Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα...

Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα...

Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα...

Ο Βασίλης Βλαχόπουλος υποκλίνεται στον Γιάννη Φετφατζίδη, γράφει για την ισοπαλία του Άρη στην Τρίπολη αλλά και το ρίσκο που πήρε ο Μίκαελ Ένινγκ.

Σούπερ προσφορά* στα Virtual Sports | *Ισχύουν όροι & προϋποθέσεις

Αυτή η αδυναμία ήταν ο σταθερός σύντροφος του Άρη και την περασμένη αγωνιστική περίοδο, εκεί οφείλεται η απόφαση επένδυσης ενός ποσού άνω του μισού εκατομμυρίου ευρώ για την απόκτηση του Μπράουν Ιντέγε. Η αλήθεια είναι ότι ο Νιγηριανός δεν κρίθηκε βάσει του πρότερου αγωνιστικού βίου και του ό,τι, ουδέποτε υπήρξε ο «killer», αλλά βάσει του ποσού που δαπανήθηκε για την έλευσή του στη Θεσσαλονίκη. Συνέπεια αυτού του τρόπου σκέψης ήταν να μην γίνει αντιληπτή η σημασία της παρουσίας του, σε κάθε παιχνίδι της ομάδας, το επίπεδο της προσφοράς του και να αξιολογείται σύμφωνα με το ότι δεν έχει το… εύκολο γκολ.

Η ίδια αδυναμία συντροφεύει τον Άρη και φέτος διότι, με εξαίρεση τους δύο αγώνες με τον ΠΑΟΚ όπου πράγματι ήταν εντυπωσιακά εύστοχος, στα υπόλοιπα παιχνίδια δίνει… ρεσιτάλ. Και δεν χρειάζεται να φτάσει μια ομάδα σε επίπεδο τελικής προσπάθειας για να την κρίνεις αποτελεσματική ή όχι, πολλές φορές είναι ένα κακό κοντρόλ ή μια βιαστική πάσα η οποία ακυρώνει το σύνολο της προσπάθειας που προηγήθηκε. Υπό αυτό το πρίσμα, στην Τρίπολη, μειώνεται αυτό που πραγματικά έδωσε ο Γιάννης Φετφατζίδης. Κάποια στιγμή ο φακός τον «εντόπισε» να μην μπορεί να δεχθεί ένα κακό κοντρόλ του Ντάνι Λάρσον και (μάρτυς μου ο Θεός) κι εγώ το ίδιο θα έκανα.

Στο πρώτο ημίχρονο, τα 8/11 των γραναζιών της αγωνιστικής μηχανής του Άρη λειτούργησαν (σχεδόν) στην εντέλεια. Πλην 5-6 αγωνιστικών λεπτών όπου ο Αστέρας προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το μομέντουμ μετά το δικό του (τυχερό) γκολ, τα κεντρικά χαφ «κατάπιαν» αυτά του Αστέρα, οι πλάγιοι επιθετικοί έκαναν εξαιρετικά τη δουλειά τους και ο Γιάννης Φετφατζίδης απέδειξε ότι θα μπορούσε κάλλιστα να κάνει καριέρα και στην άρση βαρών «κουβαλώντας» στην πλάτη του 3-4 αμυντικούς του Αστέρα οι οποίοι εμπέδωσαν το νούμερο που έχει στη φανέλα του. Ο Λάρσον έκανε δύο κακά κοντρόλ για να φτάσει σε τετ α τετ, οι περισσότερες αποφάσεις του Ντιγκινί επίσης ήταν κακές κι έτσι το 1-1 (σκορ ημιχρόνου) στοιχειοθέτησε την τέλεια αλλοίωση της πραγματικής εικόνας. Ο Κουέστα χρειάστηκε μια φορά, δεν ήταν εκεί, αλλά δεν ήταν φάση στην οποία περιμένεις από τον τερματοφύλακα να τη βγάλει 100%. Καταρχήν δεν έχει οπτικό πεδίο.

Η ουσία για τον Άρη είναι ότι δεν έχει το ένστικτο του δολοφόνου ως ομάδα και σε πολλές περιπτώσεις δεν καρπώνεται αυτό που πραγματικά αξίζει με κίνδυνο απώλειας ακόμη και τον αυτονόητων. Γιατί, όπως θα μπορούσε να είχε εξασφαλίσει σκορ ασφαλείας στο πρώτο ημίχρονο, με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να είχε φύγει με άδεια χέρια όταν ο Αστέρας πίεσε αρκετά για τη νίκη στο δεύτερο ημίχρονο. Αυτό το δολοφονικό ένστικτο το έχεις ή δεν το έχεις και σίγουρα είναι αδύνατο να το αποκτήσουν είτε ο 33χρονος Λάρσον είτε ο 30χρονος Ντιγκινί. Καταρχήν, κανείς από τους δύο δεν είναι κλασικός φορ. Ο Λάρσον επιστρατεύτηκε για να καλύψει ένα κενό, μεταφέρθηκε από το αριστερό άκρο της επίθεσης στη θέση του φορ και πλέον χρησιμοποιείται μόνο σ’ αυτή. Ο δε Ντιγκινί πάντα ήταν περιφερειακός επιθετικός.

Αυτός ο βαθμός δεν εκτροχιάζει τον Άρη από τον στόχο του, ίσα-ίσα που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποτελέσματα αυξάνει ακόμη περισσότερες τις πιθανότητες εδραίωσής του στην πρώτη εξάδα. Προσωπικά όμως, αυτή η λογική με βρίσκει αντίθετο. Γιατί, όταν παίζεις καλά, όταν βγάζεις αυτοματισμούς, απομονώσεις και φτάνεις στο σημείο της μίας τελικής πάσας για να σκοράρεις, θα πρέπει να τη δώσεις τη… ρημάδα, να κάνεις τα γκολ που οφείλεις και να δείξεις την αξία σου. Τα υπόλοιπα είναι παρηγοριά στον άρρωστο.

Πάμε στις επιλογές του Μίκαελ Ένινγκ. Στον κύκλο εμπιστοσύνης του Γερμανού βρίσκονται 12-13 παίκτες. Οι υπόλοιποι δεν το έχουν καταφέρει σε σημείο να (τον) βάλουν σε διαδικασία σκέψης αλλαγών στο βασικό σχήμα. Το «φωνάζει» σχεδόν σε κάθε αγώνα μέσα από τις αποφάσεις του. Και το πράττει παίρνοντας μεγάλο ρίσκο. Ειδικά απέναντι στον Αστέρα Τρίπολης και με φόντο τον αγώνα Κυπέλλου με τον Ατρόμητο. Ίσως θα έπρεπε να είχε προχωρήσει σε rotation, για να έχει πιο φρέσκους τους παίκτες του ενόψει του «τελικού» της Πέμπτης. Θα κριθεί εκ του αποτελέσματος. Είναι φανερό όμως ότι κανείς εκ των παικτών που είναι στον πάγκο δεν έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Είτε αυτός λέγεται Αμπού Μπα στον άξονα, είτε Μαρτίνες-Τόνσο σε πιο δημιουργικό ρόλο. Θα αναγκαστεί να το κάνει στα Playoffs (εφόσον ασφαλώς αγωνιστεί στην τελική φάση του Πρωταθλήματος) γιατί εκεί τα διαδοχικά και απολύτως απαιτητικά παιχνίδια, δεν θα του δίνουν άλλη επιλογή.

Κάτι τελευταίο. Η παρακάτω φωτογραφία δείχνει ότι… α) ο Ντάνι Λάρσον πατάει εντός της μεγάλης περιοχής, β) υπάρχει αντικανονικό μαρμάρισμα. Άρα, υπάρχει πέναλτι. Συνολικά, ο Τσαμούρης έκανε καλή διαιτησία, αλλά ο Σιδηρόπουλος που ήταν στο VAR όφειλε να δει τη φάση και να συμβουλέψει τον διαιτητή. Εκτός κι αν έκρινε ότι δεν υπήρχε καμία παράβαση. Η φωτογραφία τον διαψεύδει…