ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Αναζητώντας το “know how” του ελληνικού μπάσκετ...

Αναζητώντας το “know how” του ελληνικού μπάσκετ...

Αναζητώντας το “know how” του ελληνικού μπάσκετ...

Ο Αντώνης Καλκαβούρας σχολιάζει την ήττα της Εθνικής ομάδας από την Λετονία, αναρωτιέται που πήγε το κίνητρο των διεθνών που επιστρατεύονται στα «παράθυρα» και θέλει να πιστεύει ότι η άνευρη εικόνα τους προκάλεσε την εξαφάνιση του “know how”, που δεδομένα είναι κτήμα τους.

Δεν ξέρω πως το βιώνετε εσείς, αλλά από τα μέσα του περασμένου Μαρτίου και την πρώτη καραντίνα μέχρι και σήμερα, μου φαίνεται ότι δεν έχουν περάσει απλά 8 μήνες, αλλά μία ολόκληρη εποχή! Ειδικότερα όταν γυρίζω τον χρόνο πίσω στην προ κορονοϊού ζωή μας, όλα όσα συμβαίνουν στο σήμερα μου φαίνονται σαν να παρακολουθούσαμε μία ταινία και ξαφνικά να έχουμε μεταφερθεί 6 χρόνια μετά...

Κάπως έτσι αισθάνθηκα βλέποντας και πάλι την «επίσημη αγαπημένη» να αγωνίζεται ξανά μετά από 9 μήνες, με την γνωστή σύνθεση ανάγκης που παρουσιάζει τα τρία τελευταία χρόνια στους προκριματικούς αγώνες του Eurobasket (2022) και του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Κίνας (2019).

Εκεί όπου είδαμε για τελευταία φορά το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα σε πλήρη σύνθεση με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο και όλους τους υπόλοιπους κορυφαίους Έλληνες παίκτες στις επάλξεις. Εκεί όπου πορωθήκαμε και πάλι με την δυναμική που εκπέμπει πάντα η «γαλανόλευκη» στις μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις και κάναμε όνειρα να την δούμε ξανά να πρωταγωνιστεί, ανεξαρτήτως του αποτυχημένου τελικού αποτελέσματος και του αποκλεισμού από την οκτάδα του κόσμου...

Ήμουν στην Σενζέν και θυμάμαι την μπασκετικά εορταστική ατμόσφαιρα με νοσταλγία και όσο το σκαλίζω, δεν σας κρύβω ότι μελαγχολώ... Μελαγχολώ, συγκρίνοντας την σημερινή εικόνα της Εθνικής ομάδας στην φούσκα του Σαράγεβο, κόντρα στην μέτρια Λετονία και ανατρέχοντας στο τελευταίο παιχνίδι κόντρα στην ομάδα της πατρίδας του Πορζίνγκις (17/09/2015 στη Λιλ της Γαλλίας), που είχε ιστορικό χαρακτήρα για το ελληνικό μπάσκετ.

Όχι τόσο γιατί μας έδωσε την 5η θέση στο Eurobasket του 2015, αλλά κυρίως γιατί ήταν το τελευταίο του Βασίλη Σπανούλη και του Νίκου Ζήση με το εθνόσημο στο στήθος. Δύο παιδιών που διαφήμισαν το ελληνικό μπάσκετ σε όλη την υφήλιο, αγάπησαν την Εθνική ομάδα όσο λίγοι και της χάρισαν επιτυχίες που έχουμε να δούμε από την εποχή που ήταν στο απόγειο της ακμής τους.

Δύο παιδιών που παίζουν ακόμη στο υψηλότερο επίπεδο και διδάσκουν το “know how” που για πολλά χρόνια έφερε την Ελλάδα στην «ελίτ» του παγκοσμίου μπάσκετ. Αυτό το “know how” που επιτρέπει σε όλα τα προϊόντα του ελληνικού μπάσκετ (παίκτες, προπονητές, γυμναστές και παράγοντες) να εξακολουθούν να απολαμβάνουν τον σεβασμό των απανταχού μπασκετικών όλου του κόσμου. Έστω κι αν τα αποτελέσματα έχουν πολύ καιρό να μας δικαιώσουν σε εθνικό και διασυλλογικό επίπεδο...

Δεν θέλω να μακρηγορήσω άλλο γιατί μπορώ να γράφω, να γράφω, να γράφω και ξαφνικά να συνειδητοποιήσω ότι έχω ξεφύγει τελείως από το θέμα μας, που είναι η αποκαρδιωτική εικόνα της Εθνικής ομάδας στο 3ο της παιχνίδι για τα προκριματικά του Eurobasket και η απώλεια της ευκαιρίας να σφραγίσει ουσιαστικά το «εισιτήριο» για την 2η φάση, αφήνοντας έξω από το παιχνίδι της πρόκρισης του Λετονούς.

Και δεν θέλω δικαιολογίες του τύπου «η Ελλάδα γνώρισε την πρώτη της ήττα στον 8ο όμιλο» ή ελαφρυντικά σχετικά με την ελλιπή προετοιμασία, το έλλειμα ομοιογένειας ή το τρίτης διαλογής ρόστερ που είχε ο Θανάσης Σκουρτόπουλος στην διάθεσή του, γιατί όλα τα παραπάνω είναι μόνο για λαϊκή κατανάλωση και τίποτε παραπάνω...

Η Εθνική ομάδα βασίστηκε σε παιδιά που έχουν παραστάσεις και εμπειρίες υψηλού επίπεδου (Μάντζαρης, Αγραβάνης, Κατσίβελης, Αθηναίου, Γκίκας) αλλά και σε παίκτες που έχουν αγωνιστικό ρυθμό στις ομάδες τους (πλην ίσως του Σκορδίλη που δεν παίζει πολύ φέτος στο Περιστέρι), αλλά με εξαίρεση την πρώτη περίοδο, ποτέ δεν μπήκαν στην διαδικασία να συνειδητοποιήσουν την «ευλογία» και το προνόμιο να φορούν την «γαλανόλευκη» φανέλα. Και φυσικά να εφαρμόσουν στο παρκέ το περίφημο “know how” του ελληνικού μπάσκετ, το οποίο ρέει μέσα στις φλέβες τους.

Να ματώσουν και να παθιαστούν στον βωμό της ευκαιρίας που τους προσφέρεται και να αποδώσουν σαν να μην υπάρχει... επόμενη μέρα. Αυτή είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, η νοοτροπία που πρέπει να χαρακτηρίζει τους διεθνείς παίκτες που πατάνε στο παρκέ μετά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου με στόχο να εκπροσωπήσουν την χώρα τους διεθνώς. Όπως το έκαναν τα μέλη της ομάδας που εξασφάλισε την πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Κίνας, με 9 συνεχόμενες νίκες και με συνολικό ρεκόρ 11-1!

Είδατε εσείς αυτά τα χαρακτηριστικά στην διάρκεια του αποψινού αγώνα; Εγώ προσωπικά καθόλου! Αν εξαιρέσουμε τα πρώτα 9,5 λεπτά, που η Ελλάδα έβγαλε μία φρεσκάδα και μία κίνηση στην επίθεση και με τα τρία guard, έκλεισε την 1η περίοδο με 9 ασίστ έναντι ενός λάθους, η συνέχεια ήταν μία απογοήτευση που άρχισε με την σταδιακή απώλεια της μάχης των ριμπάουντ, την έλλειψη μαχητικότητας στην άμυνα και δημιουργίας στην επίθεση και τις κάκιστες ατομικές πρωτοβουλίες.

Το παιχνίδι της Κυριακής (29/11, 19.00) με την Βουλγαρία στην πρωτεύουσα της Βοσνίας, αυτομάτως αποκτά αυξημένο ενδιαφέρον, όχι μόνο για την μάχη της πρόκρισης, αλλά για την αποκατάσταση του κύρους του ελληνικού μπάσκετ. Το δεύτερο, από μόνο του, αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο κίνητρο για την αγωνιστική μεταμόρφωση των Ελλήνων διεθνών... Κακά τα ψέματα, δεν τους αξίζει αυτό που παρουσίασαν απόψε...

Υγ.1: Το θεωρητικά... άχαστο αλλά στην πράξη αποτυχημένο lay up του Τσαϊρέλη στα 3” πριν την λήξη της περιόδου, από μαγική πάσα του Γκίκα πίσω από την πλάτη, ήταν η αρχή της κατάρρευσης. Οι Λετονοί με τρίποντο σχεδόν από το κέντρο μείωσαν σε 21-20, ενώ το δεκάλεπτο έπρεπε να κλείσει με την Εθνική μας μπροστά στο σκορ με 23-17...

Υγ.2: Δεν ξέρω τι συνέβη και κανείς τους δεν έδωσε το παρών (πιθανά το ΝΒΑ να ύψωσε κεντρικό «απαγορευτικό»), αλλά πιστεύω ότι ο Θανάσης και ο Κώστας Αντετοκούνμπο θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στο Σαράγεβο και να επιστρέψουν στην Αμερική με δύο ημέρες καθυστέρηση, με δύο επίσημα ματσάκια στο ενεργητικό τους. Η αγωνιστική δράση, άλλωστε, είναι αυτό που τους έχει λείψει περισσότερο από ο,τιδήποτε στο μπάσκετ και μαχητικό τους ταμπεραμέντο, σίγουρα αυτό που έλλειψε τόσο πολύ από τους παίκτες του Σκουρτόπουλου.