“Borg vs McEnroe”, μια ταινία που σε βοηθά να συνειδητοποιήσεις το μέγεθος της επιτυχίας του Τσιτσιπά

Βασίλης Σαμπράκος Βασίλης Σαμπράκος
“Borg vs McEnroe”, μια ταινία που σε βοηθά να συνειδητοποιήσεις το μέγεθος της επιτυχίας του Τσιτσιπά

bet365

Βλέποντας το “Borg vs McEnroe” ο Βασίλης Σαμπράκος θυμάται μια συζήτησή του με τον βιογράφο του Ράφα Ναδάλ και γράφει για την ευκαιρία που δίνει μια ταινία στον φίλαθλο να εξοικειωθεί με την ιδιαίτερη φύση του μοναχικού αθλήματος.

Τις κυνηγάω τις αθλητικές ταινίες και ειδικά αυτές που βασίζονται σε αληθινά πρόσωπα και αληθινές ιστορίες. Και δεν το κάνω μόνο για λόγους στενά “επαγγελματικούς”, δηλαδή μόνο επειδή βλέπω την ευκαιρία να εισχωρήσω στον εσωτερικό κόσμο του αθλητισμού· μια καλή αθλητική ταινία που βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία έχει συνήθως να σου προσφέρει μια δόση νοοτροπίας και κουλτούρας ή ένα καλό ερέθισμα προκειμένου να λειτουργήσει το μυαλό και να σε κάνει καλύτερο. Είναι αρκετές, αν όχι αμέτρητες οι περιπτώσεις που το τέλος μιας ταινίας με βρήκε να νιώθω ωφελημένος. Μια τέτοια περίπτωση είναι και το “Borg vs McEnroe”, η τελευταία αθλητική ταινία που είδα, στην CosmoteTV - μια ταινία που κυκλοφόρησε το 2017 και διηγείται ένα μέρος του πρώτου κεφαλαίου της σχέσης του Μπιόρν Μποργκ με τον Τζον Μακ Ενρο.

Όπως κάνω κάθε φορά που αναφέρομαι σε μια ταινία, θα υπογραμμίσω ότι δεν την αξιολογώ με κινηματογραφικά κριτήρια διότι δεν κατέχω την γνώση· την κρίνω ως θεατής, και στην περίπτωση αυτής της ταινίας πρόκειται για την κρίση κάποιου που κυκλοφορεί στον εσωτερικό κόσμο του αθλητισμού στη διάρκεια των τελευταίων 2,5 δεκαετιών. Έχει διαφορετικές διαστάσεις το ενδιαφέρον αυτής της ταινίας. Μια από αυτές είναι η σχετική με τον τρόπο που αντιμετώπιζε ο Μποργκ, το νούμερο 1 της εποχής στο τένις τον Μακ Ενρο, έναν παίκτη με τη δυναμική να τον αμφισβητήσει και αντίστροφα, δηλαδή πώς δούλεψε ψυχικά και πνευματικά ο Μακ Ενρο για να διαχειριστεί την πραγματικότητα της πρώτης εποχής του στο τένις: μια πραγματικότητα με έναν πλανήτη που λάτρευε και αναγνώριζε ως κορυφαίο τον αντίπαλό του και όχι τον ίδιο. H δεύτερη ενδιαφέρουσα διάσταση του ενδιαφέροντος που έχει αυτή η ταινία είναι η ευκαιρία που σου προσφέρει για να παρατηρήσεις τις συνθήκες της αθλητικής ζωής ενός κορυφαίου αθλητή σε ένα μοναχικό άθλημα. Σε στιγμές της αυτή η ταινία έχει την αξία ντοκιμαντέρ, αφενός επειδή διηγείται μια πραγματική ιστορία βασισμένη στις περιγραφές και αφετέρου λόγω της ματιάς ενός σκηνοθέτη με υπόβαθρο το ντοκιμαντέρ.

Αυτές οι διαστάσεις της ταινίας μου έφεραν στο μυαλό μια συζήτηση που είχα κάνει προ ετών με έναν πολύ σημαντικό δημοσιογράφο, συγγραφέα, σεναριογράφο, τον John Carlin, ο οποίος ανάμεσα στα άλλα (συγγραφέας του “Playing the enemy” βιβλίου, στο οποίο βασίστηκε η ταινία “Invictus”) ήταν ο συγγραφέας του “Rafa: My story” βιβλίου που έγραψε με τον Ράφα Ναδάλ. Ο Carlin μου είχε μιλήσει για τα βήματα που είχε κάνει ο Ναδάλ προκειμένου να φιλοσοφήσει και να αποδεχθεί το γεγονός ότι στα μάτια της πλειονότητας του πλανήτη ήταν ο Ρότζερ Φέντερερ το νούμερο 1 και όχι ο ίδιος. Μου είχε τότε αποκαλύψει ότι εκ των υστέρων ο Ναδάλ είχε κάνει μια συζήτηση με τον Κριστιάνο Ρονάλντο προκειμένου να τον βοηθήσει να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα για την ψυχική του υγεία το γεγονός ότι στη συνείδηση της πλειοψηφίας των ποδοσφαιρόφιλων ήταν ο Λιονέλ Μέσι το νούμερο 1 και όχι εκείνος.

Ο Carlin μου είχε μιλήσει πολύ σχετικά με την εμπειρία του από την παράλληλη ζωή που έκανε με τον Ναδάλ το 2008 στις ημέρες του Open της Αυστραλίας. Ο Αγγλος δημοσιογράφος έμενε στο διπλανό δωμάτιο του ξενοδοχείου, προκειμένου να είναι κολλημένος στην πλάτη του Ισπανού τενίστα και να παρακολουθεί όσο το δυνατόν πιο στενά την καθημερινή ζωή του. Στα μάτια του Carlin αυτό που έκανε ο Ναδάλ ήταν κάτι απείρως δυσκολότερο συγκριτικά με αυτό που κάνει ένας κορυφαίος αθλητής ενός ομαδικού αθλήματος. Και δεν θεωρητικολογούσε, διότι είχε να συγκρίνει αυτή την εμπειρία με την αντίστοιχη που είχε όταν για 10 μήνες έζησε κολλημένος πάνω στον Ντέιβιντ Μπέκαμ στην Μαδρίτη προκειμένου να καταγράψει και να αποτυπώσει σε ένα βιβλίο το 2004 την ιστορία των galacticos της Ρεάλ (“White Angels: Beckham, Real Madrid and the new football”).

“Δεν μπορεί να συγκριθεί καν η ζωή και η δυσκολίες ζωής ενός top αθλητή ενός ατομικού αθλήματος με την ζωή και τις δυσκολίες ζωής ενός top αθλητή ομαδικού αθλήματος. Η πίεση που ασκείται σε έναν αθλητή αυτού του επιπέδου είναι αδιανόητα μεγαλύτερη από αυτή που ασκείται σε έναν ποδοσφαιριστή. Διότι ο ποδοσφαιριστής έχει την ομάδα, για να μοιράζεται την πίεση μαζί της, ακόμη κι αν είναι εκείνος ο σούπερ σταρ. Βλέπεις τον Μέσι, βλέπεις όμως δίπλα του τον Τσάβι, τον Ινιέστα, τον Πουγιόλ κι ένα σωρό άλλους συμπαίκτες που μοιράζονται την πίεση της Μπαρτσελόνα. Βλέπεις τον Ναδάλ και είναι μόνον αυτός, διότι θα βγει στο κορτ μόνος του”, μου έλεγε το 2013 ο Carlin. Και μου έβαλε σε μια - δυο προτάσεις το απόσταγμα της εμπειρίας παρατήρησης της ζωής του Ναδάλ στις ημέρες του Open: “Εκανε μια ζωή φυλακισμένου. Ηταν διαρκώς φυλακισμένος στο δωμάτιό του, δεν μπορούσε να βγει από την πόρτα, διότι ακόμη και εκεί, στον διάδρομο, τον περίμεναν χορηγοί, επίδοξοι χορηγοί, επιχειρηματίες, ατζέντηδες, δημοσιογράφοι, μέχρι και αρχηγοί κρατών. Και δεν είχε την επιλογή του διπλανού δωματίου, στο οποίο θα υπήρχε ένας συμπαίκτης για να παίξουν τάβλι, playstation, χαρτιά, που θα πουν δυο κουταμάρες και θα γελάσουν, που θα χαλαρώσουν μαζί ή θα μοιραστούν μαζί την πίεση για να την εκτονώσουν”.

Όλη αυτή η εμπειρία του Carlin λειτουργεί ως πιστοποίηση της αυθεντικότητας και του ρεαλισμού που έχει η “Borg vs McEnroe”. Η παρακολούθηση της ταινίας μου δημιουργούσε την αίσθηση ότι έβλεπα την οπτικοποίηση των λόγων και των περιγραφών του βιογράφου του Ναδάλ. Δεν πρόκειται για την καλύτερη ταινία που θα δεις ποτέ, αλλά είναι μια ταινία που υπηρετεί πολύ καλά αυτόν τον σκοπό: σε εξοικειώνει με τις πραγματικές συνθήκες της ζωής ενός κορυφαίου αθλητή μοναχικού αθλήματος. Και τελικά σε φέρνει στη θέση να αντιληφθείς, να συναισθανθείς και έτσι να εκτιμήσεις όσο του πρέπει τον υψηλότερο συντελεστή δυσκολίας στην προσπάθεια ενός μοναχικού αθλητή και να διαφοροποιήσεις σε κάποιο βαθμό τα μέτρα με τα οποία συγκρίνεις τους αθλητές κάθε φορά που προσπαθείς να τους αξιολογήσεις για να αναδείξεις τον κορυφαίο.

Αυτή η σκέψη με φέρνει στην τρίτη διάσταση του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει για εμάς, τους Ελληνες, αυτή η ταινία. Ένα από τα αρκετά κοινά σημεία της ιστορίας του Μποργκ με τον Στέφανο Τσιτσιπά είναι και το σχετικό με τις νοητικές υπερβάσεις που έκαναν και οι δύο προκειμένου να γίνουν οι κορυφαίοι του αθλήματος στην χώρα τους. Περίπου 45 χρόνια πίσω ο Μποργκ πετύχαινε κάτι που δεν είχε πετύχει προηγουμένως κανείς στη Σουηδία. Δεν υπήρχε προηγούμενο στην Σουηδία για να το μελετήσει και να βαδίσει στα χνάρια του ή έστω να διδαχθεί από αυτό. Ο καθοδηγητής του ήταν κάποιος που είχε προσπαθήσει να φτάσει σε έναν τελικό· όχι κάποιος που είχε κατακτήσει τρόπαια ή είχε φτάσει ψηλά στο παγκόσμιο ranking. Τον περασμένο Αύγουστο, στα 21 του χρόνια, ο Τσιτσιπάς έφτασε στο νούμερο 5 του ranking. Για να το κάνει χρειάστηκε, πέρα από όλα τα άλλα, να πιστέψει ότι “γίνεται” κάτι που δεν είχε ποτέ “ξαναγίνει” από Έλληνα τενίστα.

Είναι βέβαιο ότι αν δεν παρακολουθείς καιρό το τένις αυτή η ταινία θα σου δώσει μια ευκαιρία να εξοικειωθείς με την ιδιαίτερη φύση των δυσκολιών και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ένας τενίστας στον δρόμο του για την ανέλιξη ή για την παραμονή στην κορυφή και κατά συνέπεια θα μεγαλώσει μέσα σου την εκτίμηση για την πορεία του Τσιτσιπά. Θα λειτουργήσει το ίδιο και σε σχέση με την επίγνωση των δυσκολιών και των υπερβάσεων που απαιτεί από τον άνθρωπο η ιδιαίτερη φύση του μοναχικού αθλήματος. Κυρίως όμως θα σου δείξει δρόμους για να διαχειριστείς ψυχικά και πνευματικά τις προκλήσεις στον δικό σου μοναχικό δρόμο· τον επαγγελματικό ή τον κοινωνικό. Είναι μια ταινία που σου προσφέρει τροφή, την οποία αποφασίζεις αν θα καταναλώσεις ως junk ή ως gourmet food.

Μάθε πού θα δεις ζωντανά όλους τους αγώνες σήμερα μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta.

Βασίλης Σαμπράκος
Βασίλης Σαμπράκος