλενα Ναθαναήλ), κόρη του κυρίου Χαράλαμπου (Ανδρέας Φιλιππίδης) και την ερωτεύεται μη γνωρίζοντας πως είναι κόρη του. Αλλά και η ανηψιά του κυρίου Χαράλαμπου, η Νίτσα (Έλσα Ρίζου), γνωρίζει και ερωτεύεται τον Άλκη (Άλκης Στέας), τον μικρότερο αδελφό του Πάνου, παρουσιαστή ενός δημοφιλούς τηλεοπτικού σόου. Επίσης η κυρία Ρούλα (Μαρίκα Κρεβατά), μητέρα του Χρήστου και χήρα, ξανασυναντά τον κύριο Σαράντη Μιχαλακέα (Γιώργος Γαβριηλίδης), ένα παλιό της αίσθημα που άγεται σε αναθέρμανση. Το όνομα όμως του Μιχαλακέα είναι ίδιο με το επώνυμο του κυρίου Χαράλαμπου και δημιουργεί σειρά παρεξηγήσεων. Όλα όμως τακτοποιούνται με τον καλύτερο τρόπο καθώς ο Άλκης ζητάει το χέρι της Νίτσας, ο Χρήστος εκείνο της Μαίρης και φυσικά ο Σαράντης το χέρι της κυρίας Ρούλας. Όσο για τον Πάνο (Νίκος Ρίζος), αυτός διστακτικός καθώς είναι,σκέφτεται να ζητήσει το χέρι μιας σοβαρής κυρίας, της Σούζυ, η οποία μόλις άνοιξε ένα εστιατόριο με γιαπωνέζικη κουζίνα. Στα ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας είναι η εμφάνιση του Άλκη Στέα, δημοφιλή παρουσιαστή της εποχής, ο οποίος ουσιαστικά υποδύεται τον εαυτό του. Από την άλλη, η ταινία αυτή ήταν η τελευταία στην οποία συμμετείχε ο Γιώργος Γαβριλίδης, ένας σπουδαίος ηθοποιός, ο οποίος έγραψε την δική του ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο έστω κι αν ποτέ δεν ήταν πρωταγωνιστής σε κάποια ταινία, αλλά έπαιζε πάντα δεύτερους ρόλους. Η μουσική ήταν του Γιώργου Ζαμπέτα. Εκτός από τους προαναφερθέντες, στην ταινία «Ο αισιόδοξος» συμμετείχαν ακόμα οι Ειρήνη Δογάνη, Ελένη Δακορώνια, Πέρσα Καμπάνη, Γιάννης Σμυρναίος, Νίκος Τσουκαλάς. Η ταινία πήγε πολύ καλά εμπορικά, αφού τη σεζόν 1973-1974 που προβλήθηκε έκοψε 101.137 εισιτήρια και ήρθε 7η από πλευράς εισπράξεων ανάμεσα στις 44 ταινίες.
Ο Κώστας Βουτσάς «Πρόσωπο της ημέρας» από την Κατερίνη...

Θα ήταν σίγουρα υπερβολικό να εξωραϊζει κανείς τις ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 1960 και να λέει ότι ήταν όλες εξαιρετικές. Σίγουρα υπήρχαν και εκείνη την εποχή ταινίες που δεν τηρούσαν τα ποιοτικά standards που έθεταν π.χ. ο Φίνος, ο Κονιτσιώτης, ο Μιχαηλίδης και όλοι οι άλλοι μεγάλοι παραγωγοί που μεσουράνησαν στον ελληνικό κινηματογράφο. Ωστόσο, όλες τους, ακόμα και εκείνες που δεν καθήλωναν τους θεατές, είχαν «αυτό το κάτι άλλο» που λέμε, αυτό που μέσα στις ατέλειές τους, τις αναδείκνυε σε καλές. Μια από αυτές ήταν και η ταινία του 1965 με τίτλο «Το πρόσωπο της ημέρας», παραγωγής Αφών Ρουσσόπουλων- Γ. Λαζαρίδη –Δ. Σαρρή-Κ. Ψαρρά. Μην σας ξενίζει που οι παραγωγοί ήταν πολλοί για τα δεδομένα μιας μάλλον μέτριας ταινίας. Οι εποχές ήταν δύσκολες και δεν είχαν όλοι οι παραγωγοί τις οικονομικές δυνατότητες του Φίνου ή του Κονιτσιώτη ή της εταιρείας Καραγιάννης-Καρατζόπουλος. Από την άλλη, η συγκεκριμένη ταινία είχε ένα πολύ καλό καστ ηθοποιών, με ότι μπορεί αυτό να συνεπάγεται για το κόστος της παραγωγής της, με επικεφαλής τους Κώστα Βουτσά, Κώστα Καζάκο, Ελένη Προκοπίου και Σωτήρη Μουστάκα. Μάλιστα ήταν η πρώτη και μοναδική ταινία στην οποία συμμετείχαν από κοινού Βουτσάς-Καζάκος, κυρίως λόγω της επιλογής του δεύτερου να συμμετέχει μόνο σε δραματικές ταινίες. Επιλογή που μάλλον έκανε φτωχότερη την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, η οποία θα ήθελε να είχε περισσότερες κωμωδίες στις οποίες συμμετείχε ο Καζάκος, για να τις μελετήσει. Το σενάριο της ταινίας «Το πρόσωπο της ημέρας» ήταν του Γιάννη Μαρή και του Γιώργου Λαζαρίδη και θα έλεγε κανείς ότι ήταν ευρηματικό. Ωστόσο, η υλοποίησή του μάλλον το αδικεί, κυρίως λόγω κάποιων αφελών και υπερβολικών καταστάσεων στις οποίες στηρίζεται, καταστάσεις βέβαια που αμβλύνουν οι ίδιοι οι ηθοποιοί με τις πολύ καλές ερμηνείες τους. Η υπόθεση ήταν η εξής: Ο Γρηγόρης Μαυροφρύδης (Κώστας Βουτσάς» είναι ένας επαρχιώτης νεαρός από την Κατερίνη, ιδιοκτήτης ενός ψιλικατζίδικου. Θέλοντας να κάνει το «ψώνιο» του, συμμετέχει σε έναν ραδιοφωνικό διαγωνισμό κειμένου για μια διαφήμιση και κερδίζει το πρώτο βραβείο, το οποίο αφορά στην 15νθήμερη παραμονή στην Αθήνα με όλα τα έξοδα πληρωμένα. Αναμφισβήτητα ένα σπουδαίο δώρο για έναν νεαρό που δεν έχει έρθει ποτέ στην πρωτεύουσα. Το βραβείο αυτό όμως θα γίνει πηγή πολλών κινδύνων που θα αντιμετωπίσει ερχόμενος στην Αθήνα με το τρένο, αφού όταν φθάνει στον σταθμό, τα μέλη δύο συμμοριών λόγω παρεξήγησης, νομίζουν ότι είναι ο «Πολύδωρος», γνωστός λαθρέμπορος, ο οποίος επρόκειτο να μεταφέρει ένα κλεμμένο άγαλμα μεγάλης αξίας. Ο Γρηγόρης λοιπόν, χωρίς να το καταλάβει, παίρνει τυχαία το άγαλμα στα χέρια του και τότε αρχίζει ένα απίστευτο κυνηγητό του ιδίου από τον αρχηγό μιας συμμορίας, τον Λέανδρο (Κώστας Καζάκος), ο οποίος προσπαθεί να τον παγιδέψει και να του πάρει το άγαλμα. Το κυνηγητό οδηγεί απο παρεξήγηση σε παρεξήγηση, αλλά και σε πολλές κωμικές καταστάσεις, όπως όταν ο Γρηγόρης προσπαθεί διαρκώς να ξεφορτωθεί τη βαλίτσα με το άγαλμα, η οποία όμως πάντα ξαναγυρίζει στον ίδιο ή η σκηνή με τον πρωταγωνιστή να αναγκάζεται να διανυκτερεύσει σε ένα κοτέτσι ή εκείνη που ο ίδιος μπαίνει σε ένα ταχύπλοο σκάφος και το βάζει μπροστά για να ξεφύγει από τους διώκτες του, ωστόσο δεν έχει λύσει τα παλαμάρια, με αποτέλεσμα στο σκάφος να μένει δεμένο στον ντόκο, έστω κι αν ο ίδιος νομίζει ότι...ταξιδεύει!
Ωστόσο, στο τέλος με τη βοήθεια μας μυστικής αστυνομικού (Ελένη Προκοπίου), ο Γρηγόρης χωρίς να το καταλάβει - και πάλι – θα παγιδεύσει τον Λέανδρο και θα αποφύγει τα χειρότερα. Πολύ όμορφες οι σκηνές από την Κατερίνη εκείνης της εποχής, με τα γραφικά δρομάκια, τα σπιτάκια, τις πλατείες και την αγορά της μικρής αυτής πόλης. Μαζί με τους προαναφερθέντες, στην ταινία συμμετείχαν ακόμα οι Χρήστος Δοξαράς, Λίληαν Μηνιάτη, Γιώργος Μοσχίδης, Γιώργος Κάππης, Άλκης Στέας, Γιώργος Τσιτσόπουλος, Θεόδωρος Μεγαρίτης. Θεόδωρος Μεγαρίτης, Πάνος Νικολακόπουλος και πολλοί άλλοι. Η μουσική ήταν του Κώστα Κλάββα, ενώ στο τραγούδι εμφανίζονται οι αδελφές Μπρόγιερ, Έρρικα και Μαργαρίτα. Με την πρώτη ήταν παντρεμένος εκείνη την εποχή ο Κώστας Βουτσάς. Παρά την εν γένει μέτρια παραγωγή, η ταινία πήγε εξαιρετικά καλά, αφού προβλήθηκε τη σεζόν 1965-1966, έκοψε 327.683 εισιτήρια και βρέθηκε στην 11 θέση από πλευράς εισπράξεων ανάμεσα στις 101 ταινίες που προλήθηκαν την σεζόν εκείνη.
Ο Γιάννης Μαρής, η ελληνική ταινία των 2 εκατ. δρχ. και οι φακοί zoom του Φίνου

O Γιάννης Μαρής θεωρείται ο πατέρας του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα και όχι άδικα. Δημοσιογράφος ο ίδιος, έγραψε δεκάδες βιβλία και σενάρια για τον κινηματογράφο, συνεργάστηκε με πολλούς και σημαντικούς έλληνες παραγωγούς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Φιλοποίμην Φίνος. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Τσιριμώκος και πολλά μυθιστορήματά του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο, στο θέατρο, ακόμα και στην τηλεόραση (όπως π.χ. το σίριαλ «Η εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη»). Το ταλέντο του στην πλοκή ήταν μοναδικό και είναι κρίμα που δεν αναγνωρίστηκε όσο του άξιζε όταν ζούσε. Και δεν αναγνωρίστηκε όχι γιατί η ποιότητα της δουλειάς του δεν ήταν κορυφαία, αλλά γιατί το αστυνομικό μυθιστόρημα στο οποίο ειδικευόνταν ποτέ δεν θεωρήθηκε «λογοτεχνία» από τους κριτικούς και τον κόσμο του βιβλίου. Κακώς κατά τη γνώμη μας. Το 1962 λοιπόν, ο Μαρής δίνει στον Φίνο ένα απο τα πλέον ενδιαφέροντα μυθιστορήματά του, με τον τίτλο «Χωρίς ταυτότητα», με σκοπό να γυριστεί ταινία. Ήταν η εποχή που ο Φίνος μόλις είχε φέρει στην Ελλάδα τους φακούς zoom και ήθελε να τους αξιοποιήσει άμεσα. Έτσι, συμφωνεί με τον Μαρή και γυρίζουν την ομώνυμη ταινία, την οποία σκηνοθέτησε εξαιρετικά ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο οποίος ταινία την ταινία είχε εξελιχθεί σε μετρ του είδους, ίσως χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει και ο ίδιος (άλλωστε πάντα έλεγε ότι γύριζε περισσότερα μιούζικαλ, γιατί... δεν ήξερε να κάνει άλλου είδους ταινίες, κάτι που φυσικά δεν ευσταθούσε, όπως απέδειξε η ιστορία). Πρωταγωνιστές της ταινίας «Χωρίς ταυτότητα» ήταν τρία από τα μεγαλύτερα ονόματα ηθοποιών της εποχής, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, η Μαίρη Χρονοπούλου και η ανερχόμενη Ζωή Λάσκαρη, που μάγευε τους πάντες με την ομορφιά της, αλλά και με το υποκριτικό της ταλέντο. Κι αν για τον Αλεξανδράκη η συνεργασία του με τον Φίνο ήταν σταθερή και είχε δώσει πολλές επιτυχίες, δεν συνέβαινε το ίδιο με τις άλλες δύο ηθοποιούς. Η επιτυχία όμως της ταινίας αυτής, άνοιξε διάπλατα και στις δύο το δρόμο για μια πιο σταθερή συνεργασία με την Finos Film. H υπόθεση της ταινίας «Χωρίς ταυτότητα» ήταν η εξής: Ο Γιάννης (Αλέκος Αλεξανδράκης) υποδύεται τον χαμένο γιο της οικογένειας Μαυρολέοντος, χωρίς όμως να είναι. Η μητέρα (Βάσω Μεταξά) χαίρεται με την επιστροφή του γιου της, όπως και η κόρη της Λιάνα (Ζωή Λάσκαρη), την οποία ο Γιάννης ερωτεύεται. Η εξαδέρφη της Λιάνας, η Ζανέτ (Μαίρη Χρονοπούλου), θέλοντας να κάνει δική της την περιουσία της οικογένειας, προσπαθεί να σκοτώσει τη Λιάνα αλλά τελικά τραυματίζει τον Γιάννη. Στη συνέχεια, εκβιάζει τον Γιάννη και αυτός αποκαλύπτει την αλήθεια στην οικογένεια Μαυρολέοντος. Ωστόσο, θα παραμείνει μέλος της οικογένειας, αφού η μητέρα γνώριζε εξαρχής πως δεν είναι γιος της, και κυρίως επειδή η κόρη της τον επιλέγει για σύζυγο. Στα ισχυρά όπλα της ταινίας είναι και η συμμετοχή δύο σπουδαίων ηθοποιών του θεάτρου, της Βάσως Μεταξά και του Σπύρου Μουσούρη. Μαζί τους οι Κώστας Ρηγόπουλος, Κατερίνα Χέλμη, Άγγελος Μαυρόπουλος, Υβόνη Βλαδίμηρου, Τάκης Πανόπουλος, Μάρθα Σουρτζή, Γιώργος Γρηγορίου, Ζέτα Αποστόλου, Νίκος Λυκομήτρος και Λίλιαν Σταματόγλου. Η ταινία «Χωρίς ταυτότητα» προβλήθηκε στις αίθουσες Αθηνών - Πειραιώς - προαστίων το 1963 και έκοψε 85.840 εισιτήρια. Ήρθε στην 5η θέση ανάμεσα σε 82 ταινίες της σεζόν 1962-1963 Σύμφωνα δε με πληροφορίες, η συγκεκριμένη ταινία κόστισε στον Φίνο 2 εκατ. δραχμές, ποσό τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής. Η υπέροχη μουσική ήταν του Κώστα Καπνίση.
Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας

