Νέα Γουινέα: Βρέθηκαν ζωντανά δύο μαρσιποφόρα που θεωρούνταν εξαφανισμένα εδώ και 6.000 χρόνια
Μια σπάνια και ιδιαίτερα σημαντική επιστημονική ανακάλυψη έρχεται από τα απομονωμένα τροπικά δάση της Νέας Γουινέας, όπου ερευνητές εντόπισαν δύο είδη μαρσιποφόρων που θεωρούνταν εξαφανισμένα εδώ και περίπου 6.000 χρόνια.
Πρόκειται για το πυγμαίο πόσουμ με τα μακριά δάχτυλα (Dactylonax kambuayai) και το Tous ayamaruensis, τα οποία εντοπίστηκαν στη χερσόνησο Βόγκελκοπ, μια περιοχή με εξαιρετικά πλούσια βιοποικιλότητα.
Όπως σημειώνει ο καθηγητής Τιμ Φλάνερι από το Αυστραλιανό Μουσείο, η εύρεση ακόμη και ενός τέτοιου είδους είναι σημαντική, πόσο μάλλον δύο που θεωρούνταν χαμένα για χιλιετίες.
Τα δύο μαρσιποφόρα ήταν γνωστά μέχρι σήμερα μόνο από απολιθώματα που χρονολογούνται από το Πλειστόκαινο (η γεωλογική περίοδος που περιλαμβάνει τη χρονική περίοδο 2.588.000 με 11.700 χρόνια πριν) και τις αρχές της Ολόκαινου εποχής (ξεκίνησε περίπου 10 ως 12 χιλιάδες χρόνια πριν, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα). Η παρουσία τους στη σύγχρονη εποχή υποδηλώνει ότι τα οικοσυστήματα της Νέας Γουινέας ενδέχεται να διατηρούν ζωντανά κατάλοιπα μιας αρχαίας πανίδας.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η περιοχή της Βόγκελκοπ, γεωλογικά συνδεδεμένη με την αρχαία αυστραλιανή ήπειρο, λειτουργεί ως «καταφύγιο» για είδη που εξαφανίστηκαν αλλού.

Μοναδικά χαρακτηριστικά των ειδών
Το πυγμαίο πόσουμ ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη ανατομία του, καθώς διαθέτει ένα εξαιρετικά επιμηκυμένο δάχτυλο σε κάθε χέρι, προσαρμογή που το βοηθά στην αναζήτηση τροφής.
Από την άλλη, το Tous ayamaruensis είναι συγγενικό με τα γνωστά ιπτάμενα μαρσιποφόρα της Αυστραλίας, αλλά μικρότερο σε μέγεθος. Διαθέτει ουρά και ζει σε κουφάλες δέντρων, σχηματίζοντας μακροχρόνιους δεσμούς με το ταίρι του.

Πολιτιστική σημασία και τοπική γνώση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πολιτιστική διάσταση της ανακάλυψης. Το Tous ayamaruensis είναι γνωστό σε τοπικές κοινότητες ως «Tous» και θεωρείται ιερό ζώο, συνδεδεμένο με τις παραδόσεις και τα πνεύματα των προγόνων.
Η συμβολή των αυτόχθονων πληθυσμών αποδείχθηκε καθοριστική για τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση των ειδών, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της συνεργασίας επιστημόνων και τοπικών κοινοτήτων.