ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Η διαφορά μιας “δουλεμένης” από μια “αδούλευτη” ομάδα

Η διαφορά μιας “δουλεμένης” από μια “αδούλευτη” ομάδα

Η διαφορά μιας “δουλεμένης” από μια “αδούλευτη” ομάδα

Ο Βασίλης Σαμπράκος αναλύει τη συμπεριφορά του Ολυμπιακού στην αλλαγή συστήματος στο ντέρμπι, τη συμπεριφορά της ΑΕΚ, και τη συμπεριφορά του ΠΑΟΚ στον Βόλο και γράφει για τη σημασία του να μην αλλάζεις προπονητή στο ποδόσφαιρο του 2019.

Στο ντέρμπι με την ΑΕΚ ο Πέδρο Μαρτίνς είχε να διαχειριστεί, όταν έκανε τα βήματα για την εκπόνηση του αγωνιστικού σχεδίου της ομάδας του, το πρόβλημα της σύγχρονης απουσίας όλων των “10αριών” που διαθέτει (Φορτούνης, Βαλμπουενά, Μπενζιά). Για να βάλει σε εφαρμογή τα συστήματά του που υπηρετούνται από τον 4-2-3-1 σχηματισμό, ο Πορτογάλος θα έπρεπε να παίξει με τον Λοβέρα ως 10αρι. Ανάμεσα σε αυτήν και στην επιλογή να παίξει με τα συστήματα που έχει μάθει να χρησιμοποιεί η ομάδα του με τον 4-3-3 σχηματισμό, ο Μαρτίνς έκανε την δεύτερη. Δεν είναι της στιγμής η κρίση σχετικά με το αν έκανε ή όχι καλά ο προπονητής που προτίμησε ένα σχέδιο παιχνιδιού που υπηρετείται από το 4-3-3 αντί του σχεδίου που θα υπηρετούσε το 4-2-3-1. Και δεν έχει μεγάλη σημασία· σημασία έχει να μελετήσει κανείς τη συμπεριφορά του Ολυμπιακού προκειμένου να αντιληφθεί το βάθος της δουλειάς που κρύβει η συμπεριφορά μιας ομάδας κατά τη διάρκεια ενός αγώνα. Οι σχηματισμοί είναι νούμερα· τα συστήματα, που προκύπτουν από την διαμόρφωση του ρόλου που αναλαμβάνει κάθε ένας εκ των ποδοσφαιριστών προκειμένου να υπηρετήσει τα σχέδια που έχει επιλέξει ο προπονητής για να πετύχει τον στρατηγικό στόχο του είναι που σου εξηγούν, εσένα του παρατηρητή, αν μια ομάδα έχει ή όχι εξασκηθεί και προετοιμαστεί στην πρακτική εφαρμογή της θεωρητικής προσέγγισης που κάνει σε ένα παιχνίδι ο προπονητής.

Στο ντέρμπι ο Ολυμπιακός έβλεπε τους ποδοσφαιριστές του, ανεξάρτητα από την φόρμα της βραδιάς, να παίζουν σωστά, δηλαδή να μένουν πάνω στον ρόλο τους τακτικά, να οργανώνονται, να μην χάνουν την ισορροπία τους όταν αμύνονται, να κρατούν την συνοχή τους και να μην δίνουν χώρους στην ΑΕΚ για να επιτεθεί και να απειλήσει, και να αναπτύσσουν επιθέσεις με τρόπο που τους επέτρεπε να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες του αντιπάλου τους. Προκειμένου να συμβούν όλα αυτά χρειαζόταν οι τρεις κεντρικοί μέσοι να ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, δηλαδή τι διαφορετικό χρειαζόταν να κάνουν, και να έχουν καλή επικοινωνία. Και χρειαζόταν να αλλάξουν τρόπο στο παιχνίδι τους ο Ποντένσε, ο Σουντανί και ο Ελ Αραμπί. Διότι αλλιώς – πρέπει να – κινούνται στα συστήματα του 4-2-3-1, τόσο στη φάση της κατοχής όσο και στην φάση ανάκτησης της κατοχής της μπάλας. Είναι άλλες οι απαιτήσεις του παιχνιδιού από τον κεντρικό επιθετικό στο 4-2-3-1 και άλλες στο 4-3-3. Και το ίδιο ισχύει για τους πλάγιους επιθετικούς. Είναι διαφορετικές οι κινήσεις που πρέπει να κάνουν χωρίς τη μπάλα, άλλοι οι χώροι στους οποίους πρέπει να κινηθούν τόσο όταν έχει τη μπάλα η ομάδα τους όσο και όταν δεν την έχει. Στο παιχνίδι του Ολυμπιακού απέναντι στην ΑΕΚ όλα αυτά ήταν ευδιάκριτα στα μάτια αυτού που είχε δει προηγούμενα παιχνίδια. Κι ένα από τα μοτίβα ανάπτυξης των επιθέσεων έγινε αντιληπτό δια γυμνού οφαλμού. Διότι ο Ολυμπιακός άρχισε να το δείχνει στην ΑΕΚ από το 8'ο λεπτό, δηλαδή από την πρώτη φορά που ο Ποντένσε έψαξε τον Καμαρά στα όρια της μεγάλης περιοχής για να του δώσει την ευκαιρία να απειλήσει με μακρινό σουτ την εστία της ΑΕΚ. Η συνέπεια με την οποία λειτουργούσε επιθετικά ο Ολυμπιακός για να του βγει αυτό το σύστημα, δηλαδή για να φέρει τον Καμαρά σε θέση να εκτελέσει από σημεία του τερέν από τα οποία ο Καμαρά έχει υψηλό συντελεστή προσδοκώμενου γκολ, σου δημιουργούσε την αίσθηση ότι παρακολουθείς μια ομάδα μπάσκετ η οποία έχει μόλις επιστρέψει από τάιμ άουτ και βγάζει στο παρκέ αυτό που της έδειξε ο προπονητής στο πινακάκι του. Γιατί το έκανε αυτό ο Μαρτίνς; Επειδή είχε διαβάσει αυτή την αδυναμία της ΑΕΚ (του Σιμόες) κατά την ανάλυση του αντιπάλου του.

Ολο αυτό που περιγράφω εξηγεί πολλά για την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των μεθόδων που χρησιμοποιεί ο Μαρτίνς για να επικοινωνεί με τα μέλη της ομάδας του και να βελτιστοποιεί το παιχνίδι της ομάδας του. Μια ομάδα που αλλάζει με τέτοια άνεση συστήματα είναι μια ομάδα που γεύεται τα προνόμια της εποχής που διανύει: δουλεύει επί 18 μήνες με τον ίδιο προπονητή, ο οποίος είναι αυτός που επέλεξε τους ποιοτικούς ποδοσφαιριστές με τους οποίους δουλεύει. Μια δουλεμένη ομάδα πατάει πάνω στη δουλειά της, δηλαδή σε όλη αυτή την εμπειρία συνεργασίας χάρη στην οποία το γνωστικό επίπεδο των ποδοσφαιριστών έχει φτάσει στο σημείο να βγάζουν στο τερέν συνεργασίες από ένστικτο. Τον Μαρτίνς τον κοιτάζεις στον πάγκο του και αντιλαμβάνεσαι ότι δεν νιώθει την ανάγκη να παρέμβει με εντολές ούτε εκεί που βρίσκεται η μπάλα, ούτε στο δεύτερο πεδίο, της υποστήριξης, ούτε καν στο τρίτο πεδίο, της συνεργασίας μεταξύ των ποδοσφαιριστών που δεν εμπλέκονται στη φάση. Τον κοιτάζεις και βλέπεις ένα διαρκώς ανήσυχο πνεύμα που όμως στέκεται με εμπιστοσύνη προς μια ομάδα που του δείχνει ότι έχει μάθει να συμπεριφέρεται με βάση τις προδιαγραφές που της βάζει με την καθημερινή δουλειά του.

 

Στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό ο Νίκος Κωστένογλου επέλεξε να βάλει την ΑΕΚ με αγωνιστικό σχέδιο και συστήματα που υπηρετούνταν από τον 4-2-3-1 σχηματισμό. Με συστήματα διαφορετικά από αυτά που προσπαθεί επί των ημερών του να εφαρμόσει η ΑΕΚ στο τερέν όταν την τοποθετεί σε 3-5-2 σχηματισμό. Κι εδώ είναι μιας άλλης στιγμής η κουβέντα σχετικά με το αν έκανε ή όχι καλά που επέλεξε τα συστήματα του 4-2-3-1 από αυτά του 3-5-2. Παρατηρώντας την συμπεριφορά της ΑΕΚ ο παρατηρητής μπορούσε εύκολα να καταλάβει ότι ο προπονητής είχε εκπονήσει ένα λειτουργικό σχέδιο προκειμένου η ομάδα του να μην υστερεί αριθμητικά στις καταστάσεις παιχνιδιού και να καταφέρει να εκμεταλλευτεί τις αδυναμίες που είχε διαβάσει ο προπονητής στην ανάλυση του αντιπάλου του. Στη συμπεριφορά των ποδοσφαιριστών όμως δεν έβλεπες αλλαγή ρόλου. Ο Ολιβέιρα, ο Λιβάγια, ο Αλμπάνης, ο Ντέλετιτς προσπαθούσαν να κάνουν ακριβώς ό,τι προσπαθούν να κάνουν στο 3-5-2. Τόσο στην φάση κατοχής της μπάλας όσο και στην φάση επανάκτησης της κατοχής, η ΑΕΚ δεν σου έδινε να καταλάβεις ότι έχει ποδοσφαιριστές που έχουν εμπεδώσει τον διαφορετικό ρόλο τους. Ακόμη και αν εστιάσεις στα highlights και δεν δεις τη μεγάλη εικόνα, ο τρόπος που δέχεται τα γκολ σου φωνάζει ότι αυτή είναι μια ομάδα με προπονητή που “βλέπει” και ποδοσφαιριστές που δεν είναι μαθημένοι να “βλέπουν”. Στη φάση του πρώτου γκολ του Ολυμπιακού, ο Αλμπάνης βρίσκεται εκεί που του ζητεί ο ρόλος του, αλλά η συμπεριφορά του έχει την “αφέλεια” ποδοσφαιριστή που επιτίθεται, όχι αμυνόμενου, με συνέπεια να χάσει τη μονομαχία με τον Μπουχαλάκη και να δει τη μπάλα στα δίχτυα της ομάδας του. Στη φάση της επίτευξης του δεύτερου γκολ του Ολυμπιακού ο Σιμόες χάνει για πολλοστή φορά τη θέση στην οποία θα έπρεπε να βρίσκεται ως “κόφτης”. Ο Σιμόες ήταν ο holding midfielder, δηλαδή ο μέσος που – βάσει ετικέτας – πρέπει να βρίσκεται μπροστά από την αμυντική γραμμή και να κρατάει τη θέση του. Στο ντέρμπι ο Σιμόες ήταν παράδειγμα ακράτειας της θέσης του. Οταν ένας παίκτης δεν βάζει μυαλό κατά την εξέλιξη του παιχνιδιού βγαίνει από το παιχνίδι. Του Κωστένογλου όμως του είχαν τελειώσει οι αλλαγές, ή πιο σωστά ο προπονητής τις είχε εξαντλήσει με τη σκέψη να αυξήσει την επιθετική δυναμική της ομάδας του.

Με τη συνολική συμπεριφορά της η ΑΕΚ δημιούργησε στον παρατηρητή την αίσθηση μιας ομάδας που ήθελε, που είχε προετοιμαστεί κατά το δυνατόν σωστά ψυχικά και πνευματικά για το ντέρμπι. Εδειξε ανθεκτικότητα όταν βρέθηκε πίσω στο σκορ (9') και δημιούργησε δύο ευκαιρίες με τον Ολιβέιρα στο εικοσάλεπτο. Προσπάθησε να αντιδράσει και μετά από τη δοκιμασία που πέρασε από τη στιγμή του γκολ του Ολυμπιακού που δεν μέτρησε, στο 25' μέχρι το τέλος του ημιχρόνου. Προσπάθησε να δημιουργήσει και κατά τη διάρκεια του δευτέρου ημιχρόνου, μέχρι να αρχίσει να χάνει δυνάμεις, να ανοίγει τις αποστάσεις στις γραμμές της, να μεγαλώνει τις αποστάσεις ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές της και να δίνει χώρους στον Ολυμπιακό για να τους εκμεταλλευτεί και να αντεπιτεθεί με άνεση. Παρ' όλη την προσπάθειά της, η ΑΕΚ εξυπηρέτησε τη στρατηγική του Ολυμπιακού, ο οποίος άντεξε με άνεση στα διαστήματα της επιθετικότητάς της και βρήκε στις κόντρα επιθέσεις τις ευκαιρίες και τελικά το δεύτερο γκολ με το οποίο καθάρισε τη νίκη.

Στα στατιστικά δεδομένα διαβάζεις την προσπάθεια μιας φιλοξενούμενης να ζητήσει πράγματα από ένα ντέρμπι (54%-46% κατοχή μπάλας, 66-55 επιθέσεις). Σε μια πιο προσεκτική ανάγνωση όμως βλέπεις ότι η μια ομάδα δημιούργησε 51 επικίνδυνες επιθέσεις και η άλλη 30. Ο Ολυμπιακός έκανε 10 σουτ και η ΑΕΚ 7. Οταν αναλύεις ποιοτικά τα σουτ όμως, διαπιστώνεις ότι ο Ολυμπιακός είχε 6 σουτ εντός στόχου και η ΑΕΚ 2. Κι όταν δεις τα 2 σουτ της ΑΕΚ που ήταν εντός στόχου, διαπιστώνεις ότι αυτά ήρθαν από θέσεις με πολύ χαμηλό συντελεστή επίτευξης γκολ· ήταν τα δύο σουτ που έκανε από πολύ πλάγια θέση ο Ολιβέιρα. Με άλλα λόγια, η ΑΕΚ ήταν μια ομάδα με διάθεση και χαρακτήρα για να διεκδικήσει το ντέρμπι, αλλά χωρίς υποδομή και χωρίς συγκέντρωση για να διεκδικήσει το ντέρμπι. Την συγκέντρωση δεν την είχε επειδή πήγε στο ντέρμπι με χαλασμένο μυαλό λόγω του Βράνιες και της παρέας του. Την υποδομή δεν την έχει διότι δουλεύει μόνο 1,5 μήνα με τον σημερινό προπονητή της, ο οποίος δεν είχε καμιά συμμετοχή στον σχηματισμό του ρόστερ και λειτουργεί υπό το καθεστώς της ανοχής που είναι αναγκαία. Ανέχεται τις παλαβομάρες του Βράνιες και της παρέας του, ανέχεται ποδοσφαιριστές που το 2019 λειτουργούν μόνο σε μια φάση παιχνιδιού, ή παίκτες με σημαντικές αδυναμίες. Με απλά λόγια, παίζει με ό,τι έχει. Ακόμη και με το ίδιο ρόστερ όμως, η ΑΕΚ θα ήταν κάτι άλλο, σίγουρα καλύτερο από αυτό που είναι σήμερα αν δούλευε με έναν ικανό προπονητή από την αρχή του καλοκαιριού μέχρι σήμερα. Κι αυτό αποδεικνύεται εύκολα μέσα από την παρατήρηση της εξέλιξης και της βελτιστοποίησης που παρουσιάζει ο ΠΑΟΚ του Αμπελ Φερέιρα. Η λειτουργία του ΠΑΟΚ, ειδικά στη φάση της κατοχής της μπάλας και της επιθετικής ανάπτυξής του στο ματς του Βόλου ήταν ένα καθαρό σημάδι εξέλιξης. Ποιοτικοί ποδοσφαιριστές, που έχουν κατανοήσει τον ρόλο τους και έχουν βελτιώσει την μεταξύ τους επικοινωνία χάρη στην παραμετροποιημένη δουλειά τους στις προπονήσεις, βγάζουν στο τερέν στοιχεία μιας ομάδας που ξέρει πώς να συμπεριφερθεί για να δημιουργήσει ελεύθερους χώρους και να τους εκμεταλλευτεί. Οι κινήσεις του Μπίσεσβαρ ανάμεσα στις γραμμές του Βόλου, οι κινήσεις των πλάγιων μπακ στην πλάτη των πλάγιων επιθετικών, οι διαγώνιες κινήσεις των πλάγιων επιθετικών στην πλάτη του σέντερ φορ που δημιουργούσε χώρους με τις κινήσεις του, οι διαγώνιες κινήσεις των πλάγιων επιθετικών κατά την πλαγιοκόπηση από την αντίθετη πλευρά, όλα όσα έδειξε ο ΠΑΟΚ είναι καθαρά σημάδια μιας ομάδας που δουλεύει σωστά στην καθημερινότητά της.

Στη στιγμή που βρισκόμαστε, μετά από 8 αγωνιστικές, η βαθμολογία της Superleague λέει την αλήθεια για την δουλειά και την εικόνα αυτών των τριών ομάδων. Προπορεύεται μια ομάδα που έχει ίδιο προπονητή εδώ και 18 μήνες και του έχει δώσει ποιοτικούς ποδοσφαιριστές που έχει ο ίδιος επιλέξει. Ακολουθεί από κοντά μια ομάδα που έχει καλό προπονητή που είχε συμμετοχή στον σχηματισμό του ρόστερ του, ο οποίος όμως βρίσκεται ακόμη στο πρώτο του τετράμηνο. Και έχει ήδη μείνει πίσω μια ομάδα που λειτουργεί με προπονητή του 1,5 μήνα, ο οποίος δεν είχε καμία συμμετοχή στον σχηματισμό του ρόστερ και παρέλαβε μια ομάδα με χτυπητές αδυναμίες.

Διαχρονικά η θέση του προπονητή ήταν νευραλγική. Το ποδόσφαιρο του σήμερα όμως έχει αλλάξει τόσο, που το να αλλάζεις προπονητή δεν είναι σαν να αλλάζεις τον διευθυντή μιας βιοτεχνίας των 20 εργαζόμενων ή μιας μικρής βιομηχανίας των 100 εργαζόμενων, όπως ήταν κάποτε. Είναι σαν να αλλάζεις τον διευθύνοντα σύμβουλο μιας εταιρείας των 200+ εργαζόμενων που παράγει προϊόν υψηλής ποιότητας. Διότι πλέον ο προπονητής, σε αυτό το επίπεδο, είναι διευθυντής που κατευθύνει και συντονίζει τη δουλειά τεχνικών επιτελείων που απαρτίζονται από 30+ επιστήμονες διαφορετικών επιστημών, διαχειρίζεται ανθρώπινο δυναμικό 30+ ποδοσφαιριστών με υπεραξία εκατομμυρίων και επηρεάζει τη δουλειά δεκάδων προπονητών και εκατοντάδων ποδοσφαιριστών της ακαδημίας ενός συλλόγου. Αν υπολογίσει κανείς και την επίδραση που έχει το αγωνιστικό αποτέλεσμα στη δουλειά και τη ζωή των δεκάδων ανθρώπων που εργάζονται στην εταιρεία του συλλόγου, αντιλαμβάνεται το μέγεθος της σημασίας που έχει ο προπονητής στη σημερινή πραγματικότητα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου αυτού του επιπέδου. Ο προπονητής σήμερα είναι όλο το λογισμικό που έχουν οι ποδοσφαιριστές για να βελτιστοποιήσουν το ατομικό παιχνίδι και να το ενσωματώσουν στο ομαδικό παιχνίδι προκειμένου αυτό να φτάσει στο επίπεδο της υψηλής απόδοσης. Γι' αυτό σήμερα η αλλαγή προπονητή θέλει πολύ κόπο και πολλή προσοχή. Είναι δουλειά για να χάνεις τον ύπνο σου, αν είσαι αυτός που πρέπει να την κάνει. Γι' αυτό και η επιλογή προπονητή θέλει πολλή δουλειά στην προετοιμασία της και πολλά στάδια έρευνας και μελέτης μέχρι την πρόσληψη.