Γεώργιος Τερτσέτης, η απόδειξη πως ένας απλός άνθρωπος μπορεί να... αλλάξει την ιστορία
Πόσες φορές έχουμε όλοι μας αισθανθεί «ανήμποροι» να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων που εξελίσσονται και διαδραματίζονται μπροστά μας σα ταινία;
Σε όλα τα επίπεδα, φαινομενικά μικρά ή και (πολύ) μεγάλα, είναι τότε που νιώθουμε έτοιμοι για αυτό το βήμα παραπάνω, το «κάτι» που λέμε, ώστε να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος αλλά στο... παρά ένα διστάζουμε και νιώθουμε «μικροί» μπροστά στα όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Σα σήμερα πριν από 148 χρόνια, στις 15 Απριλίου του 1874, έφυγε από τη ζωή ένας άνθρωπος που το όνομά του δε συμπεριλαμβάνεται στο πάνθεον των ηρώων μας που μνημονεύονται ανά τους αιώνες που ενδεχομένως μάλιστα να έκανε ανάλογες σκέψεις, ωστόσο την κρίσιμη στιγμή έπραξε όπως πρόσταζε η συνείδησή του και σε μεγάλο βαθμό διέσωσε την τιμή όλου του ελληνικού έθνους.
Ο λόγος για τον Γεώργιο Τερτσέτη, τον δικαστή που τοποθέτησε την αλήθεια πάνω από το κάθε τι άλλο, ύψωσε το ανάστημά του απέναντι στη μοναρχία και απέτρεψε την εκτέλεση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μάλιστα του οφείλουμε και την απόδοση της ιστορίας μας αφού μεταγενέστερα ήταν εκείνος που έπεισε τον «Γέρο» να του υπαγορέψει τα απομνημονεύματά του, όπως και τον Νικηταρά, τα οποία άφησε αυτούσια στις επόμενες γενιές και χάρις σε εκείνον αποτυπώθηκε και διασώθηκε ως έχει η εποποιία του 1821. Χωρίς κορώνες και υπερβολές, αλλά με τα σωστά και τα λάθη μας, τις στιγμές αυταπάρνησης αλλά και εκείνες που η διχόνοια μας οδήγησε ένα βήμα πριν τον αφανισμό.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Ο άνθρωπος που ελευθέρωσε την Ελλάδα!
Γεννημένος στα 1800 στη Ζάκυνθο από Καθολικό πατέρα και Ορθόδοξη μητέρα, από πολύ μικρός βρέθηκε ανάμεσα στα δύο Δόγματα. Λέγεται πως παιδί βαφτίστηκε τρεις φορές (ο ένας γονιός το έκανε από αντίδραση στον άλλον!), μέχρι που μεγαλύτερος πια επέλεξε ο ίδιος το δεύτερο για «πιστεύω» του. Η οικογένειά του ήταν μεν εύπορη αλλά δεν διέθετε τίτλους και δεν λογίζονταν ως εκ των αριστοκρατικών του νησιού, χωρίς όμως αυτό να σταθεί εμπόδιο στη μόρφωσή του. Εφηβος μετέβη στο Μιλάνο και τη Πάντοβα ώστε να σπουδάσει νομικά και περίπου στα 1820 επέστρεψε από την Ιταλία, όπου αμέσως παρασύρθηκε από το προεπαναστατικό ρεύμα που είχε εξαπλωθεί παντού.
Μόλις οι Ελληνες πήραν τα όπλα βρέθηκε στην Πελοπόννησο με σκοπό να αγωνιστεί για την ελευθερία, ωστόσο δεν άντεξε τις κακουχίες και γύρισε στη Ζάκυνθο όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Διονύσιο Σολωμό και κατά πάσα πιθανότητα ανήκε στο στενό κύκλο όσων άκουσαν για πρώτη φορά τον Εθνικό μας Υμνο. Παράλληλα βοηθούσε πολλούς Ελληνες που κατέφυγαν στο νησί για προστασία, αλλά και ανέλαβε τη μόρφωση των παιδιών που οι πατεράδες τους πολεμούσαν ή είχαν φύγει από τη ζωή, όπως για παράδειγμα του Μάρκου Μπότσαρη που απεβίωσε τον Αύγουστο του 1823.
Παρότι μετά τα 1828 μετέβη εκ νέου στην ηπειρωτική χώρα, αυτή τη φορά στη Στερεά, η πολεμική του παρουσία δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και εκτενής, ωστόσο η πένα του (ασχολούνταν ήδη με την ποίηση) και το πνευματικό του επίπεδο συνέδραμαν από άλλα μετερίζια για την απελευθέρωση της πατρίδας. Μάλιστα ήταν από τους πρώτους καθηγητές στο Δημόσιο Εκπαιδευτήριο που ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας στην Αίγινα και το οποίο αποσκοπούσε στην επιμόρφωση των δασκάλων και των κρατικών λειτουργών που θα στελέχωναν αντίστοιχες θέσεις στο νεοσύστατο κράτος, ενώ λίγα χρόνια μετά ανέλαβε ανάλογη θέση στο Πολεμικό Σχολείο του Ναυπλίου, τον πρόδρομο της Σχολής Ευελπίδων.
Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη στήριξε τον Οθωνα και συνδέθηκε προσωπικά με τα μέλη της Αντιβασιλείας, σε τέτοιο επίπεδο που έγινε δάσκαλος των παιδιών του προέδρου της Κόμη Ιωσήφ Λουδοβίκου Αρμανσπεργκ.
Υπό αυτές τις συνθήκες δεν προκάλεσε έκπληξη ο διορισμός του στο πενταμελές δικαστήριο – ως νομικός γαρ – που στις 30 Απριλίου του 1834 συνεδρίασε για πρώτη φορά με βασικούς κατηγορούμενους τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Δημήτρη Πλαπούτα, τους οποίους η μοναρχία έσυρε εκεί σιδηροδέσμιους με πολλαπλές κατηγορίες εναντίον τους. Κυριότερες ήταν πως παρακινούσαν τον κόσμο σε εμφύλιο πόλεμο με σκοπό την κατάργηση του πολιτεύματος και ότι απευθύνθηκαν στη Ρωσία ώστε να επέμβει στα εσωτερικά της χώρας (αντίστοιχες κατηγορίες απαγγέλθηκαν στον Κίτσο Τζαβέλλα και άλλους αγωνιστές).

Επιλέχθηκε μάλιστα στη σύνθεση του δικαστηρίου παρότι ήταν γνωστό πως είχε σχέσεις με τον Κολοκοτρώνη και ήταν συμμαθητής με τους γιους του στη Ζάκυνθο, τα χρόνια πριν την έναρξη της Επανάστασης.
Η δίκη που διάρκεσε λιγότερο από ένα μήνα ήταν μία παρωδία, παρόλα αυτά ο εισαγγελέας Εδουάρδος Μάσον που εκπροσώπησε την Αντιβασιλεία απαίτησε τη θανατική καταδίκη των δύο στρατηγών. Ο Σκωτσέζος νομικός που βρίσκονταν από τα 1824 στη χώρα μας προσκολλήθηκε στους τρεις Αντιβασιλείς από τη πρώτη στιγμή της έλευσης του Οθωνα, αναρριχήθηκε στο βαθμό του γενικού εισαγγελέα και επί της ουσίας κινούσε τα νήματα στη δικαιοσύνη.
Μέχρι τα 1840 είχε σημαίνοντα λόγο στα εγχώρια δρώμενα, αλλά επειδή σταδιακά διογκώνονταν η λαϊκή κατακραυγή εναντίον του και εκτός όλων των άλλων δέχθηκε μέχρι και δολοφονική επίθεση, αναχώρησε μετά από λίγο για την Ιρλανδία όπου και ασχολήθηκε με την έκδοση βιβλίων και εντύπων που αφορούσαν την Ελλάδα. Στα μέρη μας επέστρεψε σε προχωρημένη ηλικία και εξέδωσε ένα περιοδικό χωρίς όμως επιτυχία και στα 1873 έφυγε από τη ζωή σχεδόν ξεχασμένος από όλους.
Η ακροαματική διαδικασία στη δίκη των Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα χαρακτηρίστηκε από τις καταθέσεις δεκάδων ψευδομαρτύρων, παρόλα αυτά τα τρία από τα πέντε μέλη του δικαστηρίου ψήφισαν υπέρ της θανατικής τους καταδίκης.
Ο Τερτσέτης όμως και ο πρόεδρος της έδρας Αναστάσιος Πολυζωϊδης όχι μόνο δεν συμφώνησαν αλλά και αρνήθηκαν να υπογράψουν την απόφαση, κάτι που οδήγησε στην άμεση και δυναμική αντίδραση των αρχών. Αμφότεροι είχαν ουσιαστικά τοποθετηθεί εκεί ως φίλα προσκείμενοι του θρόνου και οι Αντιβασιλείς πίστευαν πως θα υπακούσουν τυφλά στις εντολές τους – ο δεύτερος μάλιστα διατείνονταν ως δημοσιογράφος κατά του Καποδίστρια τον οποίο στήριζε ο Κολοκοτρώνης και υπήρχε προσωπική έριδα μεταξύ τους – ωστόσο δεν συναίνεσαν στη δολοφονία, όπως θα ήταν ουσιαστικά, που σχεδιάζονταν.
Παρότι δέχθηκαν απειλές ακόμη και για τη ζωή τους αρνήθηκαν να υπακούσουν και ο Τερτσέτης φέρεται να είπε, όπως διασώθηκε, στον Υπουργό Δικαιοσύνης Κωσταντίνο Σχινά που του ζητούσε να «συμμορφωθεί». «Ποτέ, όποιαι και αν είναι αι συνέπειαι, δεν θα γίνω συνεργός δικαστικού εγκλήματος».
Μεταγενέστερα περιέγραψε τα όσα διαδραματίστηκαν όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με ένοπλους άνδρες που διέταξε ο Σχινάς ώστε να τον μεταφέρουν με τη βία στα έδρανα και να ανακοινωθεί η απόφαση. «Διαμιάς χωροφύλακες αρπάζουν τον Πολυζωίδη, να τον φέρουν δια της βίας εις το κάθισμα της προεδρίας. Ο Πολυζωίδης αντιστέκεται, τον σέρνουν. Επιάνετο από τα τραπέζια, από τες θύρες μαχόμενος. Τέλος τον κάθισαν εις την έδραν του. Με εμέ άλλαξαν σχεδόν πολεμικής. Τέσσαρες χωροφύλακες μ’ επήραν σηκωτόν εις τον αέρα. Μόνον την δουλειάν τους, πως να με στήσουν εις το στασίδι του δικαστού. Και το κατόρθωσαν και τέσσερες λόγχες χωροφυλάκων σπινθοβολούσαν όρθιες επί της κεφαλής μας».
Η καταδικαστική απόφαση αναγνώσθηκε τελικά στις 25 Μαΐου του ίδιου έτους περίπου στις επτά το απόγευμα και υπό την απειλή των όπλων, όμως στο έγγραφο που διασώθηκε υπάρχουν μόνο τρεις υπογραφές, των δικαστών Δημήτριου Σούτσο (γαμπρός του Σχοινά), Δημήτριου Βούλγαρη (στο μέλλον διατέλεσε πρωθυπουργός) και Φωκά Φραγκούλη. «Εκλαυσα ενώπιον των τριών, θέλοντας να βοηθήσω τα δικαιώματα δυο υπηκόων της Βασιλείας. Μου έκαιε την καρδιά η μοίρα πολλών άλλων Ελλήνων, τους οποίους ανακροάστους σχεδόν συναποφασίζαμεν με την καταδίκην των δυο Πελοποννησίων στρατηγών. Ναι! Σχεδόν εγονάτισα, φιλώντας τα χέρια των τριών!Η εντολή ου φονεύσεις με εφόβιζεν απαρηγόρητα, επειδή φόνος ασυγχώρητος, είναι ο άδικος αποκεφαλισμός ανθρώπου. Τους φώναξα πως με τέτοια αποδεικτικά, ούτε δυο γάτοι δεν καταδικάζονται εις θάνατον! Αυτοί παρέμειναν αμετακίνητοι στις εντολές που είχαν λάβει», θα πει ο ίδιος για τις προσπάθειες που κατέβαλε ώστε να τους μεταπείσει.
Πάντως η αναστάτωση που είχε ήδη προκληθεί «φρέναρε» τη μοναρχία ώστε να οδηγήσει τους Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα στη γκιλοτίνα εντός 24 ωρών όπως προβλέπονταν και τελικά λίγο αργότερα ο Οθωνας μετέτρεψε τη θανατική τους ποινή σε πολυετή φυλάκιση. Περίπου ένα χρόνο μετά και για να κερδίσει το λαϊκό έρεισμα τους απελευθέρωσε, με αφορμή την ενηλικίωσή του.

Ωστόσο η μοίρα του Τερτσέτη, αλλά και του Πολυζωίδη, πρόβαλε προδιαγεγραμμένη. Αμέσως παύτηκαν από το δικαστικό σώμα και τέθηκαν σε κατ' οίκον περιορισμό, στη συνέχεια φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, ενώ στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1834 οδηγήθηκαν σε δίκη με πολλές κατηγορίες, όπως εκείνη της άρνησης υπηρεσίας, της παραβίασης περί εχεμύθειας του δικαστηρίου αλλά και του πιθανού χρηματισμού τους από την πλευρά του Κολοκοτρώνη.
Εισαγγελέας ήταν και πάλι ο Μάσον όμως τελικά αθωώθηκαν, υπό την πίεση και του απλού κόσμου που γέμιζε καθημερινά την αίθουσα και ήταν με το μέρος τους. Υπό αυτές τις συνθήκες η Αντιβασιλεία «φοβήθηκε» να τους καταδικάσει, πόσο δε από τη στιγμή που ήδη είχαν υπομείνει πολύμηνο διωγμό, ήταν πλέον χωρίς δουλειά και δεν αποτελούσαν απειλή.
Ο Τερτσέτης στην απολογία του τόνισε πως με τη στάση του υπηρέτησε τη δικαιοσύνη και απευθυνόμενος στον Μάσον του είπε χαρακτηριστικά: «Πώς θα ημερώσεις την κατάρα που θα ξεφωνίσουν οι δύο στρατιώτες της Επαναστάσεως, γονατίζοντας να βάλουν το κεφάλι τους εις τον χαλκά της Γιλοτίνας; 49 χρόνους ο γεροντότερος των δύο με τουφέκι ακοίμητο επολεμούσε τους εχθρούς, και βασαν τον πολιτισμόν και τους νόμους εις την Ελλάδα, και ο νόμος που φανερά φανερά τους βοηθούσε, δεν προσαρμόσθηκε εις βοήθειαν τους; Ποιος είσαι εσύ που με το πρόσχημα της παιδείας έλαβες από την Βασιλεία επάγγελμα τόσον επικίνδυνο διά την τιμή και ζωή των υπηκόων; Ποιός είσαι εσύ, που παίζεις με ημάς εις την γην της γεννήσεως μας;».
Μετά τη δίκη του μετέβη στο εξωτερικό και για αρκετά χρόνια ζούσε μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, μέχρι που επέστρεψε εκ νέου στην Ελλάδα όταν οι συνθήκες ήταν πλέον διαφορετικές. Επαγγελματικά διορίσθηκε στη Βουλή, ενώ συνδέθηκε στενά με τον Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά, των οποίων έγραψε τα απομνημονεύματά. Μεταφέροντας απλά τα λόγια του πρώτου διασώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των όσων συνέβησαν στην Επανάσταση του 1821 καθώς αποτυπώθηκε ο ηρωισμός και η αυτοθυσία των αγωνιστών, οι διαβουλεύσεις της εποχής, αλλά και τα λάθη που έγιναν και μεταξύ άλλων οδήγησαν στους δύο εμφύλιους.
Παράλληλα δεν δίστασε να αναφερθεί και στη σφαγή της Τριπολιτσάς που μέχρι τότε αποτελούσε θέμα ταμπού για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος και τα κείμενά του «έγραψαν», σε μεγάλο βαθμό, την ιστορία μας.
Στη συνέχεια εξέδωσε και ορισμένα άλλα βιβλία για τον μεγάλο στρατηγό όπου στάθηκε σε άγνωστες πτυχές της τεράστιας προσωπικότητάς του και μάλιστα έδωσε την προσωπική του εξήγηση για το πώς προήλθε το προσωνύμιο «Γέρος». Σύμφωνα λοιπόν με εκείνον δεν αποτελούσε ηλικιακό προσδιορισμό αλλά έγκεινται στη σοφία και τον οξυδέρκεια που τον διέκρινε και τον βοηθούσε να βρίσκει λύσεις εκεί όπου όλοι αδυνατούσαν να το πράξουν.
Νικηταράς, ταπεινωμένος αλλά όρθιος…
Οσο για τον Νικηταρά που πέθανε πάμπτωχος, ικέτης έξω από μία εκκλησία είχε να λέει για την αγέρωχη απάντηση που του έδωσε όταν του υπαγόρευσε επίσης τα απομνημονεύματά του και τον ρώτησε γιατί δεν έπαιρνε λάφυρα από τις μάχες. «Η μοίρα το θέλησε να γίνω καπετάνιος και όχι πραματευτής».
Ο Τερτσέτης έφυγε από τη ζωή στις 15 Απριλίου του 1874, με την ιδιότητα του βουλευτή της Ζακύνθου όπου και εκλέχθηκε για πρώτη φορά στα 1864 και επί μία δεκαετία εκπροσώπησε τη γενέτειρά του.
Εξω από τα δικαστήρια του Ναυπλίου, της Θεσσαλονίκης, της Τρίπολης και άλλων πόλεων υπάρχει η προτομή του, ίσως για να θυμίζει πως οι άνθρωποι με μόνο μία τους πράξη μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και το ρου της ιστορίας. Πόσο δε και να διασώσουν την τιμή ενός ολόκληρου έθνους, αρκεί μόνο να κάνουν το καθήκον τους. Τόσο απλά.
Αλήθεια, φανταστείτε το ελληνικό κράτος να είχε εκτελέσει τον άνθρωπο που το οδήγησε στην ελευθερία...
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.
