Τα γενέθλια! (pic)

Τα γενέθλια! (pic)

bet365

Οι χαρές και οι λύπες εν μέσω κρίσης κορονοϊού. Η νέα (;) άβολη πραγματικότητα και μια ιστορία που πρέπει να μείνει στα όρια της μυθοπλασίας. Το 2ο διήγημα του Αλέξανδρου Στεργιόπουλου στο G-Weekend!

“Χρόνια πολλά φίλε, Χριστός Ανέστη! Άντε και του χρόνου θα τα πούμε από κοντά. Θα το κάψουμε!”, αυτό ήταν το μήνυμα που είχε λάβει-ακούσει από του φίλους του ο Νικήτας την ώρα που έκανε “γερμανικό”. Απρίλιος 2019, Πάσχα, κι αυτός έπηζε στα Γιαννιτσά. Η 1η Μεραρχία Πεζικού ήταν η τελευταία του μετάθεση. Αποδείχθηκε η χειρότερη. Υπηρεσία, αγγαρεία και η λέξη “εξοδούχος” σαν να είχε διαγραφεί από τη σκέψη των ανωτέρων. Έκανε υπομονή όμως. Σε έναν μήνα απολυόταν, έπαιρνε το χαρτί και… τρελαινόταν! Εκείνο το “γερμανικό”, το καταραμένο 2-4, δεν θα το ξεχνούσε. Τον γέμισε με ανάμεικτα συναισθήματα. Χαρά, λύπη, ζήλια, θλίψη… Χαρά που τον θυμήθηκαν, λύπη που δεν ήταν μαζί τους, ζήλια που αυτός ήταν στο στρατόπεδο και αυτοί έξω και διασκέδαζαν, θλίψη για τη μοναξιά του. Του χε πει και η μάνα του ότι “του χρόνου θα σου φτιάξω μια μπλακ φόρεστ να γλείφεις τα δάχτυλα σου αγόρι μου”, το είχαν παράδοση την Κυριακή του Πάσχα. Ο χρόνος πέρασε, η “ροζαλία” ήρθε στα χέρια του, το χακί έμεινε πίσω και τα πολιτικά ρούχα έντυσαν ξανά το κορμί του. Τώρα, αναπολούσε τα χακί! Ναι, γιατί ενάμιση μήνα κλεισμένος στο σπίτι δεν την “πάλευε” άλλο. Το πρώτο Πάσχα ως πολίτης, το Πάσχα 2020, το πέρασε μόνος στην γκαρσονιέρα του. Πήρε το κινητό, κοίταξε το ημερολόγιο και όταν έφτασε στον Μάιο , είπε: “Θα το κάψουμε στα γενέθλια μου!”.

Δεν το σκέφτηκε όταν το είπε. Δεν ήξερε γιατί το είπε. Από τη στιγμή που μεγάλωσε και δεν μπορούσαν οι γονείς του να του κάνουν γενέθλια, δεν του πολυάρεσε η ιδέα. Κόσμος, φωνές, δυνατή μουσική, ξενύχτι, να σκεφτείς ποιον θα καλέσεις και ποιον όχι, να δέχεσαι ευχές αληθινές και τυπικές, όλα αυτά τον ενοχλούσαν από την εφηβεία και μετά. Εντάξει, απαντούσε στα τηλέφωνα και στα μηνύματα και την επόμενη μέρα που έβρισκε τους φίλους του θα κερνούσε ό,τι ήθελαν. Άλλα πάρτι, ξεφάντωμα κι άλλα πανηγυρικά, όχι, δεν τα μπορούσε. Τώρα, όμως, ήθελε να γιορτάσει, να ξεδώσει, να τα πιεί και να τα σπάσει. Όχι μόνο γιατί ήταν περιορισμένος και έμενε σπίτι με κυβερνητική εντολή. Όχι μόνο γιατί στην ουσία δεν είχε δουλειά. Βοηθούσε τον πατέρα του στο φούρνο, αλλά έβλεπε το πτυχίο Θεατρικών Σπουδών στον τοίχο και απορούσε. Απορούσε γιατί το είχε κρεμάσει, γιατί είχε περάσει τέσσερα χρόνια στο πανεπιστήμιο, γιατί είχε υπομείνει τόσο άγχος, κούραση, γιατί είχε χαρεί όταν το πήρε. Το γλέντι, όμως, δεν το ζητούσε ούτε για τα ζόρια του στρατού. Άλλος ήταν ο καταλυτικός λόγος και άκουγε στη λέξη “αλλαγή”.

Την λέξη την άκουσε πρώτη φορά από τον πατέρα του. Μια ζωή ΠΑΣΟΚ, φανατικός με τον Αντρέα, δεν έχανε ευκαιρία να του μιλά για την “αλλαγή”, τον “ήλιο τον πράσινο” κι άλλα τόσο μακρινά και ξεπερασμένα για τον Νικήτα. Την είχε ακούσει και στο πανεπιστήμιο από τις διάφορες παρατάξεις. Στον στρατό μόνο την αλλαγή φρουράς έμαθε. Τέλος πάντων, τώρα η αλλαγή είχε άλλο νόημα. Είχε ακούσει, διαβάσει, ειδικούς και “ειδικούς” που έλεγαν πως μετά την καραντίνα όλα θα αλλάξουν. Θα είμαστε πιο επιφυλακτικοί, καχύποπτοι, υποψιασμένοι και κοινωνικά αποστασιοποιημένοι. Ε, αυτό του την έδινε περισσότερο απ’ όλα. Θα πήγαινε κόντρα στο ρεύμα και όπου τον έβγαζε. Πήρε το κινητό, πήγε στις επαφές και πήρε τηλέφωνο όλους τους κολλητούς. Για να μην έχουν δικαιολογία για τον χώρο, τους είπε ότι θα έκανε τη γιορτή στο πατρικό του. Στις 9 Μαΐου περίμενε 10 άτομα.

Το ρολόι έδειχνε 8:00 μ.μ. και κανείς δεν είχε έρθει. Ο Νικήτας είχε βάλει τα καλά του, το αγαπημένο του τζιν δηλαδή, το σκούρο μπλε πουκάμισο, τα λευκά, γυαλιστερά, αθλητικά παπούτσια που ήταν της μόδας, είχε φτιάξει το μαλλί του, είχε βάλει και λίγη κολόνια και περίμενε. Ο μπουφές ήταν έτοιμος –η μάνα του είχε ξεθεωθεί να μαγειρεύει από το πρωί. Βότκα, ουίσκι, κρασί, αναψυκτικά, πάγος στο ψυγείο. Όλα έτοιμα. Και φυσικά η μπλακ φόρεστ. Η ώρα περνούσε και το κουδούνι δεν χτυπούσε. Είχε ξεχάσει το κινητό στην κουζίνα. Το πήρε για να ελέγξει και είδε ότι είχε ένα σωρό ειδοποιήσεις, μηνύματα. Τα διάβασε και άφησε το κινητό με νεύρα στο τραπέζι. “Να πάνε στο διάολο, όλοι!”. Έβαλε τέρμα τη μουσική, άρχισε να τρώει, να πίνει, να χορεύει, να φωνάζει. Οι γονείς του πετάχτηκαν από την κρεβατοκάμαρα. “Ρε Νικήτα, χαμήλωσε το, μ’ ακούς; Χαμήλωσε το!” φώναζε ο πατέρας του. Η μουσική έκλεισε. “Αγόρι μου τι έπαθες;” ρώτησε η μάνα του. Τους κοίταξε με βλέμμα ψυχρό, υγρό, οργισμένο, σχεδόν λυπημένο. “Συνωστισμός, φόβος, μήνυμα, άσκοπη μετακίνηση” έτσι σαν ρομπότ βγήκαν οι λέξεις από το στόμα του. Όταν παρατήρησε ότι οι γονείς του φορούσαν μάσκα, πήρε τα κεριά, το “2” και το “3” τα φύσηξε χωρίς να είναι αναμμένα και τα πέταξε έξω από το παράθυρο. Κάθισε στην καρέκλα του σαλονιού και είδε τον εαυτό του φαντάρο λέγοντας: “τρελή εμπλοκή μεγάλε, τρελή εμπλοκή”.

Μάθε πού θα δεις ζωντανά όλους τους αγώνες σήμερα μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta.

NEWS FEED