Ένα ξεθωριασμένο brand που συνεχίζει να πουλά…

Ένα ξεθωριασμένο brand που συνεχίζει να πουλά…

Βασίλης Βλαχόπουλος Βασίλης Βλαχόπουλος
Ένα ξεθωριασμένο brand που συνεχίζει να πουλά…

bet365

Ο Βασίλης Βλαχόπουλος γράφει για έναν μύθο που παραμένει ζωντανός και αναρωτιέται, πώς είναι δυνατός ο μπασκετικός Άρης να αδυνατεί να βρει την ηρεμία του εδώ και τριάντα χρόνια;

Στην κορυφή κάθε ατζέντας, θα βρίσκεται πάντα ο μύθος του μπασκετικού Άρη, αποδείχθηκε στη χθεσινή συνέντευξη του Παναγιώτη Γιαννάκη στον Νίκο Χατζηνικολάου στον ΑΝΤ1. «Τα καλύτερά μας χρόνια» που αναπολούν με νοσταλγία οι Αρειανοί άνω των 45 ετών. Μια ανάμνηση για ένα χαμόγελο το οποίο δεν σου προσφέρει το παρόν. Το φάρμακο καταπολέμησης της άρρωστης καθημερινότητας, της διαρκούς μάχης για την επιβίωση. Κι ας πέρασαν τρεις δεκαετίες από τότε. Παραμένει ζωντανός, προκαλεί ερωτήματα (λες και όλα έγιναν πριν από δύο-τρεις εβδομάδες), κινεί τη δημοσιογραφική περιέργεια, για μια έρευνα από την αρχή. Εμπεριέχει ίντριγκα σαν αυτή που έβαλε με μπόλικη δόση υπερβολής ο Γιάννης Μπουτάρης για ένα διοικητικό συμβούλιο (που δεν έγινε ποτέ) με σκοπό τη λήψη μιας εξαιρετική δύσκολης απόφασης. Πράγματι ο πρώην Δήμαρχος Θεσσαλονίκης ήταν υπέρ της παραμονής του Παναγιώτη Γιαννάκη, αυτή τη θέση είχε πάρει σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις.

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης είπε αυτά που ένιωθε, τη δική του αλήθεια. Ποιος δεν ξέρει εξάλλου ότι για μπόλικα χρόνια όλα ισορροπούσαν σ’ ένα τεντωμένο σχοινί; Ποιος δεν ξέρει ότι προεξέχοντος του Γιάννη Ιωαννίδη, άπαντες έβαζαν πλάτη για να αποτρέψουν την (αναπόφευκτη) πτώση ενός οικοδομήματος. Ποιος δεν ξέρει ότι η σχέση του με τον Νίκο Γκάλη πέρασε από πολλά κύματα για ποικίλους λόγους και υπήρξαν διαστήματα απίστευτης ψυχρότητας; Αυτά συμβαίνουν σε μια ομάδα που διαθέτει περισσότερες από μία ισχυρή προσωπικότητα. Σ’ εκείνον τον Άρη, η τρίχα γινόταν τριχιά γιατί πουλούσε περισσότερο και από τις έγχρωμες τηλεοράσεις που έβαλε ο ελληνικός λαός για να βλέπει εκείνη την ομάδα.

Ανέκαθεν ο Γιαννάκης ήταν πιο δεκτικός και ο Γκάλης περισσότερο επιφυλακτικός απέναντι στους τρίτους. Και παραμένει ο ίδιος παρά τις διαδοχικές και χρόνιες προσπάθειες διαφόρων πολιτικάντηδων να τον μπλέξουν σε διοικήσεις ή στην πολιτική. Ουδέποτε είχε αυτή την πρόθεση, δεν μπήκε ποτέ σε διαδικασία διάψευσης γιατί αυτοί που τον γνωρίζουν, ξέρουν. Γι’ αυτό παραμένει «ο Γκάλης» και θα είναι πάντα στην κορυφή των ψυχών μας.

Αντικείμενο αυτού του άρθρου δεν είναι η παρελθοντολογία, ούτως ανάδειξη περιστατικών που καταγράφηκαν πάμπολλες φορές. Η ιστορία έγραψε και δεν αλλάζει, ούτε αποκρύπτεται. Για πολλά χρόνια, οι «σάρκες» του Άρη τσακώνονταν με το παρελθόν με συνέπεια να χαθεί το μέλλον. Και από εκείνη την εποχή, λες και μια μορφή κατάρας καταδιώκει αυτόν τον σύλλογο με συνέπεια να αδυνατεί να υψώσει κεφάλι. Οι καλές στιγμές, οι εποχές ηρεμίας και ευημερίας είναι ελάχιστες. Και αναρωτιέσαι… Πώς είναι δυνατόν;

Ένας κύκλος έκλεισε για πολλούς, αλλά ο Άρης δεν κατάφερε ποτέ να βάλει στην ίδια γραμμή όλες αυτές τις προσωπικότητες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανάκτηση της χαμένης λάμψης. Ο Νίκος Γκάλης επέλεξε μια διακριτική στάση καθώς όσες φορές σκέφτηκε να «ξανοιχτεί» αντιλήφθηκε ότι οι πύργοι που του έλεγαν είχαν χτιστεί στην άμμο και με την πρώτη παλίρροια χάθηκαν, όπως και η ελπίδες του κόσμου για ουσιαστική επιστροφή. Κι έτσι προτίμησε αυτή τη σχέση του τζακιού. Ούτε πολύ μακριά, ούτε πολύ κοντά.

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης βούτηξε στον βυθό και λίγο έλειψε να πνιγεί. Έφερε την προσωπικότητά του, τα όνειρά του, τη δημιουργική ανάγκη του για να χτίσει από την αρχή αλλά όλ’ αυτά έγιναν σε λάθος timing, με λάθος ανθρώπους και η επιμονή του υπογράφοντα με τη διαρκή αναφορά της πραγματικότητας, οδήγησε σε παρεξηγήσεις. Ο Γιαννάκης θα έπρεπε να διαδραματίσει το κεντρικό πρόσωπο στην προσπάθεια αναβίωσης ενός brand αλλά υποχρεώθηκε (λόγω συνθηκών) να ασχολείται με πράγματα τα οποία δεν θα έπρεπε να είναι της δικαιοδοσίας του. Δεν ξέρω αν κάηκε ολοκληρωτικά αυτό το χαρτί, σίγουρα όμως δεν βγήκε από τη φωτιά δίχως μαυρίλες. Και ήταν κρίμα. Κακώς πίστεψε σε ανθρώπους που δεν άξιζαν την εμπιστοσύνη του.

Το ερώτημα όμως παραμένει. Πώς είναι δυνατόν αυτός ο οργανισμός, αυτό το brand που παραμένει στην επικαιρότητα, να μην μπορεί να βρει τον δρόμο του εδώ και δεκαετίες; Πώς ερμηνεύεται το γεγονός ότι αυτός ο σύλλογος έφτασε στο σημείο να είναι «αποκρουστικός» για επιχειρηματίες που επενδύουν σε ομάδες χαμηλότερης εμβέλειας; Είναι ο φόβος σύγκρισης με το παρελθόν; Τα χρέη των (περίπου) πέντε εκατομμυρίων στοιχειοθετούν σοβαρό επιχείρημα, αλλά τα έσοδα αυτής της εταιρίας σε μια μέτρια χρονιά ξεπερνούν τα 1.5 εκατομμύρια ευρώ. Μια ικανή επιχειρηματική ομάδα θα μπορούσε να βάλει τις βάσεις αναβίωσης του brand με την εφαρμογή οικονομικής πολιτικής και τη σταδιακή ανάκτηση της αξιοπιστίας της εταιρίας. Θα μπορούσε να εξασφαλίσει περισσότερα έσοδα, να τα ισοσκελίσει όλα σε βάθους τριετίας. Γιατί η στήριξη του κόσμου υπάρχει και αποδείχθηκε στη εποχή του Νίκου Λάσκαρη με το γεμάτο Παλέ και τη διάθεση μεγάλου αριθμού εισιτηρίων διαρκείας.

Στον Άρη υπάρχει ένας κόσμος που ψάχνει απελπισμένα να πιστέψει σε κάποιον. Δεν λειτουργεί σαν τον φτωχό που ονειρεύεται καρβέλια, αντιλαμβάνεται την πτώση του αθλήματος στη χώρα μας και την απροθυμία επιχειρηματιών να ασχοληθούν με το αντικείμενο. Περιμένει όμως μια κατάσταση η οποία θα του καλλιεργήσει όραμα και αναρωτιέται, πώς γίνεται να την έχουν ομάδες πολύ μικρότερης εμπορικής αξίας και όχι η δική του;

Βασίλης Βλαχόπουλος
Βασίλης Βλαχόπουλος

Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία στα τελευταία χρόνια της… λαδόκολλας. Χάριν οικονομίας, το λευκό χαρτί χρησιμοποιούταν σε έκτακτες και ιδιαιτέρως σοβαρές καταστάσεις, ούτως ή άλλως ήταν δυσεύρετο. Πρόλαβε τη διαδικασία αποστολής των φαξ, αλλά και τις πρώτες συσκευές κινητής τηλεφωνίας με τη λαστιχένια κεραία που θύμιζαν στρατιωτικούς ασυρμάτους.

Παρακολουθεί όλες… τις μπάλες, αλλά η αδυναμία του είναι η πορτοκαλί, η σπυριάρα, λόγω της ειδοποιού διαφοράς μεταξύ ποδοσφαίρου και μπάσκετ. Στο μπάσκετ ΠΑΝΤΑ κερδίζει ο καλύτερος. Στο ποδόσφαιρο, μπορεί να κερδίσει ο πιο τυχερός.

ΥΓ: Οσα χρόνια κι αν περάσουν, όσα περιοδικά κι αν πέσουν στα χέρια του, το «Τρίποντο» ήταν, είναι και θα είναι το κορυφαίο forever and ever.