GoodFellas: Τα «Καλά Παιδιά» κάνουν κουμάντο! (vid)

GoodFellas: Τα «Καλά Παιδιά» κάνουν κουμάντο! (vid)
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του gazzetta.gr στην Google
Το Gazzetta γράφει για μια ταινία-σταθμό. Τα «Καλά Παιδιά» κυριαρχούν και με τον τρόπο τους ταιριάζουν απόλυτα για το καλοκαίρι.

Η ζωή είναι αγώνας, δουλειά, μόχθος, κούραση, ιδρώτας. Ο άνθρωπος πρέπει να είναι έντιμος, να σέβεται τους συνανθρώπους του, το κοινωνικό σύνολο, το κράτος, τις αρχές, τους νόμους. Ο νομοταγής πολίτης οφείλει να πληρώνει τους φόρους και τους λογαριασμούς του. Οι οικογενειάρχες πρέπει να κοιτάνε το σπίτι και τα παιδιά τους. Ο πατέρας και η μητέρα πρέπει να εργάζονται, και εκτός από τις κρατήσεις και τα λοιπά πάγια έξοδα, χρειάζεται να πηγαίνουν σούπερ μάρκετ για τα απαραίτητα και για τα λιγότερο απαραίτητα. Χρειάζεται να καταναλώνουν σε ρούχα, υποδήματα, αξεσουάρ, διασκέδαση. Όσο μπορούν. Α, επίσης πρέπει να πληρώνουν τη δόση του δανείου ή το νοίκι. Έτσι κινείται ο κόσμος και έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός μικρομεσαίε αναγνώστη.
Αλλαγή παραγράφου, ματιάς και ατόμου. Στο κείμενό μας, στον χώρο μας, μπαίνει ο Χένρι. Φορά καλοραμμένο, ιταλικό, κοστούμι. Μπλε σκούρο με λεπτή λευκή γραμμή. Τα παπούτσια του μαύρα, καλογυαλισμένα και αστραφτερά. Το πουκάμισο μεταξένιο, μωβ και στον λαιμό λάμπει ο χρυσός σταυρός. Ρίχνει την απαξιωτική ματιά του και λέει το εξής: ρε μάγκες, πώς αντέχετε να ζείτε έτσι; Παίρνετε ένα ψωρομισθό, περιμένετε στην ουρά για τα πάντα, αποταμιεύετε κάτι πενταροδεκάρες… Σας λυπάμαι! Πριν αντιδράσεις, έχουν έρθει οι «φίλοι» του Χένρι. Δεν προλαβαίνεις να ακούσεις τίποτα. Δέχεσαι το χτύπημα κατάμουτρα και μονολογείς: τελικά αυτοί κάνουν κουμάντο, τα Καλά Παιδιά. Ο Σκορσέζε απλώνει τον φακό του στο σαστισμένο βλέμμα μας.

Επαναπροσδιόρισε το είδος των γκάνγκστερ ταινιών


Τα «Καλά Παιδιά» είναι η άλλη πλευρά του «Νονού». Εντάξει, προφανώς ο Σκορσέζε δεν έκανε την ταινία για να «απαντήσει» στον Κόπολα. Ωστόσο, όταν έχεις δει τα δύο (κινηματογραφικά) έργα δεν μπορείς παρά να κάνεις τη συσχέτιση. Η τριλογία του «Νονού» εστιάζει στην ισχυρή και έγκυρη στον κόσμο της μαφίας εικόνα των ανθρώπων της. Η οικογένεια Κορλεόνε, παρά τα εσωτερικά κυρίως προβλήματα, μένει ως το τέλος δυνατή και με μια αφοπλιστική μεγαλοπρέπεια. Τα «Καλά Παιδιά» είναι η εικόνα του ίδιου νομίσματος, αλλά πιο βρόμικη, πιο άγρια και πιο ωμή. Εδώ η ιστορία ναι μεν αφορά σκληρούς, γεμάτους εξουσία, γκάνγκστερ, αλλά μεταφέρεται σε εμάς από τα κάτω. Αυτοί οι μαφιόζοι δεν σταματάνε να «δουλεύουν» για να κερδίσουν τα χρήματά τους και να επιβάλλουν τον φόβο-σεβασμό τους. Όσο το φιλμ προχωρά, τόσο μεγαλώνει το αδίστακτο πνεύμα, η αδίστακτη πρακτική της παρέας των καλόπαιδων. Η βία που ασκούν είναι τρομακτική, ξεδιάντροπα αληθινή και είναι αυτή που μαζί με την απληστία τους καταδικάζει σε ένα μίζερο, αξιολύπητο, φινάλε. Στο τέλος της ταινίας, οι κεντρικοί χαρακτήρες είτε είναι νεκροί είτε στη φυλακή είτε δυσαρεστημένοι με τη ζωή που τους απέμεινε. Όπως είχε δηλώσει ο Σκορσέζε στο BBC, «τελικά, η ζωή που ζουν είναι άδεια, δεν έχει τίποτα το εποικοδομητικό, μόνο καταστροφή περιέχει». Τα «Καλά Παιδιά» επαναπροσδιόρισαν το είδος των γκάνγκστερ ταινιών και η μικρή μας ανάλυση θα σας δώσει να καταλάβετε το γιατί.

Οι μαφιόζοι όπως είναι


Πιάνοντας το νήμα από τα προηγούμενα λέμε το εξής: Στο μεσοδιάστημα των δύο ταινιών (Νονός, Καλά Παιδιά) υπήρξε κάτι αληθινά αξιόλογο στο εν λόγω είδος; Θα πούμε όχι. Αν κοιτάξουμε τη φιλμογραφία, των 80’s κυρίως, μια και αυτή μεσολαβεί μέχρι την προβολή των «GoodFellas», θα δούμε ότι ξεχωρίζουν Ο Σημαδεμένος, Κάποτε στην Αμερική και Οι Αδιάφθοροι. Το τελευταίο εστιάζει κυρίως στην πλευρά της αστυνομίας και αναφέρεται στην υπόθεση Αλ Καπόνε. Το δεύτερο είναι πιο πολύ μελαγχολικό, ρομαντικό, γκάνγκστερ φιλμ. Το πρώτο, είναι η πολύ δυνατή ιστορία της ανόδου και της πτώσης ενός ατόμου, του Τόνι Μοντάνα.
Τα «Καλά Παιδιά», λοιπόν, έδωσαν νέα οπτική στο είδος. Η κάμερα μπήκε μέσα στον κόσμο αυτών των ανθρώπων και τους έδειξε όπως ήταν! Η ειδοποιός διαφορά βρίσκεται σε δύο παράγοντες: το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Η ταινία βασίζεται σε αληθινή ιστορία και εντοπίστηκε στο βιβλίο «Wiseguy» (1985) του Νίκολας Πίλεγκι (Nicholas Pileggi). Το non fiction του Πίλεγκι έχει να κάνει με τον Χένρι Χιλ, αμερικανό μαφιόζο που κατέληξε πληροφοριοδότης του FBI. Ο Χιλ, Αμερικανός ιταλοιρλανδικής καταγωγής, ξεκινά ως παιδί για τα θελήματα των μαφιόζων και καταλήγει σημαντικό στέλεχος της οργάνωσης. Όταν θα μπει φυλακή για πρώτη φορά και θα αρχίσει τη διακίνηση-πώληση ναρκωτικών, αυτή θα είναι και η αρχή του τέλους του. Τη στιγμή που θα τον συλλάβουν για εμπόριο ναρκωτικών, για να γλιτώσει τη φυλακή και κυρίως τη ζωή του, θα γίνει «καρφί» για λογαριασμό των αρχών. Τα «Καλά Παιδιά», οι πρώην φίλοι του, θα μπουν φυλακή και αυτός θα μείνει με τη γυναίκα του απομονωμένος και για πάντα ξεχασμένος.
Ο Σκορσέζε και ο Πίλεγκι πήραν το πρωτογενές υλικό και έμειναν πιστοί στην αλήθεια και στα ντοκουμέντα του. Η κεντρική ιστορία είναι απλή, αλλά είναι όλα τα επιμέρους επεισόδια που φτιάχνουν την τόσο πειστική εικόνα του αληθινού μαφιόζου. Δυο σκηνές θα σας θυμίσουμε. Η πρώτη είναι όταν ο Χένρι παίρνει την κοπέλα του Κάρεν και τη βάζει στο κλαμπ Copacabana από την πλαϊνή είσοδο. Η κάμερα τους ακολουθεί και δείχνει με απλή, ασταμάτητη, κίνηση τον άλλο κόσμο των «Καλών Παιδιών», τον κόσμο που όλα είναι εφικτά. Η άνεση, η πολυτέλεια, η υποτέλεια των άλλων, όλα προσφέρονται αβίαστα και απλόχερα στα αφεντικά της πόλης. Η δεύτερη σκηνή είναι αυτή που ο φίλος του Χένρι, ο Τόμι, στη διάρκεια διασκέδασης στο κλαμπ, αφηγείται μια αστεία ιστορία. Όλοι γελάνε. Ξαφνικά σοβαρεύει και ρωτά τον Χένρι γιατί γελάει και γιατί είναι τόσο αστείος; Κοινώς τον «ψαρώνει» και μαζί όλους εμάς. Σε αυτά τα λίγα λεπτά φαίνεται η σχέση των «Καλών Παιδιών»: Φίλοι, σύντροφοι, στα πάντα και σε μια στιγμή θανάσιμοι εχθροί!
Η σκηνοθεσία του Σκορσέζε βασίζεται στην ασταμάτητη αφηγηματική ενέργεια. Κάθε πλάνο, κάθε σκηνή, έχει ένταση, έχει καθαρότητα, έντονα χρώματα, μια αδιάκοπη επιθετική προσέγγιση. Η εξωστρέφεια του φιλμ είναι αφοπλιστική και ο τρόπος που ακολουθεί, εστιάζει, η κάμερα τους πρωταγωνιστές είναι η προέκταση της συμπεριφοράς και των σκέψεων, δράσεων, τους. Και οι ηθοποιοί δίνουν ρεσιτάλ, έτσι; Ο Τζο Πέσι σαρώνει ως Τόμι. Ο εκφοβισμός, ο ασυγκράτητος θυμός, ο εκρηκτικός χαρακτήρας, όλα αποτυπώνονται με εντυπωσιακή πειστικότητα. Ο Ντε Νίρο ως Τζίμυ έχει την άνεση και την σκληρότητα, τον κυνισμό και την αποφασιστικότητα. Και ο Ρέι Λιότα, ως Χένρι είναι ο καταφερτζής, ο πονηρός και όταν χρειάζεται ο βίαιος τύπος. Ο Πολ Σορβίνο ως Πόλυ μεταφέρει την ηρεμία, τη σοφία και τη σιγουριά του αρχηγού και βετεράνου γκάνγκστερ. Η Λορέιν Μπράκο ως Κάρεν Χιλ είναι εύθραυστη, δυνατή και πάντα δίπλα στον γκάνγκστερ σύζυγό της. Και φυσικά, όλο αυτό το λαμπερό, με καλοκαιρινή προβολή, σύνολο είχε τα κατάλληλα μουσικά κομμάτια να το συνοδεύουν, να μας μεταφέρουν από τα 50’s έως τα 80’s. Η ταινία επιλέχθηκε από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ για να ενταχθεί στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου μια και ήταν (και είναι) πολιτισμικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.

 

Cover Photo: Χρήστος Ζωίδης

*Αντλήθηκαν πληροφορίες από το άρθρο 'We wanted to make it real': How Goodfellas reinvented the gangster film [bbc.com, του Myles Burke]