ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Οι αποχρώσεις του γκρίζου

Ο Πρίντεζης απέχει από τον φασισμό όσο η πατρίδα από την πατριδοκαπηλεία

Οι αποχρώσεις του γκρίζου

Οι αποχρώσεις του γκρίζου

O Nίκος Παπαδογιάννης σχολιάζει την διαβόητη ανάρτηση του Γιώργου Πρίντεζη και αναρωτιέται αν ο παίκτης κατάλαβε τι ακριβώς έπραξε.

Η ομιλία του Γιώργου Μπαρτζώκα στην πρώτη συγκέντρωση του φετινού Ολυμπιακού θα μπορούσε να ξεκινήσει με την ανάγνωση του παρακάτω εδαφίου, από τη συνέντευξη που ο ίδιος μου παραχώρησε τον Ιούλιο του 2019, για το Documento:

 

-Ο πατέρας σας, Ανδρέας, υπήρξε ασυμβίβαστος αγωνιστής της Αριστεράς, με αντιστασιακή δράση δεκαετιών, φυλακίσεις, εξορίες και συμμετοχή στην περίφημη απόδραση από τη φυλακή των Βούρλων, το 1955, μαζί με άλλους 26 υπόδικους κομμουνιστές που αντιμετώπιζαν τη θανατική ποινή ως «κατάσκοποι της Σοβιετικής Ένωσης». Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;

Όταν ήμουν μικρός, τον καιρό της Χούντας, θυμάμαι να μπουκάρουν ασφαλίτες στο σπίτι μας και να ψάχνουν κάτω από τα κρεβάτια όπου κοιμόμουν εγώ και η αδελφούλα μου. Τελικά έπιασαν τον καταζητούμενο πατέρα μου, το 1967, στη σκάλα του αεροπλάνου, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει για το Παρίσι. Ακολούθησαν φυλακές και εξορίες, έχω εικόνες από τόπους μαρτυρίου όπως η Λέρος. Για δέκα χρόνια η οικογένεια έζησε χωρίς τον πατέρα μου. Δεν είχαμε εισοδήματα, μας τάιζαν οι θείοι μου. Του το έχω καταλογίσει σε έναν μικρό βαθμό αυτό, όσο υπερήφανος και αν νιώθω που είμαι γιος του. Μπορούσε να υπογράψει και να βγει. Δεν το έκανε. Έζησε τα προαιώνια διλήμματα, όλων των επαναστάσεων.

-Τι πήρατε εσείς από τον πατέρα σας, που απεβίωσε πρόσφατα στα 90 του;

Ο οικογενειακός μας κύκλος περιλάμβανε προσωπικότητες όπως ο Ηλίας Ηλιού, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Μίκης Θεοδωράκης. Μία ή δύο φορές την εβδομάδα, ο πατέρας με έπαιρνε μαζί του στη διοικούσα επιτροπή της ΕΔΑ στην Ακαδημίας. Έτσι μεγάλωσα. Μέσα σε όλα αυτά, εκείνος ήταν και πρόεδρος των Φίλων Ελληνικής Μουσικής και οργάνωνε τις συναυλίες του Μίκη μετά τη μεταπολίτευση. Δεν τον θυμάμαι ποτέ, να λέει κακή κουβέντα για άνθρωπο. Ούτε τους πολιτικούς αντιπάλους του «έκραζε» ούτε τους συντρόφους που πήραν άλλον δρόμο. Δαφωνούσε χωρίς ύβρεις ή προσβολές. Ακόμα και για μερικούς φύλακες από τα μπουντρούμια μιλούσε με σεβασμό. Αυτή είναι η κληρονομιά που μου άφησε. Ο ουμανισμός. Δεν ανταγωνίζομαι κανέναν, παρά μόνο τον εαυτό μου. Ο αριστερός του 21ου αιώνα είναι αυτός που θέλει το καλό του ανθρώπου και όχι εκείνος που ξέρει νεράκι την οικονομική θεωρία.

 

Αφιερωμένο, φυσικά, στον Γιώργο Πρίντεζη…

Η ανάρτηση του μπασκετμπολίστα, ο οποίος είναι εν δυνάμει αρχηγός της Εθνικής ομάδας, ήταν μία δυσάρεστη έκπληξη και συνόδευσε ένα από τα πιο μαύρα Σαββατοκύριακα στην ιστορία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Επειδή όμως ο Πρίντεζης έχει κερδίσει με το ποιόν του το δικαίωμα στην αμφιβολία, ας διαβάσουμε ανάποδα την υπόθεση.

Ειδάλλως θα πρέπει να τον χαρακτηρίσουμε χουντικό κάφρο, όταν όλοι γνωρίζουμε ότι δεν είναι ούτε χουντικός ούτε κάφρος. Μη τρελαθούμε κιόλας.

Ο Πρίντεζης πιστεύει στην ουσία του λερωμένου τριπτύχου και όχι στο πολιτικό φορτίο το οποίο του επιδαψίλευσε η χούντα.

Προφανώς εννοούσε αυτό που έγραψε και τίποτε παραπάνω, δίχως να κλείνει το μάτι στο μαύρο παρελθόν.

Άλλο πατρίδα, άλλο πατριδοκαπηλεία. Άλλο θρησκεία, άλλο θρησκοληψία. Άλλο οικογένεια, άλλο οικογενειοκρατία και νεποτισμός. Μόνο χαζός δεν καταλαβαίνει τη διαφορά.

Προσωπικά πιστεύω ότι ο ψευδεπίγραφος πατριωτισμός είναι το ύστατο καταφύγιο των απατεώνων, ενώ τη θρησκεία τη θεωρώ όπιο των λαών.

Εξάλλου, δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο θα πρέπει να θεωρούμε την οικογένεια θεμέλιο λίθο μίας κοινωνίας, εφ’ όσον μάλιστα ο νεποτισμός λυμαίνεται τη χώρα μας εδώ και δεκαετίες.

Μπορώ να επιχειρηματολογώ επί μέρες πάνω σε αυτό το θέμα, αλλά δεν νομίζω ότι έχει τόση αξία η άποψη του δημοσιογράφου Την καταθέτω επειδή είναι  δουλειά μου και για να συνεννοούμαστε καλύτερα.

Από εκεί και πέρα, ο καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει ό,τι θέλει, αρκεί να μη φοράει την πίστη του καπέλο στους υπόλοιπους πολίτες.

Στην περίπτωση του Πρίντεζη, το λάθος του είναι ότι ξεφούρνισε ένα σύνθημα βγαλμένο από τον μεσαίωνα της επταετίας, χωρίς να υπολογίσει τον χουντικό συμβολισμό του. Το γκρίζο βγαίνει σε πολλές διαφορετικές αποχρώσεις. 

Για να μη κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας, το σλόγκαν «πατρίδα θρησκεία οικογένεια» δεν ανήκει πλέον στο παρελθόν, αλλά στο παρόν. Σήμερα το χρησιμοποιεί όχι ο νοσταλγός της χούντας, αλλά ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος.

Οι μισοί Έλληνες είναι σε θέση να ανεχθούν κατάφωρες παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους, αλλά θα βγουν στους δρόμους αν τους κακολογήσεις την Παναγία ή αν μυριστούν κάποιου είδους εθνική υποχώρηση.

Όταν στα παραπάνω προστεθεί η ενδημική αμορφωσιά, τα συμπτώματα λαμβάνουν διαστάσεις πανδημίας.

Μπορούμε άνετα να καταπιούμε μνημόνια και να πνίξουμε πρόσφυγες στη θάλασσα, αλλά προς Θεού μην τυχόν μας αποκαθηλήσουν την εικόνα του Χριστού από τα δικαστήρια. Η μπάλα, φοβάμαι, έχει χαθεί ανεπανόρθωτα.

Εάν η ανάρτηση του Πρίντεζη αναγνωστεί στην κυριολεξία της, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ευαγγέλιο του νεοέλληνα: πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια.

Ο Πρίντεζης μπορεί να είναι σκεπτόμενος και ανήσυχος άνθρωπος, αλλά αποφεύγει συστηματικά τις κακοτοπιές και την πολιτικοποίηση. 

Ο ίδιος μου έλεγε πριν από λίγο ότι το μόττο έχει ρίζες ακόμα και στην περίοδο της επανάστασης και μάλιστα με παρέπεμψε σε ένα σύγγραμμα της Έφης Γαζή, το οποίο πραγματεύεται για την ιστορία του συγκεκριμένου συνθήματος, μεταξύ 1880-1930. 

Ο Γιώργος Πρίντεζης, και σε αυτό νομίζω ότι συμφωνούμε όλοι όσοι τον ξέρουμε, είναι ξεκάθαρος στις αρχές του. Δεν έχει ανάγκη κανένα πλυντήριο.

Το έγραψα από χθες κιόλας στο Twitter, ότι τα βάλαμε με λάθος εχθρό, και δέχθηκα επίθεση. Δεν με πολυνοιάζει.

Ο Πρίντεζης θα πάει να προσκυνήσει τον Δεκαπενταύγουστο, θα υπερασπιστεί το εθνόσημο που φοράει, θα τιμήσει τη μνήμη του πατέρα του και μετά θα κωδικοποιήσει τα παραπάνω με τον τρόπο που έμαθε να κάνει ο μέσος Έλληνας: πατρίς, θρησκεία, οικογένεια.

Έχω δει με τα μάτια μου αρχηγό της Εθνικής μπάσκετ να βγάζει από το τσεπάκι της φόρμας μου εικονίτσα της Μεγαλόχαρης και να τη φιλάει. Σας διαβεβαιώ ότι αυτός δεν ήταν ο Πρίντεζης. Ούτε θα μπορούσε ποτέ να είναι.

Κάπου εδώ, ωστόσο, εξαντλούνται τα ελαφρυντικά. Ο Πρίντεζης, ως δημόσιο πρόσωπο και ως αρχηγός της Εθνικής ομάδας, οφείλει να είναι πιο προσεκτικός.

Η άγνοια δεν αποτελεί δικαιολογία σε κανένα νομικό σύστημα του πλανήτη. Εδώ μιλάμε για κάτι σημαντικότερο και από τους νόμους. Η δικτατορία δεν ήταν πολιτικό καθεστώς, αλλά εταιρία δολοφόνων.

Εφ’ όσον δεν κατάλαβε έγκαιρα την αστοχία του, οφείλει -κατά τη γνώμη μου- να την αναγνωρίσει τώρα, εκ των υστέρων.

Να πάρει αποστάσεις από τον συμβολισμό του συνθήματος και να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από όσους νιώθουν προσβεβλημένοι. Ο ίδιος δηλώνει ότι αδιαφορεί για τις αντιδράσεις, αλλά ίσως θα έπρεπε να τον ενδιαφέρουν.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν χρειάζεται καν να ακούσει κάποιος τις ενστάσεις και τις αντιρρήσεις όσων εξοργίστηκαν ή στενοχωρήθηκαν. Αρκεί να δει τίνος φυράματος είναι αυτοί που χειροκροτούν με ενθουσιασμό.

Το τελευταίο που χρειάζεται ο Πρίντεζης είναι να τον πιάνουν στο στόμα τους φασιστοειδή και σταγονίδια που πήραν θάρρος και βγήκαν από τις τρύπες τους. Μέχρι προχθές είχε ενώσει πολλές φορές Ολυμπιακούς και Παναθηναϊκούς, αλλά για τους σωστούς λόγους.

Εάν πάλι το αφήσει να περάσει έτσι, θα αφήσει (κακώς) να εννοηθεί ότι ασπάζεται και τη φιλοχουντική διάσταση που περιέχεται στα περιβόητα αρχικά. 

Όχι μόνο αυτός, αλλά και οι άλλοι παίκτες που στόλισαν την ανάρτησή του με καρδούλες: Ζήσης, Σπανούλης, Παπαλουκάς, Σλούκας, Μάλτση, Βασιλειάδης, Γλυνιαδάκης, Τσαλδάρης, Μάντζαρης, Λαρεντζάκης, Βουγιούκας, Αθηναίου, Αγραβάνης, Νικολαΐδης, αλλά και Πετρούνιας.

Είναι όλοι αυτοί νοσταλγοί της επταετίας; Ε, όχι δα. Τερματίσαμε το κοντέρ της γελοιότητας και δεν πάει πιο κάτω.

Δεν φταίμε όμως εμείς για αυτή την ιλαροτραγωδία, αλλά ο Γιώργος Πρίντεζης. Ο ίδιος τονίζει ότι όσοι έχουν στοιχειώδη αντίληψη ξέρουν και καταλαβαίνουν τι εννοούσε. 

Επειδή δεν είναι Γιατζόγλου ούτε Τσιάρτας, θα ήταν ίσως σκόπιμο να δημοσιεύσει μία διευκρίνιση. 

Όχι τόσο για εμάς που ξέρουμε τον ίδιο και τις καλές του προθέσεις, όσο για τους άσχετους που έσπευσαν να σκαρφαλώσουν στον σβέρκο του, είτε για να τον χτυπήσουν είτε για να ανεμίσουν σημαιάκια.