Ο Δημήτρης Βεργίνης στη συνέντευξη της ζωής του στο Gazzetta: «Και ξέρεις τι θα μου λείψει; Η αγκωνιά του “Ράμπο”, η ερώτηση στον Ομπράντοβιτς, οι ιστορίες!»

Ο Δημήτρης Βεργίνης στη συνέντευξη της ζωής του στο Gazzetta: «Και ξέρεις τι θα μου λείψει; Η αγκωνιά του “Ράμπο”, η ερώτηση στον Ομπράντοβιτς, οι ιστορίες!»

Όταν αποφασίζεις να βάλεις τέλος σε ένα κεφάλαιο 30 και πλέον ετών, η διαδικασία αποδοχής της νέας κατάστασης δεν είναι ποτέ εύκολη.

Ναι μεν, υπάρχει μια οικογένεια, δύο αγγελούδια που σε περιμένουν σπίτι για να χαρούν πολύ περισσότερο τον «μπαμπά», αλλά η μάχη που δίνεις με το μέσα σου για τη ρουτίνα που αφήνεις πίσω και στο άγνωστο που ανοίγεται μπροστά σου, είναι ενδεχομένως κάτι το οποίο το γνωρίζεις μόνο εσύ ο ίδιος.

Στον Δημήτρη Βεργίνη δεν χαρίστηκε τίποτα, παρά μόνο το ατόφιο ταλέντο του. Αφιερώματα επί αφιερωμάτων για εκείνον τον πιτσιρικά, που στην τρυφερή ηλικία των 17 ετών σκόραρε 69 πόντους με 11 τρίποντα και που έναν χρόνο αργότερα ήταν στη βασική πεντάδα ενός ντέρμπι όπως το ΠΑΟΚ – Άρης.

Αντίθετα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η μοίρα του δεν του φέρθηκε και δίκαια, καθώς σε μια από τις κρίσιμες καμπές στην καριέρα του, κλήθηκε να ξεπεράσει έναν εξαιρετικά σοβαρό τραυματισμό και να σταθεί εκ νέου στα πόδια του, βρίσκοντας τον αγωνιστικό του προσανατολισμό.

Για όλα αυτά και πολλά περισσότερα, αποφάσισε να ανοίξει την καρδιά του στο Gazzetta. Για την αγκωνιά από τον «Ράμπο», Γιώργο Σιγάλα, που τον έκανε να έχει πονοκέφαλο για τρεις μέρες, για την ερώτηση στον Ζέλικο Ομπράντοβιτς για το αν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που του έδωσε ως οδηγία, αλλά και την απάντηση που (δεν) έλαβε και φυσικά για τη ζωή του εκτός γηπέδου, που πλέον είναι και συνυφασμένη με τον Πανιώνιο.

Απολαύστε τον Δημήτρη Βεργίνη:

image

Η ζωή μετά το μπάσκετ

Δημήτρη Βεργίνη, πώς είναι η ζωή χωρίς τον παίκτη Δημήτρη Βεργίνη μέσα σου ή ακόμα τον έχεις κάπου εκεί πέρα κρυμμένο;

«Εντάξει, ακόμα δεν το έχω συνειδητοποιήσει 100%. Είναι και περίοδος τώρα που, ουσιαστικά, ούτως ή άλλως δεν είχαμε αγωνιστικές υποχρεώσεις το καλοκαίρι. Βέβαια, έχω μπει πολύ δυνατά στον νέο μου ρόλο, η αλήθεια είναι. Οπότε, δεν μου αφήνει και πολλά περιθώρια να το σκεφτώ.
Θεωρώ, όμως, ότι όταν ξεκινήσουν λίγο οι επίσημες υποχρεώσεις της ομάδας και δεν θα μπορώ να βάλω σορτσάκι για να παίξω, εκεί θα είναι λίγο δύσκολο. Νομίζω ότι το έχω ήδη συνειδητοποιήσει και μέσα μου εδώ και αρκετό καιρό, οπότε θεωρώ ότι δεν θα έχω τέτοιο πρόβλημα. Αλλά είναι ψέμα για κάποιον παίκτη, άμα πει ότι δεν θα του λείψει το να παίζει όταν σταματήσει την καριέρα του».

Πόσο καιρό στριφογύριζε αυτό στο κεφάλι σου; Γιατί φαντάζομαι ότι δεν είναι μια απόφαση που την παίρνεις από τη μια μέρα στην άλλη.

«Εδώ και δύο-τρία χρόνια σκέφτομαι πολλά πράγματα για το μετά. Για το τι θα κάνω μετά με την καριέρα μου. Ήθελα να μείνω στον χώρο του μπάσκετ. Είναι κάτι το οποίο αγαπώ. Το έκανα από πολύ μικρή ηλικία. Υπήρχαν κάποιες προτάσεις τα τελευταία δύο-τρία χρόνια από τον χώρο του μπάσκετ, αλλά ήθελα να παίξω λίγο ακόμα.
Φέτος, όμως, τώρα που ήρθε και η πρόταση από τον Πανιώνιο, με την ομάδα που έχω ένα πολύ ιδιαίτερο δέσιμο, δεν δυσκολεύτηκα να πω ότι κλείνει αυτό το κεφάλαιο, το αγωνιστικό, για μένα μετά από πάρα πολλά χρόνια και να πάω πάλι μέσα στον χώρο του μπάσκετ από ένα άλλο πόστο.
Θεωρώ ότι είμαι συνειδητοποιημένος. Έχω κάνει μία γεμάτη πορεία όλα αυτά τα χρόνια στον χώρο».

Πέφτεις το βράδυ πριν κοιμηθείς, έχεις λίγη ηρεμία και σκέφτεσαι τη μέρα που ανακοίνωσες ότι «παιδιά, μέχρι εδώ ήταν». Τελικά τι λες στον εαυτό σου;

«Ήταν το πόσο γρήγορα πέρασε όλο αυτό. Δηλαδή ένα μεγάλο ταξίδι, το οποίο πέρασε πολύ γρήγορα, από τα 6 μέχρι τα 39. Όπως είπα και πριν, θυμάμαι την πρώτη στιγμή που μπήκα στο γήπεδο, θυμάμαι προπονήσεις από όταν ήμουν μικρός, παιχνίδια όταν ήμουν παίδων, εφήβων, που έπαιζα στα μικρά ηλικιακά πρωταθλήματα.
Θυμάμαι την πρώτη στιγμή που υπέγραψα επαγγελματικά και πήγα στον ΠΑΟΚ. Όλα μου έρχονται σαν φλασιά, όλη αυτή η πορεία. Πολλές στιγμές. Κυρίως κρατάς τις καλές στιγμές. Σίγουρα υπάρχουν και κακές και δύσκολες στιγμές μέσα σε μια τέτοια μεγάλη πορεία.
Αλλά βλέπεις πόσο γρήγορα έχει περάσει. Όταν συνειδητοποιώ ότι σταματάω, λέω “πόσο γρήγορα πέρασε”. Γιατί ένας αθλητής όταν είναι στα 25-30 θεωρεί ότι θα παίζει για πάντα και έρχεται η ώρα, σιγά-σιγά, το πλήρωμα του χρόνου».

Από τις ευχές που πήρες τώρα στο τέλος, ποια σου έκανε εντύπωση;

«Σίγουρα πήρα μηνύματα και από δικούς μου ανθρώπους, φίλους και γνωστούς, από την οικογένειά μου που με στήριζαν όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά πήρα και κάποια μηνύματα από ανθρώπους που δεν ήξερα καν. Ήταν αρκετά συγκινητικά μηνύματα. Αυτά με συγκίνησαν περισσότερο, διότι δεν τους ήξερα καν.
Από κάθε ομάδα, δεν έχει σημασία ποια ομάδα υποστηρίζει ο καθένας, μου έγραφαν κάτι για το πόσο ωραίο αποτύπωμα έχω αφήσει στον χώρο του αθλητισμού. Και σαν αθλητής και σαν χαρακτήρας. Ήταν κάποια μηνύματα που πραγματικά με συγκίνησαν. Συνειδητοποίησα ότι όλη αυτή η προσπάθεια που έχω κάνει άφησε κάτι όμορφο».

Έκλαψες καθόλου;

«Δεν έκλαψα. Δεν θα κρύψω ότι συγκινήθηκα. Ένιωσα πολύ ωραίες στιγμές. Ανεκτίμητες στιγμές. Πάρα πολλές αναμνήσεις.
Κυρίως κρατάς και τις καθημερινές στιγμές. Δεν είναι μόνο οι στιγμές που μπορεί να έχεις σηκώσει ένα Κύπελλο ή μπορεί να έχεις κάνει ένα καλό παιχνίδι. Είναι και οι στιγμές της καθημερινότητας. Οι πλάκες με τους συμπαίκτες σου. Τα ταξίδια με τους συμπαίκτες σου.

Γνώρισα φίλους, που ήταν πάρα πολύ σημαντικό, γιατί με τους φίλους μοιράζεσαι την καθημερινότητα. Μοιράζεσαι το ίδιο δωμάτιο, τα ίδια αποδυτήρια, τον ίδιο χώρο. Οι πιο σημαντικοί μου φίλοι που έχω αυτή τη στιγμή είναι και από τον χώρο του αθλητισμού.
Ήταν 33 χρόνια και πέρασαν νεράκι. Πέρασε πολύ γρήγορα αυτό το ταξίδι. Είμαι ευγνώμων, όμως, που μένω στον χώρο του αθλητισμού και συνεχίζω από ένα άλλο πόστο στον χώρο που αγαπώ».

image

Τι ρόλο έπαιξε η οικογένεια στην απόφασή σου;

«Σίγουρα και η οικογένεια έπαιξε σημαντικό ρόλο. Ευτυχώς, η μεγάλη μου κόρη έχει προλάβει να με δει να παίζω. Αυτό το ήθελα πολύ.
Χωρίς να σημαίνει, όμως, ότι και εγώ δεν ήμουν απόλυτα έτοιμος για να πάρω αυτή την απόφαση προσωπικά σαν παίκτης. Και η γυναίκα μου όλα αυτά τα χρόνια που είμαστε μαζί είναι πολύ υποστηρικτική.

Νομίζω, έτσι όπως ήρθε σε εμένα, ήταν πολύ ομαλά, πολύ ωραία. Μια πολύ ωραία μετάβαση για μένα και θεωρώ ότι, αν το σκεφτόμουν πριν από λίγα χρόνια το πώς θα ήταν η ζωή μου μετά τη ζωή μου σαν παίκτης, δεν θα το σκεφτόμουν τόσο ιδανικά όσο έχει έρθει μέχρι στιγμής».

Είναι και πολύ ωραία η ανακοίνωση που έκανε η ίδια σου η κόρη για το δεύτερο παιδί.

«Είναι κάτι που το ήθελε και αυτή πολύ. Τα τελευταία δύο χρόνια το ήθελε, να σου πω την αλήθεια».

''

Τώρα θα μπορείς να στηρίξεις περισσότερο τη γυναίκα σου;

«Η γυναίκα μου δεν είχε έρθει πολλές φορές να με δει, γιατί δούλευε την ημέρα που και εγώ έπαιζα συνήθως. Πάντα με έβλεπε στην τηλεόραση και είχαμε πολύ αντίθετα προγράμματα.
Όταν είχαμε γνωριστεί το 2013, ήταν άλλες εποχές στον χώρο. Ήταν στιγμές που μέσα στο σπίτι την ίδια μέρα δεν βλεπόμασταν. Είχαμε τελείως άλλα ωράρια.

Τώρα αυτό έχει αλλάξει με την οικογένεια. Σίγουρα θα είμαι πολύ πιο χαλαρός για να τη στηρίξω και εγώ περισσότερο, όπως με στήριξε τότε που έπαιζα και είχα πάρα πολλές υποχρεώσεις.
Και η γυναίκα μου σταμάτησε για τέσσερα χρόνια από τη δουλειά. Έβαλε την οικογένεια πάνω από όλα για τέσσερα χρόνια. Σταμάτησε την καριέρα της για να βοηθήσει και να μεγαλώσει την κόρη μας. Μεγάλη υπόθεση».

Με το δεύτερο παιδί θα ζήσεις διαφορετικά την πατρότητα;

«Όταν γεννήθηκε η πρώτη μου κόρη, τότε ήμουν στο Λαύριο και τους πρώτους δύο-τρεις μήνες δεν τους είχα ζήσει, που είναι το δύσκολο κομμάτι.
Τώρα, όμως, θα το ζήσω από πρώτο χέρι και θέλω να το ζήσω. Εννοείται να προσπαθώ πιο πολύ να βοηθήσω τη γυναίκα μου, διότι όταν έχεις ένα νεογέννητο είναι αρκετά δύσκολο.
Θα έχω και εγώ την ευκαιρία να βοηθήσω όσο μπορώ και σαν πατέρας και σαν γονιός είμαι πολύ πιο έτοιμος»
.

Αν κάποια από τις κόρες σου σου πει «μπαμπά, θέλω να παίξω μπάσκετ»;

«Η κόρη μου γενικά έχει ένα αθλητικό DNA, από την οικογένειά της, από τον πεθερό μου αλλά και από μένα. Είναι πολύ δραστήρια και πολύ αθλητικός τύπος.

Δεν θα την πιέσω να επιλέξει οτιδήποτε. Ό,τι κι αν κάνει, εγώ θα τη στηρίξω. Θα κάνει αυτό που της αρέσει κι εγώ θα είμαι εκεί δίπλα της, για να τη συμβουλέψω.
Αυτό που θα την προτρέψω είναι να είναι στον αθλητισμό. Σίγουρα θα τα δοκιμάσει όλα και είναι σημαντικό για ένα παιδί να δοκιμάσει όλα τα αθλήματα και μετά να αποφασίσει το ίδιο σε τι είναι καλό και τι του αρέσει πολύ».

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ – Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΠΑΣΚΕΤ

image

«Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΟΛΑ»

Ποια είναι η κορυφαία στιγμή σε αυτή την πορεία σου;

«Νομίζω ότι η ζωή μου χωρίζεται σε δύο σκέλη. Ένα είναι που δεν ήμουν επαγγελματίας αθλητής, από τα 6 μέχρι τα 18. Ήταν τα προεπαγγελματικά μου βήματα. Ήταν μια πιο αγνή περίοδος για μένα, ήμουν παιδάκι. Έπαιζες μπάσκετ γιατί γούσταρες, γιατί σου άρεσε, το αγαπούσες με τους φίλους σου, με την ομάδα σου.

Μετά από τα 18 ήταν η περίοδος που ουσιαστικά έκανες το χόμπι σου επάγγελμα. Θυμάμαι την πρώτη μέρα που μπήκα στο γήπεδο, γιατί ήμουν έξι χρονών. Ήδη και ο πατέρας μου ασχολούταν με τον αθλητισμό και ο αδερφός μου με το μπάσκετ. Ήταν μια στιγμή που με σημάδεψε και τη θυμάμαι έως τώρα. Ήταν η πρώτη μέρα που μπήκαμε με τον κόουτς Ροδόπουλο. Από τα 6 μέχρι τα 17 ήμουν στην Ακαδημία Αστέρια. Το να ξεκινήσω εκεί ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να κάνει ένα νέο παιδί σε αυτή την ηλικία.

Στην πορεία έμαθα ποιος είναι και τι βοήθεια μου έχει δώσει αυτός ο άνθρωπος όλα αυτά τα χρόνια. Όσο μεγάλωνα καταλάβαινα περισσότερα και ρουφούσα καθημερινά οτιδήποτε μου έλεγε. Θυμάμαι ότι την πρώτη μέρα είχε φύγει ο πατέρας μου, με είχε αφήσει και έκλαιγα. Μ' αγκάλιασε ο κόουτς Ροδόπουλος και από τη δεύτερη μέρα και μετά έδεσα με αυτό το άθλημα και εννοείται και με τον ίδιο προσωπικά.

Ήταν η μέρα που ξεκίνησαν όλα».

''

Ο θρύλος λέει ότι είχες προτάσεις και από αμερικανικό κολέγιο. Είχες όντως τότε πρόταση να πας στο NCAA;

«Είχα πρόταση. Ο κόουτς Ροδόπουλος, όταν ήμουν 17, είχε δύο-τρεις προτάσεις από κολέγια. Τότε ήταν μια πολύ καλή λύση, γιατί και εγώ ήθελα να επενδύσω και στο μαθησιακό κομμάτι, στο ακαδημαϊκό. Σου προσφέρει και το αγωνιστικό και το ακαδημαϊκό, να πάρεις και ένα πτυχίο μετά από τέσσερα χρόνια.

Από την άλλη, όμως, είχα και αρκετές προτάσεις από την Α1. Είχα σχεδόν από τις μισές και παραπάνω ομάδες της Α1 εκείνη την περίοδο ως νέο παιδί 18 χρονών. Είχε έρθει και η κλήση της Εθνικής Παίδων, τότε το 2003, οπότε εκεί ήταν και η στιγμή που είδα ότι μπορεί αυτό να το κάνω επάγγελμα».

Ισχύει ότι έβαζες… 50άρες;

«Είχα πάει μια χρονιά στο Ανατόλια για Final Four Θεσσαλονίκης και είχα βάλει 69 με 11 τρίποντα, αλλά χάσαμε για τρεις πόντους στο τέλος».

Αν μπορούσες να γυρίσεις πίσω και να πεις κάτι στον 6χρονο Δημήτρη, τι θα του έλεγες;

«Το πιο σημαντικό απ' όλα είναι να αγαπάει αυτό που κάνει. Αν δεν το αγαπήσει, δεν θα μπορέσει να προχωρήσει.
Λίγα παιδιά θα παίξουν επαγγελματικά. Είναι αυτά που έχουν το ταλέντο, αλλά κυρίως αυτά που έχουν τη μεγαλύτερη θέληση και αγάπη γι' αυτό που κάνουν.

Αυτό που λέω στα παιδιά στα καμπ είναι: “Να αγαπάτε αυτό που κάνετε και να έχετε διάθεση να έρχεστε με όρεξη στο γήπεδο”.
Δεν θα γίνουν όλοι επαγγελματίες, αλλά όλοι έχουν ένα ταβάνι. Το θέμα είναι να μπορείς να ξεπεράσεις το ταβάνι σου και όσο μεγαλύτερη θέληση έχεις τόσο πιο ψηλά θα φτάσεις. Είναι σημαντικό να μην τα παρατήσεις ποτέ, όποια δυσκολία κι αν παρουσιαστεί. Δεν είναι όλα ρόδινα σε ένα τέτοιο ταξίδι. Θα παρουσιαστούν δυσκολίες, πτώσεις. Σε κάθε δυσκολία πρέπει να προσπαθείς να την ξεπερνάς, να σου γίνεται μάθημα και μέσα από αυτή τη διαδικασία να γίνεσαι ακόμη πιο δυνατός».

image

Θυμάσαι την πρώτη μεγάλη επαφή με το επαγγελματικό μπάσκετ;

«2005. Άρης - ΠΑΟΚ, στο Παλέ. Ξεκινάω στην πεντάδα και γίνεται χαμός στο γήπεδο. Ήμουν την πρώτη μου χρονιά επαγγελματίας.
Βγαίνω μέσα, ξεκινάω το παιχνίδι και μετά από δύο-τρία λεπτά διεκδικώ ένα ριμπάουντ. Πάω να πάρω την μπάλα και τρώω μια αγκωνιά από τον “Ράμπο”, τον Σιγάλα.

Τα είδα όλα! Λέω “εντάξει, εδώ κάτι άλλο γίνεται”. Τεράστια αλλαγή. Από τις ομάδες των παίδων, εφήβων και τα παιχνίδια που έπαιζα, να πάω από το Α' Τοπικό στην Α1. Τεράστια διαφορά για ένα παιδί 18 χρονών.

Θυμάμαι αυτό το χτύπημα. Μου πονούσε το κεφάλι τρεις μέρες και ο “Ράμπο” ήταν και ο “Ράμπο”!
Αυτό που κρατάς, όμως, είναι αναμνήσεις και ιστορίες που μπορεί να διηγείσαι για πολύ καιρό. Αυτά μένουν σίγουρα και αυτά θα μου λείψουν».

ΠΑΟΚ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ – Η ΑΓΚΩΝΙΑ ΤΟΥ «ΡΑΜΠΟ»

image

ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ – «ΕΙΠΑ ΣΤΟΝ ΟΜΠΡΑΝΤΟΒΙΤΣ “ΜΗΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΙ ΑΥΤΟ;”»

Πάμε στον Παναθηναϊκό. Θυμάσαι την πρώτη στιγμή που πήγες στην προπόνηση;

«Θυμάμαι την πρώτη στιγμή που πήγα στην προπόνηση. Δεν ήταν όλη η ομάδα εκεί, αλλά θυμάμαι βασικά τη διαδρομή μέχρι να πάω.
Είχα κατέβει τότε στην Αθήνα με τον πατέρα μου για να βρούμε σπίτι. Μέναμε στην Κηφισιά.

Εντάξει, τεράστιο άγχος. Ήμουν τρία χρόνια στην Α1, αλλά ήταν άλλο επίπεδο. Το να πηγαίνεις εκεί, με αυτούς τους συμπαίκτες, στο επίπεδο προπόνησης του Παναθηναϊκού, ήταν κάτι τεράστιο. Θυμάμαι την πρώτη μου μέρα. Πραγματικά έτρεμα.
Βέβαια, αυτό έφυγε από την πρώτη μέρα και μετά. Και ο κόουτς Ομπράντοβιτς και ο κόουτς Ιτούδης ήταν πολύ απλοί σαν άνθρωποι. Ακόμα και οι παίκτες. Από τους πρώτους που γνωρίσαμε ήταν ο Αλβέρτης και ο Μπατίστ. Από πολύ νωρίς όλο το κλίμα και όλο το team ήταν πολύ οικογενειακό και εμένα με έβαλαν πολύ εύκολα σε αυτό».

Ποιο ήταν το στοιχείο που σε έκανε να αντιληφθείς τη διαφορά από την Α1 στο κορυφαίο επίπεδο της Ευρώπης;

«Όταν έφυγα από τον Παναθηναϊκό, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα που συνάντησα στις άλλες ομάδες.
Όταν είσαι σε μια ομάδα που είναι η μεγαλύτερη ομάδα της Ευρώπης, με τους καλύτερους συμπαίκτες και προπονητές της Ευρώπης, υπάρχουν αυστηροί κανόνες και πάρα πολλή λεπτομέρεια. Δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω ο κόουτς Ομπράντοβιτς. Πρέπει να είσαι 100% συγκεντρωμένος.

Έβλεπα κάποια πράγματα που ήταν δεδομένα όταν ήμουν στον Παναθηναϊκό και σε κάποιες άλλες ομάδες δεν ήταν. Είτε το θέμα της προπόνησης, είτε της ετοιμότητας, είτε της συγκέντρωσης, είτε της ποιότητας. Δεν το καταλαβαίνεις όταν είσαι εκεί και το βιώνεις. Σου φαίνεται φυσιολογικό».

''

Πώς ένιωσες την πρώτη φορά που ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς σταμάτησε την προπόνηση για να σου δείξει κάτι;

«Θυμάμαι την πρώτη φορά που σταμάτησε. Μου έκανε μια παρατήρηση με πολύ ωραίο τρόπο και του απάντησα: “Κόουτς, μήπως μπορώ να κάνω και αυτό;”. Με κοιτάει, δεν είπε τίποτα. Έρχεται ο Κώστας Τσαρτσαρής και μου λέει: “Μήτσο, μην απαντάς. Άκου μόνο”.

Οπότε έκανα αυτό που μου έλεγε και σίγουρα αυτό που μου έλεγε ήταν και το σωστό. Έμπαινε πάρα πολύ στη λεπτομέρεια. Δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω, επιθετικά και αμυντικά. Ήμασταν απόλυτα έτοιμοι όχι μόνο στους αγώνες αλλά και στις προπονήσεις.
Πολλές φορές οι προπονήσεις ήταν πιο απαιτητικές από τους αγώνες».

Ήταν όλοι στα κόκκινα στην προπόνηση;

«Όχι απλώς στα κόκκινα. Ήταν όλοι στα κόκκινα.

Υπήρχε πολύ καλό κλίμα μεταξύ μας, αλλά στην προπόνηση ήταν όλοι στα κόκκινα. Αναγκαστικά. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο όταν έχεις τον Ομπράντοβιτς και τον Ιτούδη.

Αυτό μου έδινε κι εμένα την ευκαιρία να είμαι στα κόκκινα και να προσπαθώ να ξεπεράσω τον εαυτό μου. Εκεί έμαθα πώς πρέπει να λειτουργείς, πώς πρέπει να είσαι επαγγελματίας. Εκεί έμαθα πώς πρέπει να λειτουργεί η ζωή ενός επαγγελματία αθλητή».

''

Είχες δεχτεί και… κλειδί στο κεφάλι;

«Είχα δεχτεί. Τα είχε πάντα μαζί του στην προπόνηση, τα ακούγαμε κιόλας. Έβλεπες ότι κοκκίνιζε πολλές φορές και καταλάβαινες ότι υπήρχε κάτι.

Πάντα, όμως, σου έκανε παρατήρηση για το σωστό και το καταλάβαινες κι εσύ ο ίδιος ότι έκανες λάθος. Ήξερες ότι έτσι είναι και γινόσουν καλύτερος».

image

Προπονείσαι στον Παναθηναϊκό και έχεις να διαλέξεις ποιον θα μαρκάρεις: Σπανούλη, Διαμαντίδη, Γιασικεβίτσιους…

«Ήταν πολύ σημαντικό σχολείο για μένα. Ήταν υπερπλήρης ομάδα, ειδικά στη θέση μου. Διαμαντίδης, Σπανούλης, Γιασικεβίτσιους. Τα καλύτερα γκαρντ της Ευρώπης εκείνα τα χρόνια και ίσως στην ιστορία της Ευρώπης.

Ήταν τεράστιο σχολείο για μένα. Πήραμε το 2009 το τρεμπλ, το πρωτάθλημα, το Κύπελλο και την Ευρωλίγκα».

''

Ποιον από τους τρεις προτιμάς;

«Διαφορετικοί παίκτες και οι τρεις.

Ο Διαμαντίδης πιο ολοκληρωμένος και επιθετικά και αμυντικά.

Ο Σπανούλης εξελίχθηκε πάρα πολύ στο παιχνίδι του όσο προχωρούσε τη διαδρομή του και ίσως περισσότερο στο επιθετικό κομμάτι να ήταν καλύτερος.

Ο Σάρας ήταν παίκτης με μεγαλύτερη φαντασία. Πολλές φορές δεν μπορούσαν να τον ακολουθήσουν οι συμπαίκτες του. Ήταν ένα βήμα μπροστά.

Από τότε φαινόταν ότι ο Σάρας θα γίνει θρύλος και καλός προπονητής. Ήταν και από τους λίγους που άφηνε ο κόουτς Ομπράντοβιτς να μιλήσει.

Ήταν τρεις από τους καλύτερους γκαρντ όλων των εποχών. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις έναν».

Διαμαντίδης, Σπανούλης ή Γιασικεβίτσιους;

image

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ «WHAT IF» – Ο ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΑΡΗ

Σου έχει μείνει κάποιο “what if”;

«Είναι πολλά τα what if. Οι επιλογές που κάνεις σαν άνθρωπος και σαν αθλητής σε καθορίζουν. Μια καριέρα βασίζεται σε πολλά πράγματα. Είναι η προπόνηση, οι επιλογές, οι συγκυρίες, η τύχη, οι συνεργασίες. Θα ήθελα να κάνω ακόμα περισσότερα πράγματα. Όχι ότι δεν έχω κάνει, αλλά να είχα κάνει ακόμα περισσότερα στον χώρο του μπάσκετ.

Δεν έχω κανένα παράπονο, κανένα απωθημένο. Αλλά ένας σημαντικός παράγοντας που επηρέασε την καριέρα μου ήταν και ο τραυματισμός. Ήρθε όταν έφυγα από τον Παναθηναϊκό και πήγα στον Άρη. Δεν ήταν μόνο ο τραυματισμός, αλλά και το timing. Ερχόμουν από μια γεμάτη διετία εμπειριών και προπονήσεων με τους καλύτερους παίκτες της Ευρώπης, τον καλύτερο προπονητή της Ευρώπης, Ομπράντοβιτς και Ιτούδης, και πήγαινα στον Άρη που μου έδινε πολύ χρόνο συμμετοχής.

Και ουσιαστικά ήρθε η άτυχη στιγμή να πάθω αυτόν τον τραυματισμό. Δεν μπορώ να σου πω ότι δεν λύγισα. Εκείνη τη στιγμή λύγισα ψυχολογικά κυρίως. Έχασα όλη τη χρονιά. Στην αρχή δεν επανήλθα στο επίπεδο που ήμουν πριν. Πήρε χρόνο. Δούλεψα πάρα πολύ, ψυχολογικά και σωματικά».

Υπήρχε φόβος όταν επέστρεψες;

«Θυμάμαι κάποια στιγμή την επόμενη χρονιά. Είμαι στον Άρη και παίζουμε μέσα στο ΣΕΦ με Ολυμπιακό. Κάνω ένα drive, πέφτω εγώ και πέφτει από πάνω μου ο Σοφοκλής Σχορτσιανίτης. Πέφτει πάνω στο πόδι μου και λέω “κάτι έγινε πάλι”.

Αυτός ο φόβος υπήρχε για αρκετό διάστημα. Είναι φυσιολογικό. Είχα τη στήριξη της ομάδας όταν ήμουν στον Άρη. Είχα τη στήριξη της οικογένειάς μου. Επανήλθα την επόμενη χρονιά, αλλά είναι κάτι που με επηρέασε και σωματικά και ψυχολογικά».

image

Οι τελευταίες χρονιές στον Πανιώνιο τι θέση έχουν στην καριέρα σου;

«Οι τελευταίες χρονιές στον Πανιώνιο, από τότε που αποφάσισα να φύγω από την Α1, στην Καρδίτσα, και να πάω στη Β' Εθνική του Πανιωνίου με στόχο να ανέβει η ομάδα στην Α1, ήταν δύο πολύ ωραίες, ονειρικές χρονιές. Αυτός ήταν και ο προσωπικός μου στόχος και το καταφέραμε.

Όλα αυτά που ζήσαμε με Κύπελλα, με ανόδους, ήταν δύο πολύ όμορφα χρόνια στο τέλος ουσιαστικά της καριέρας μου. Ήταν σαν το κερασάκι στην τούρτα και από εκεί σίγουρα χτίστηκε όλο αυτό το δέσιμο με την ομάδα».

''

Έχεις επιστρέψει αρκετές φορές σε ομάδες όπου έπαιξες. Τι σημαίνει αυτό για σένα;

«Έχω παίξει σε αρκετές ομάδες. Με τις περισσότερες έχω πραγματικά πολύ καλές σχέσεις και με τις διοικήσεις και με τους ανθρώπους που ήταν στην ομάδα και με τους προπονητές και με τους παίκτες. Νομίζω ότι όλα αυτά τα χρόνια έχω αφήσει ένα καλό αποτύπωμα και σαν αθλητής και σαν άνθρωπος.

Για μένα, το πιο σημαντικό όταν τελειώνεις μια καριέρα αθλητή δεν είναι μόνο τι αποτύπωμα θα αφήσεις σαν αθλητής, αλλά και σαν χαρακτήρας. Πολλοί αθλητές είναι πρότυπα για τα νέα παιδιά. Θεωρώ ότι αυτό που έχω αφήσει στο μπάσκετ είναι ένα πολύ θετικό αποτύπωμα σαν χαρακτήρας πάνω απ' όλα».

Είχες γνωρίσει τον Σάσα Βεζένκοβ όταν ήταν ακόμα παιδί;

«Ναι. Έχω και σχέση με τον μπαμπά του. Ήταν προπονητής στη Λουκόιλ. Ήμουν στον Άρη. Ο Σάσα ήταν περίπου 14, εγώ ήμουν 22-23.
Έβλεπες ότι υπήρχε εξαίρετος χαρακτήρας από μικρή ηλικία και ότι είχε τρομερή επαφή με το καλάθι. Έβλεπες και το καλό μπασκετικό θράσος που είχε, με την καλή έννοια. Ήταν πολύ μικρός και τον βάζαμε σε κάποια παιχνίδια που έκαιγε η μπάλα και έβλεπες ότι αυτός ο παίκτης είχε πολλές προδιαγραφές.

Δεν θεωρώ ότι φανταζόταν κανείς ότι θα φτάσει σε αυτό το επίπεδο. Σίγουρα, όμως, με τη δουλειά που έριξε, γιατί το έζησα κι εγώ από μέσα, δούλεψε πάρα πολύ. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Έφτασε να βγαίνει MVP της Ευρωλίγκας και να θεωρείται το κορυφαίο τεσσάρι στην Ευρώπη. Του εύχομαι προσωπικά τα καλύτερα, γιατί πρόκειται για έναν φοβερό χαρακτήρα».

ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ – ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΩΣ ΠΑΙΚΤΗΣ ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΑΡΧΗ

image

Ο νέος ρόλος

Πας τώρα στον Πανιώνιο ως γενικός αρχηγός, σε μια θέση ευθύνης. Πώς το βιώνεις;

«Στην ομάδα συνολικά έχω κάνει τρεις θητείες, τέσσερα χρόνια. Έχω παίξει στην ομάδα και Α1 και Α2 και Β' Εθνική. Ευχαριστώ τη διοίκηση για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε για να αναλάβω αυτό το σημαντικό πόστο. Έχω μια πάρα πολύ καλή σχέση και με τους προέδρους.

Με τον μεγάλο Φάνη Χριστοδούλου, ο οποίος είναι η σημαία του Πανιωνίου, έχουμε εξαιρετική συνεργασία. Όταν τον είδα πρώτη φορά ένιωσα κι εγώ ένα δέος. Είναι ένας εξαιρετικός χαρακτήρας και θεωρώ ότι είναι ίσως ο πιο ολοκληρωμένος παίκτης που έχει βγάλει η Ελλάδα. Εννοείται και ο Κρις Χουγκάζ, παλιός παίκτης της ομάδας, και ο Νίκος Καραγιάννης, ο οποίος κι αυτός είναι από την Πανιώνια σχολή. Έχουμε μια πάρα πολύ καλή συνεργασία και αυτό κάνει και το δικό μου έργο πιο εύκολο».

''

Ο στόχος;

«Στόχος είναι η άνοδος. Σίγουρα. Ξεκάθαρα. Ένα μεγάλο respect στους προέδρους, οι οποίοι, παρ’ όλη τη δύσκολη στιγμή που η ομάδα έπεσε στην Α2, έμειναν στην ομάδα με σκοπό να κάνουν πάλι μια άκρως ανταγωνιστική ομάδα για να ανέβει στην Α1. Θα κάνουμε ένα πάρα πολύ ανταγωνιστικό ρόστερ, ώστε η ομάδα να ανέβει στην Α1 και να παραμείνει τα επόμενα χρόνια, γιατί η θέση του Πανιωνίου είναι εκεί».

Γιατί όχι προπονητής;

«Το έχω σκεφτεί και αυτό. Είναι κάτι το οποίο σκεφτόμουν πιο παλιά περισσότερο.Έχω παίξει, συνυπάρξει με πολλούς προπονητές. Από τον κάθε προπονητή παίρνεις και κάτι, είτε θετικό είτε αρνητικό.

Θεωρώ ότι είναι ένα δύσκολο και ψυχοφθόρο επάγγελμα και νομίζω ότι αυτό που επέλεξα να κάνω μου ταιριάζει περισσότερο. Τον τελευταίο καιρό το έχω βγάλει από το μυαλό μου. Ήθελα να επικεντρωθώ σε άλλο πόστο στον χώρο του μπάσκετ. Ποτέ μη λες ποτέ, αλλά θεωρώ ότι ο ρόλος από τον οποίο ξεκίνησα είναι ο πιο ιδανικός για μένα και την οικογένειά μου».

Υπάρχει περίπτωση να σε δούμε να μπαίνεις και σε καμία προπόνηση;

«Το έχουμε συζητήσει με τον κόουτς Καραγιάννη μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Σε κάποια προπόνηση, αν είμαστε εννέα, του λέω “μπορώ να παίξω λίγο, έτσι, ένα διπλό;”.

Αλλά είμαι απόλυτα συνειδητοποιημένος με τις αποφάσεις μου».

image

Έχεις ζήσει το ελληνικό μπάσκετ στις μεγάλες εποχές του, στην κρίση και τώρα σε μια νέα άνοδο. Πώς βλέπεις την κατάσταση;

«Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια υπήρχε τεράστια ψαλίδα μεταξύ Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού και των υπόλοιπων ομάδων.
Τώρα βλέπω σιγά-σιγά να κλείνει. Δεν είναι εύκολο, γιατί Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός διατηρούνται σε πάρα πολύ υψηλό επίπεδο.
Αλλά είναι πάρα πολύ σημαντικό για το ελληνικό μπάσκετ ότι βλέπουμε ιστορικές ομάδες, όπως ο ΠΑΟΚ, ο Άρης και η ΑΕΚ, να έχουν μια διοικητική σταθερότητα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Αυτό στη δεκαετία του 2010 δεν συνέβαινε. Υπήρχαν ομάδες που δεν πλήρωναν, ομάδες που διαλύονταν κάθε χρόνο. Υπήρχαν παίκτες που έχαναν τα λεφτά τους και δεν πληρώνονταν στην ώρα τους. Αυτό νομίζω ότι έχει περάσει. Βλέπουμε ακόμα και ομάδες προς το τέλος της βαθμολογίας να έχουν αρκετά μεγάλα μπάτζετ. Το μόνο που λείπει είναι να ξαναδούμε Έλληνες παίκτες να αγωνίζονται, να διαπρέπουν και να βοηθήσουμε τους Έλληνες παίκτες, ώστε να μπορέσουμε να στελεχώσουμε αργότερα την Εθνική ομάδα».

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΠΑΣΚΕΤ – ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΡΙΟ

image

Το 6+6 και οι Έλληνες παίκτες

Ποια είναι τελικά η μέση λύση για να προωθηθεί ο Έλληνας αθλητής;

«Παλαιότερα υπήρχαν δύο-τρεις Αμερικανοί και περισσότεροι ήταν Βαλκάνιοι και Νοτιοευρωπαίοι. Οπότε υπήρχε ένας κοινός τρόπος σκέψης και κουλτούρας όσον αφορά το μπάσκετ. Τώρα αυτό έχει αλλάξει.

Το πιο σημαντικό είναι ότι, επειδή υπάρχει αυτό το πρόβλημα, θα πρέπει όλοι οι φορείς που είναι στο μπάσκετ, είτε είναι η ΕΟΚ, είτε οι παίκτες, είτε οι προπονητές, είτε οι ομάδες, να συνυπάρξουν σωστά για το καλό του ελληνικού μπάσκετ. Βλέπουμε ότι υπάρχει πρόβλημα στην εξέλιξη και στην ποσότητα των Ελλήνων παικτών.

Οι παίκτες γίνονται καλύτεροι από τους αγώνες. Αν τους εμπιστευτεί ο προπονητής και τους δώσει χρόνο, μπορούν να εξελιχθούν. Βέβαια, είναι μια τεράστια κουβέντα. Θα πρέπει να υπάρχει άμεση συνεργασία της διοίκησης και με τον προπονητή, ώστε να μπορούν να πουν ότι “επενδύουμε και σε νέα παιδιά”.

Γιατί ο προπονητής, από τη μεριά του, θα πει: “Εγώ θέλω έτοιμους παίκτες, γιατί άμα χάσω το παιχνίδι, θα χάσω τη δουλειά μου”.
Είναι μια μεγάλη αλυσίδα πραγμάτων. Δεν είναι εύκολο να γίνει, αλλά πρέπει να γίνει».

Και από τη θέση που βρίσκεσαι πλέον διοικητικά;

«Γι' αυτό χρειάζεται σχέση και καλή συνεργασία διοίκησης και προπονητή. Θα πρέπει οι ομάδες να επενδύσουν στα νέα παιδιά. Θα πρέπει να χάσουν και μερικά παιχνίδια με τα νέα παιδιά. Δεν ξέρω πόσο εφικτό είναι αυτό. Νομίζω και ο φίλαθλος κόσμος, όποια ομάδα και να είναι, θέλει να βλέπει και να ταυτίζεται με τους Έλληνες παίκτες.

Ο Έλληνας αφουγκράζεται καλύτερα τον περίγυρο και πώς λειτουργεί το κάθε σωματείο, μπορεί να κρατήσει περισσότερο τα αποδυτήρια, που είναι πάρα πολύ σημαντικό. Δεν είναι μόνο τι παίκτες έχεις, αλλά και πώς είσαι μέσα στα αποδυτήρια. Η χημεία της ομάδας είναι το πιο σημαντικό απ' όλα.

Μιλώντας για τη δική μου ομάδα, σίγουρα η σκέψη της διοίκησης είναι να επενδύσουμε και σε νέα παιδιά, που να βοηθήσουν και τον Πανιώνιο και να μπορέσουν αργότερα να στελεχώσουν την Εθνική ομάδα. Οι παλιές φουρνιές σιγά-σιγά σταματάνε. Οπότε θα πρέπει να βγουν νέα παιδιά, ώστε να μπορέσουμε να κρατήσουμε την Εθνική ομάδα ψηλά».

image

Social media και νέα γενιά

Έπαιξε ρόλο στην εποχή σου ότι δεν υπήρχαν τα social media στον βαθμό που υπάρχουν σήμερα;

«Σίγουρα. Τα social media είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο έχει αλλάξει τις ζωές μας, όχι μόνο των ενηλίκων αλλά και των μικρών ηλικιών.

Θα πρέπει να περιοριστούν οι ώρες που περνάει ένα νέο παιδί μπροστά στις οθόνες, στα κινητά και στα τάμπλετ.
Αυτό επηρεάζει και τους αθλητές. Ο Ομπράντοβιτς είπε σε ένα σεμινάριο ότι τελειώνει η προπόνηση, πάνε στα αποδυτήρια και είναι όλοι οι παίκτες με ένα κινητό και σκρολάρουν.

Παλιά αυτό δεν υπήρχε. Θα καθόσουν στα αποδυτήρια, θα συζητούσες για την προπόνηση, για τον αγώνα που θα ερχόταν. Τα παιδιά τώρα, αν έχουν μια επιτυχία νωρίς ή μια αναγνωρισιμότητα, μπορούν πολύ πιο εύκολα να ξεφύγουν και αυτό να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην καριέρα τους».

@Photo credits: INTIME, eurokinissi, Photo credit: Χρήστος Ζωίδης
Φόρτωση BOLM...