Η μυρωδιά της μπλε κάλτσας

Η Εθνική Ελλάδας είναι η μοναδική που δεν έχει σκοντάψει ούτε μία φορά στα «παράθυρα»

Η μυρωδιά της μπλε κάλτσας

Η μυρωδιά της μπλε κάλτσας

Ο Νίκος Παπαδογιάννης προτίμησε Τούζλα αντί Μαδρίτης και ξεπροβοδίζει με υπόκλιση τους παίκτες που κρατούν όρθια και καμαρωτή την Εθνική ομάδα.

Επιχειρώ απολογισμό των τελευταίων 15 μηνών, ελπίζοντας να μη λαθεύω, και βλέπω ότι η ελληνική ομάδα κατέχει ένα μοναδικό ρεκόρ. Είναι η μοναδική ευρωπαϊκή υπερδύναμη που δεν έχει ηττηθεί ούτε μία φορά από μικρομεσαίο αντίπαλο σε ματς «παραθύρων».

Οι Ισπανοί, οι Σέρβοι, οι Γάλλοι, οι Λιθουανοί, όλοι ανεξαιρέτως σκόνταψαν μία ή περισσότερες φορές στις κακοτοπιές της «γηραιάς ηπείρου». Οι Σλοβένοι και οι Κροάτες είδαν το Μουντομπάσκετ από τον καναπέ.

Δεν είναι βέβαια παράλογο αυτό. Σε αυτή την αλλόκοτη σειρά αγώνων, τα μεγαθήρια παίζουν χοντρικά με την τρίτη τους ομάδα, οι μεσαίοι με τη δεύτερη και οι μικροί με την πρώτη.

Οπότε, η απόσταση μικραίνει. Ιδίως σε ορίζοντα μίας νύχτας. Το φιάσκο είναι ο καλύτερος φίλων των φτωχών και των ταπεινών.

Η δική μας ομάδα, είτε με τα πρώτα είτε με τα δεύτερα είτε με τα τρίτα είτε με τα τέταρτα, μετράει μόνο νίκες σε αυτή την γεμάτη σκοπέλους πορεία, με μοναδική εξαίρεση μία φυσιολογική ήττα από τους Σέρβους στο Βελιγράδι.

Ομολογώ ότι δεν το περίμενα αυτό το 11-1 και οφείλω να υποκλιθώ σε όλους ανεξαιρέτως τους συντελεστές του.

Τα περυσινά ματς τα έπαιρναν επ’ ώμου οι παλιοσειρές, αλλά απόψε στην Τούζλα δεν υπήρχε ούτε Μπουρούσης ούτε Βασιλόπουλος ούτε Αθηναίου ούτε βέβαια οι κορυφαίοι της νέας γενιάς που αγωνίστηκαν στα πρώτα «παράθυρα» (Κόνιαρης, Μήτογλου).

Προσθέτω τις λοιπές απουσίες (Γκίκας, Χρυσικόπουλος, ο Κατσίβελης που τραυματίστηκε) και …απορώ. Τι άλλο οφείλουμε σε αυτά τα παιδιά εκτός από ευγνωμοσύνη και εκτίμηση;

Ο κατάφωρα αδικημένος από την κριτική Θανάσης Σκουρτόπουλος ευχαρίστησε τους παίκτες για τη διάθεση, το πάθος, το καλό κλίμα και τη διάθεση συνεργασίας.

Ο ίδιος είναι ο πρώτος που δικαιούται το χειροκρότημα, για τη σωστή και μεθοδική δουλειά του την τελευταία διετία. Όχι μόνο στο παρκέ, αλλά και στο διπλωματικό πεδίο.

Υπενθυμίζω, ότι ο Σκουρτόπουλος ήταν μέλος του Ομοσπονδιακού τιμ από το 2014 κιόλας, ως βοηθός του Φώτη Κατσικάρη. Στο προηγούμενο Προολυμπιακό τουρνουά, ήταν ήδη βετεράνος διετίας στην Εθνική.

Από όποια οπτική γωνία και αν το δει κανείς, θα είναι εξωφρενικό να αποκλειστεί από το μονοπάτι προς το Τόκιο ο άνθρωπος που γνωρίζει τη μυρωδιά της μπλε κάλτσας καλύτερα από κάθε άλλον.

Προσωπικά, απολαμβάνω να παρακολουθώ την Εθνική ομάδα των «παραθύρων», γι’ αυτό και προσφέρθηκα να καλύψω το δικό της παιχνίδι απόψε αντί για το Ρεάλ-Παναθηναϊκός.

Όσο ταλέντο της λείπει, το αναπληρώνει με τα στοιχεία που η ελληνική σχολή τείνει ανεξήγητα να απεμπολήσει.

Το αποψινό, πολύ δύσκολο παιχνίδι στην καυτή έδρα της Τούζλα το κέρδισε επειδή έπαιξε με μυαλό, ομοιογένεια, σχέδιο, σοβαρότητα και πάθος.

Αυτά τα προτερήματα ισοσκέλισαν τις σχεδόν πατροπαράδοτες παθογένειες του ελληνικού μπάσκετ (φτωχές επιδόσεις στο σουτ, στις βολές, στο μπλοκ-άουτ και σε άλλα «fundamentals») και άφησαν στο παρκέ της αρένας «Μέινταν» σφραγίδα ανωτερότητας.

Οι συνεργασίες των δύο ψηλών (Μαργαρίτης-Αγραβάνης) ήταν απολαυστικές, όπως και η ήρεμη διαχείριση του παιχνιδιού από τους χειριστές της μπάλας και η προθυμία όλων των παικτών όταν οι περιστάσεις απαιτούσαν πρωτοβουλία και σιγουριά.

Δεν είναι εύκολο να κρατηθεί μία «πρωτάρα» ομάδα σε μονοψήφιο αριθμό λαθών μέσα σε καμίνι. Ούτε να κρατήσει έναν γηπεδούχο στους 65 πόντους και στο 42 τοις εκατό.

Η ομάδα της Βοσνίας που παρατάχθηκε απέναντι στη δική μας δεν είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που θα εμφανιζόταν σε ένα Ευρωμπάσκετ αν αυτό ξεκινούσε το ερχόμενο Σάββατο.

Το πολύ πολύ να ξεφούρνιζαν και αυτοί κανέναν Αμερικανό, όπως έκαναν αυτές τις μέρες οι Βούλγαροι, οι Γεωργιανοί και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις. 

Αλήθεια, τα μάθατε; Οι Τούρκοι, που πασχίζουν να φτιάξουν «Εθνική» ομάδα με γρόσια και με σικέ διαβατήρια, κατάφεραν να γκρεμοτσακιστούν από το πρώτο παράθυρο, αφού έχασαν από Ολλανδούς και Σουηδούς.

Ίσως να τους στοίχισε ακριβά η απουσία του εφέντη Λάρκιν.