+slo-gun

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Όσο εμείς δεν κοιτούσαμε

Όσο εμείς δεν κοιτούσαμε

‘Οσο εμείς δεν κοιτούσαμε

Στις πρώτες ημέρες του Οκτώβρη θα ανακοινωθεί η απόφαση του δικαστηρίου για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Μια απόφαση που δε μοιάζει με τέλος αλλά με σταθμό σε μια μακρά διαδρομή ευθύνης που οφείλουμε να αναλάβουμε.

Όσο ζούσαμε σχετικά άνετα και σε μια ευμάρεια ακόμα και επίπλαστη υπήρχε μια αμελητέα μειοψηφία δηλητηριωδών ανθρώπων που σαν απόκριες πόζαραν μπροστά σε σβάστικες με τετράγωνα μουστάκια και προτεταμένα χέρια σε έναν ιστορικά εφιαλτικό χαιρετισμό που ολόκληρη η ανθρωπότητα θα ήθελε να ξεχάσει.

Όσο δεν τους δίναμε σημασία,  αλώνιζαν σε συγκεκριμένες γειτονιές κι έκαναν κατήχηση σε μικρά παιδιά, σε εφήβους μέσα σε σχολεία, σε οπαδικούς συνδέσμους, σε γυμναστήρια προπαγανδίζοντας, όπως τους δίδαξαν οι φύρερ τους. «Πες ένα ψέμα αμέτρητες φορές, πες το με πειστικό τρόπο, στο τέλος όλο και κάτι θα μείνει, στο τέλος όλο και περισσότερο θα μοιάζει με αλήθεια». Έμαθαν στα παιδιά να ντύνονται ίδια, να δείχνουν πειθαρχία, να υπακούουν σε συνθήματα και οργανωτές.

Όσο εμείς δεν κοιτούσαμε, η γελοιότητα του 0,κάτι% έπαιρνε ισχύ ενώ η κοινωνία υποδεχόταν νομισματική κρίση, ανεργία και μεταναστευτικές ροές ταυτόχρονα. Την ώρα που οι ελληνικές κυβερνήσεις  δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να ασκήσουν κοινωνική πολιτική, δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν  να εγγυηθούν την ασφάλεια στις «δύσκολες γειτονιές», οι φυρερίσκοι έδιναν μια κάποια «λύση». Με συσσίτια, με αιμοδοσίες, με ομάδες πολιτοφυλακής, τα «καλά παιδιά» έπαψαν να είναι η ντροπή των δασκάλων και των γονιών τους για τους νοικοκυραίους της κοινωνίας μας. Τουλάχιστον αυτοί ήταν λευκοί, μας έμοιαζαν.  Και βοηθούσαν τις γριούλες στα ΑΤΜ !

Στο μεταξύ οι πολιτικοί, οι δάσκαλοι, ο Τύπος απαξίωναν τη μικρή αυτή φιδοφωλιά που μεγάλωνε είτε γιατί πίστευαν συμφεροντολογικά ότι τα μέλη της  θα ωρίμαζαν και θα αφομοιώνονταν από κάτι συγγενές πολιτικά ορθό είτε γιατί ήμασταν όλοι πολύ εστέτ και σνομπ για να ασχοληθούμε ως Μαντάμ Σουσούδες με τον Μπύθουλα.

Σταδιακά το ποσοστό των φυρερίσκων έπαψε να είναι στα λοιπά κι αμελητέα,  βρήκαν ευρύ ακροατήριο και ισχυροποιήθηκαν με τα «επιχειρήματά» τους στους θύλακες της Αστυνομίας και της Δικαιοσύνης. Άρχισαν να προσεταιρίζονται όλους τους αντί- των απέναντι. Με πολύ μεγάλη προχειρότητα εκκολαπτόμενοι αστέρες της δημοσιογραφίας τους κάλεσαν σε πανελλαδικά δίκτυα και προσπαθώντας να τους αποδομήσουν με χαβαλέ, όπως κάποτε έκαναν άλλοι με τον Βασίλη Λεβέντη,, βρέθηκαν στα σχοινιά μη μπορώντας να βρουν επιχειρήματα για να απολογηθούν για το ημιπαράνομο καθεστώς των καναλιών και τις μεθόδους πλουτισμού των αφεντικών τους.  Οι φυρερίσκοι χειροδικούσαν on air αλλά και πάλι λάμβαναν προσκλήσεις έστω και απομακρυσμένης συμμετοχής στις τηλεοπτικές συζητήσεις.  

Ακούστηκαν οι πρώτες φωνές για απαγόρευση συμμετοχής σε εκλογές, για ανακήρυξή τους ως παρανόμους αλλά όσο εμείς δεν κοιτούσαμε, αυτοί είχαν αποκτήσει χορηγούς, προσβάσεις κι εδραίωσαν τη συμμετοχή τους σε ό,τι καταδίκαζαν. Τώρα πια ήταν μέρος του συστήματος, ισάξιοι συνομιλητές των σνομπ χωρίς ποτέ να εγκαταλείψουν τις γειτονιές. Το πάνω από μισό εκατομμύριο ελληνικών ψήφων που βρέθηκαν στις κάλπες υπέρ τους, ήταν μια μεγαλοπρεπής ροχάλα στα μούτρα της παλιότερης γενιάς που θυμόταν καλά τα έργα και τις ημέρες της σβάστικας και μια τεράστια φωτιά που έκαψε την ανικανότητα ενός ολόκληρου εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο ασχολείται επί δεκαετίες με την παραγωγή αμόρφωτων κι ανιστόρητων επιστημόνων με καλές πιθανότητες στην ανεργία.

Όσο εμείς δεν κοιτούσαμε, η γελοιότητα που ξεκίνησε από το 0,κάτι% πάτησε το 10% , έγινε τρίτο κόμμα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία μας,  χωρίς να «ηρεμήσει» βέβαια ποτέ. Με τα κουστούμια, τα υπηρεσιακά τους αυτοκίνητα και την αστυνομική τους φρουρά εμφανίζονταν στις πλατείες και στα πανηγύρια με καδρόνια κι έσπαγαν βρίζοντας και φωνάζοντας.  Με τις παραλλαγές και τις μαύρες μπλούζες έκαναν τις «άλλες» δουλειές των αφεντικών τους  σε χώρους εργασίας ή ανεργίας. Ένιωθαν τόσο ισχυροί που έβγαιναν παγανιά σε ομάδες πάντα, με τις εντολές των ανωτέρων στο τηλέφωνο και τα μαχαίρια στα χέρια. Αποφασισμένοι να τελειώσουν, όποιον προσπαθούσε να τους τελειώσει. Τόσο αποφασισμένοι ώστε να αναλάβουν και την πολιτική ευθύνη μιας δολοφονίας στον αέρα του ραδιοφώνου.

Την έβδομη μέρα του Οκτώβρη αναμένεται η ανακοίνωση της απόφασης για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Ό,τι κι αν ανακοινωθεί εκείνη την ημέρα, όταν θα έρθει το βράδυ, οι δικοί του άνθρωποι, η οικογένεια και οι φίλοι του δε θα κοιμηθούν πιο εύκολα. Όχι δεν μπορώ καν να φανταστώ πως ένιωσαν, πως νιώθουν και πως θα νιώσουν κι ούτε που θέλω να φανταστώ. Ελπίζω μόνο να βρουν την ησυχία να μην πρέπει να τρέχουν στις δίκες, να μη χρειάζεται να υπομένουν τόσο συχνά τις ψυχοφθόρες διαδικασίες του δικαστηρίου. Του δικαστηρίου που δεν μπόρεσε καν να τους προστατέψει από την Ύβρι «που είναι τώρα ο Παύλος σου;»  

Χτες το πρωί στο μνημείο του Λαμπράκη στην Θεσσαλονίκη μου έδωσαν ένα φυλλάδιο-πρόσκληση για συλλαλητήριο εκείνη την ημέρα. Πως φοβάμαι ότι και πάλι θα κοιτάξουμε αλλού. Στα επεισόδια, στα οδοφράγματα, στους καμένους κάδους και στα καμμένα αυτοκίνητα. Το χειρότερο; Θα αρχίσουν πάλι οι συμψηφισμοί. Οι νεκροί οι δικοί μας και οι νεκροί οι δικοί σας. Λες κι επιτρέπεται να κυκλοφορούν ελεύθεροι δολοφόνοι ανάλογα με τα θύματα και την «ιδεολογία» των δολοφόνων.  Νομοτελειακά οι μπράβοι του 10% που κατρακύλησαν στην εκλογική ανυποληψία θα ξανασυσπειρώσουν ψηφοφόρους βοτανολόγων κι επαγγελματίες ζηλωτές και θα ξαναβρεθούν μπροστά μας, γιατί δεν έχουν εκλείψει ούτε η αμορφωσιά ούτε οι χορηγοί τους ούτε βέβαια εμείς οι εστέτ και σνομπ υπεράνω. Κι έτσι πάλι «όσο εμείς δεν κοιτούσαμε», θα βρεθεί ένας ακόμα Παύλος στο δρόμο τους. Εκτός αν ασχοληθούμε εμείς κι όχι αυτοί με τα παιδιά μας.