ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
«Δεν ένιωσα ποτέ ρατσισμό στην Ελλάδα»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΕΤΟΚΟΥΝΜΠΟ

«Δεν ένιωσα ποτέ ρατσισμό στην Ελλάδα»

«Δεν ένιωσα ποτέ ρατσισμό στην Ελλάδα»

Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ανοίγει την καρδιά του στο gazzetta.gr και σε μία εκ βαθέων συνέντευξη, μιλάει για την ελληνικότητά του, τον ρατσισμό, το ΝΒΑ και το όνειρό του, την Εθνική Ελλάδας!

Το ραντεβού είχε κλειστεί για λίγες μέρες πριν το πρώτο αεροπορικό ταξίδι της ζωής του (!) και μάλιστα με το διαβατήριο που εκδόθηκε από τις ελληνικές αρχές, στις 9 του περασμένου Μαϊου! Ο 18χρονος πλέϊ-μέϊκερ του Φιλαθλητικού, “πέταξε” μαζί με την αποστολή της Εθνικής Νέων για το Γιέζολο της Ιταλίας, όπου το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα συμμετΕείχε σε διεθνές τουρνουά και η παρουσία του, προσέλκυσε περισσότερους από 30 scouters του ΝΒΑ, που βρίσκονταν στο γειτονικό Τρεβίζο για το ετήσιο Eurocamp!

O λόγος για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, που με ύψος 2,07 και άνοιγμα χεριών στα 2,21 (!), θεωρείται ίσως το πιο υποσχόμενο ταλέντο που έβγαλε το ελληνικό μπάσκετ, στα τελευταία 15 χρόνια. Και όπως λέει και ο προπονητής του στον Φιλαθλητικό, Τάκης Ζήβας, όχι μόνο λόγω των αθλητικών προσόντων, αλλά και χάρη στον χαρακτήρα του και την πειθαρχημένη προσωπικότητά του. Μεγάλωσε δύσκολα μαζί με τα τέσσερα αδέρφια του, σε ένα δωμάτιο στα Σεπόλια, την ώρα που οι γονείς τους, η Βερόνικα και ο πρώην ποδοσφαιριστής Τσαρλς, πουλούσαν στους δρόμους την πραμάτεια τους!

Μέσα σε ένα χρόνο ψήλωσε δέκα πόντους και χάρη στον προγραμματισμό των τμημάτων υποδομής της ομάδας του Ζωγράφου, που στήριξαν την εξέλιξή του, ο χαμογελαστός και απλός Γιάννης βρέθηκε από την Α2 Κατηγορία (ως “rookie”) στην λίγκα ACB (η Σαραγόσα τον απέκτησε για 4 χρόνια, καταβάλλοντας κάτι λιγότερο από 200.000 Ευρώ στον Φιλαθλητικό), ενώ με το ενδιαφέρον που υπάρχει από το ΝΒΑ ενόψει του επερχόμενου ντραφτ (27 Ιουνίου), υπάρχει ακόμη και το ενδεχόμενο να μετακομίσει απευθείας στο μαγικό κόσμο του κορυφαίου πρωταθλήματος μπάσκετ στον κόσμο! Κι όλα αυτά, χωρίς ακόμη να έχει φορέσει τη φανέλα της Εθνικής Ανδρών.

Το gazzetta.gr λοιπόν, τον συνάντησε στο σπίτι του στου Ζωγράφου και ο ίδιος αφού μας υποδέχθηκε με θέρμη, δέχθηκε να διακόψει για λίγο την “σκληρή” μάχη με τον μικρότερο αδελφό του, Κώστα στο play-station (μπάσκετ φυσικά, τι άλλο;), για να απαντήσει στις ερωτήσεις μας και ουσιαστικά να συστηθεί στο ελληνικό κοινό, στην πρώτη μεγάλη συνέντευξή του... Έστω και με λίγη καθυστέρηση, ελέω απεργιών...

- Απ’ ότι μαθαίνουμε, εδώ και ενάμιση χρόνο, έχεις γίνει “ένα” με την πορτοκαλί μπάλα... Ο “έρωτάς” σου με το μπάσκετ, ήταν “κεραυνοβόλος”;

«Δεν θα το έθετα ακριβώς έτσι! Βγήκε σιγά-σιγά... Πιο μικρός, μου άρεσε περισσότερο το ποδόσφαιρο, που είναι το άθλημα του πατέρα μου και του μεγάλου μας αδελφού Φράνσις, που αγωνίζεται επαγγελματικά στη Νιγηρία! Δοκίμασα για λίγο τις δυνάμεις μου και στον στίβο, αλλά αυτά τώρα ανήκουν στο παρελθόν και πλέον για μένα υπάρχει μόνο το μπάσκετ!»

- Ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα;

«Βασικά, έπαιζα μπάσκετ γιατί άρεσε πολύ στον αδελφό μου, τον Θανάση και ήθελα πολύ, ό,τι κάνουμε στον αθλητισμό, να το κάνουμε μαζί! Αλλά στην αρχή δεν τρελαινόμουν... Να φανταστείς ότι μόλις τελείωνα την προπόνηση, έτρεχα στα σχολεία και τις αλάνες να παίξω μπάλα με τους φίλους μου! Απλά, σιγά-σιγά άρχισα να ψηλώνω και κάποια στιγμή δεν μπορούσα να ελέγξω τη μπάλα με τα πόδια μου... Τότε, λοιπόν, άρχισα να ασχολούμαι πιο συστηματικά με το μπάσκετ και κάποια στιγμή, το 2007 ήταν, με πρόσεξε ο πρώτος μου προπονητής, ο Σπύρος Βερινιώτης και μ‘ έφερε στον Φιλαθλητικό... Του χρωστάω πολλά γιατί πέρα από τις πρώτες συμβουλές που μου έδωσε, ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος που με πρόσεξε πάρα πολύ...»

- Πως ήταν τα παιδικά σου χρόνια;

«Πολύ δύσκολα! Μεγαλώνοντας, έμαθα ότι τίποτε στη ζωή δεν είναι δεδομένο και τίποτε δεν έρχεται χωρίς προσπάθεια... Μέσα από τις δυσκολίες, όμως, έγινα πιο δυνατός κι έμαθα να δουλεύω και να έχω υπομονή...»

- Έστω και με κάποια καθυστέρηση, η υπομονή σου δικαιώθηκε και στο θέμα της απόκτησης του ελληνικού διαβατηρίου... Πως αντιμετώπισες όλο αυτό το θέμα;

«Δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο... Υπήρχαν στιγμές που αισθανόμουν αδικημένος που δεν το είχα πάρει πιο νωρίς και πιστεύω πιο πολύ ήταν ο αδελφός μου, ο Θανάσης, που έχασε όλες τις μικρές Εθνικές ομάδες, αλλά τέλος καλό όλα καλά... Τώρα που το πήραμε, περασμένα ξεχασμένα! Γι’ αυτό, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον υπουργό Εσωτερικών, κ. Ευριπίδη Στυλιανίδη και τον υπεύθυνο Τύπου του υπουργείου, κ. Δημήτρη Μπούκα για την μεγάλη τους συμβολή...»

- Εναλλακτική λύση για το διαβατήριο υπήρχε;

«Σίγουρα υπήρχε και η επιλογή της νιγηριανής υπηκοότητας, την οποία κάποια στιγμή θα αποκτήσω γιατί η Νιγηρία είναι η πατρίδα των γονιών, ωστόσο, αυτό που ήθελα περισσότερο ήταν να πάρω πρώτα το ελληνικό διαβατήριο και να γίνω και επίσημα Έλληνας... Βασικά, εδώ γεννήθηκα, στην Ελλάδα μεγάλωσα, μιλάω τη γλώσσα και μέχρι πριν από λίγο καιρό, δεν έχω βγει καθόλου από τη χώρα (σ.σ.: η συνέντευξη έγινε πριν το πρώτο του ταξίδι)... Στο μεγαλύτερο κομμάτι μου, αισθάνομαι Έλληνας, αλλά επειδή οι γονείς μου είναι Νιγηριανοί, υπάρχει και το κομμάτι της Νιγηρίας μέσα μου!»

- Δηλαδή, ισχύει ότι ήθελες πολύ να αγωνιστεί στην Εθνική ομάδα;

«Της Νιγηρίας;»

- Όχι, της Ελλάδας εννοώ...

«Της Ελλάδας, φυσικά και θα ήθελα να παίξω... Ήταν πάντοτε ένα όνειρο! Ποιο παιδί, που έπαιζε μπάσκετ στ‘ ανοιχτά γήπεδα κι έβλεπε τον Παπαλουκά, τον Σπανούλη και τον Διαμαντίδη να κερδίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες με την Εθνική ομάδα, δεν έκανε ανάλογα όνειρα; Τους έβλεπα τότε κι έλεγα, “να ήμουν κι εγώ στην θέση τους”!»

- Ποιοι Έλληνες μπασκετμπολίστες σ’ αρέσουν περισσότερο;

«Θα σου πω την αγαπημένη μου πεντάδα... Παπαλουκάς, Διαμαντίδης, Σπανούλης, Τσαρτσαρής και Παπαδόπουλος!»

- Πάμε λίγο στον μπασκετμπολίστα Γιάννη Αντετοκούνμπο, ο οποίος πέρυσι τέτοια εποχή, ήταν παντελώς άγνωστός στο ευρύ μπασκετικό κοινό... Πως τα κατάφερες και μέσα σε ένα χρόνο σε έμαθε όχι μόνο το ελληνικό μπάσκετ, αλλά η φήμη σου έχει φτάσει και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στο ΝΒΑ;

«(σ.σ.: Το πρόσωπό του αρχικά φωτίζεται, αλλά σχεδόν αυτόματα η αυτοσυγκράτηση “κερδίζει” την άτυπη μάχη των... συναισθημάτων)... Βασικά ψήλωσα, αγάπησα πολύ το άθλημα και στρώθηκα στη δουλειά! Προπόνηση και πάλι προπόνηση! Χωρίς σκληρή δουλειά στο γήπεδο, δε γίνεται τίποτε... Το μυαλό στο κεφάλι, υπομονή, δουλειά και από ’κει και πέρα βλέπουμε...»

- Ναι αλλά, έτσι όπως το πας, εσύ μπορεί παίξεις στο ΝΒΑ χωρίς καν να έχεις αγωνιστεί στην Α1 Κατηγορία ή την Εθνική ανδρών... Στην χειρότερη περίπτωση θα παίξεις στη λίγκα ACB με τη φανέλα της Σαραγόσα, η οποία σε απέκτησε τον περασμένο Οκτώβριο από τον Φιλαθλητικό... Εσύ τι προτιμάς;

«(σ.σ.: χαμογελάει...) Δεν υπάρχει καμία προτίμηση... Πριν από έναν χρόνο, δεν πίστευα καν ότι τώρα θα μιλάμε για το ντραφτ, για το ΝΒΑ και την Σαραγόσα... Δεν έχω καμία προτίμηση! Ό,τι βρεθεί στον δρόμο μου, αυτό θα πάρω... Να πάνε όλα καλά και θα δούμε...»

- Γιατί αποφάσισες να μην πας στην Αμερική για σε δουν από κοντά οι ομάδες του ΝΒΑ και να σε δοκιμάσουν σε ατομικές προπονήσεις, όπως γίνεται συνήθως με τους υποψήφιους για το ντραφτ;

«Γιατί να πάω; Ό,τι προπόνηση χρειαζόταν να κάνω, την έκανα εδώ! Τους τελευταίους δύο μήνες ήρθαν στην Ελλάδα απεσταλμένοι από τις περισσότερες ομάδες του ΝΒΑ, οπότε δεν υπήρχε λόγος να κάνω ένα τόσο μεγάλο ταξίδι... Συν τοις άλλοις έχω υποχρεώσεις και με την Εθνική Νέων...»

- Αλήθεια, φόρεσες τη γαλανόλευκη φανέλα σε δύο διεθνή τουρνουά στην Ιταλία και τη Γαλλία... Ποιο ήταν το συναίσθημα;

«Φανταστικό! Νοιώθεις πολύ όμορφα, παίζοντας για την χώρα σου... (σ.σ.: σκέφτεται λίγο και διστάζει... Ξέρεις, αυτό που θέλω και ελπίζω να καταφέρω είναι να... είμαι καλός, να ανταποκριθώ στις προσδοκίες... Να πάμε καλά στο Πανευρωπαϊκό, να πάρουμε ένα μετάλλιο και να πει ο κόσμος ότι ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, άξιζε να παίξει στην Εθνική Ελλάδας!»

- Τώρα που ουσιαστικά αρχίζει η καριέρα σου, ποιος είναι ο μεγάλος σου στόχος;

«Να φτάσω το... ταβάνι μου! Δεν με ενδιαφέρει αν θα παίξω στο ΝΒΑ ή σε κάποιο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα... Θέλω να ξέρω ότι έκανα ό,τι καλύτερο περνούσε από το χέρι μου κι ας φτάσω όπου φτάσω... Στην Α’ ΕΣΚΑ ας πούμε...»

- Ρατσισμό έχεις νιώσει ποτέ εδώ στην Ελλάδα;

«Ποτέ! Δεν έχω νιώσει ποτέ! Όλοι με αντιμετωπίζουν σαν Έλληνα και χαίρομαι πολύ γι‘ αυτό!»