Η ζωή του Γιώργου Βακουφτσή
Αθλητές που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν αφήσει το στίγμα τους, έχουν κάνει τον κόσμο να ασχοληθεί μαζί τους και να τους αναπολήσει, ακόμα κι αν δεν δικαίωσαν ποτέ τη φήμη τους, επανεμφανίζονται στη «Μηχανή του Χρόνου». Το gazzetta.gr εντοπίζει τα βήματά τους, ακολουθεί την πορεία τους και βρίσκει τις... νέες ασχολίες τους!

Από το Μεγαλοχώρι στην Παιανία
O πατέρας του Γιώργου Βακουφτσή, Δημήτρης, ήταν καλλιεργητής βαμβακιού και καπνών και είχε την... έμπνευση να τον γράψει στην ομάδα του χωριού του, στο Μεγαλοχώρι Τρικάλων. Έπειτα από δύο σεζόν εκεί ένας οικογενειακός φίλος με διασυνδέσεις στην Παιανία τον προτείνει στον Παναθηναϊκό. Ο Βέλιμιρ Ζάετς ανάβει το πράσινο φως και το καλοκαίρι του 1995 ο Γιώργος γίνεται μέλος των περίφημων ακαδημιών, με τη σωματοδομή του να είναι ιδανική για φορ. Ξεκινάει δυνατά, σκοράρωντας δύο τέρματα σε ένα φιλικό με τη Δόξα Βύρωνα και σε ηλικία 16 ετών ο Ρότσα τον προωθεί στην πρώτη ομάδα, ενώ καλείται και στην Εθνική Νέων.
Ο Ζάετς αντικαθιστά τον Ρότσα και δεν βλέπει με τόσο καλό μάτι τον πιτσιρικά, ακούγοντας και σχόλια τρίτων για το ότι «πρέπει να προσγειωθεί». Ο Βακουφτσής τότε δοκιμάζεται για πρώτη φορά στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη γαλλική Λανς, χωρίς ωστόσο να υπάρξει περαιτέρω εξέλιξη. Ο Βασίλης Δανιήλ θεωρεί ότι δεν είναι έτοιμος και κάνει πειραματισμούς, χρησιμοποιώντας τον και ως σέντερ μπακ! Παρότι μέλος της πρώτης ομάδας, δεν υπέγραψε ποτέ επαγγελματικό συμβόλαιο. Καταλαβαίνει σιγά-σιγά ότι πρέπει να ψάξει αλλού. Κάπου που θα έβρισκε διαφορετική αντιμετώπιση και νοοτροπία.

Τα φιλικά και το «διαβατήριο» για Ιταλία
Τον Νοέμβριο του 1998, τα δύο φιλικά που έπαιξε με την Εθνική Νέων στην Ιταλία αποτελούν το διαβατήριό του για το Campionato. Τον παρακολουθούν αρκετές ομάδες, όπως η Γιουβέντους, η Ουντινέζε, η Φίτεσε και άλλες. Ωστόσο ο άνθρωπος της Φιορεντίνα κάνει τη διαφορά και ταξιδεύει μαζί του στην Ελλάδα. Οι δυο τους ταξιδεύουν στη Φλωρεντία και πριν τα Χριστούγεννα ο Βακουφτσής παίζει σε φιλικό ματς. Για 45 λεπτά με την πρώτη ομάδα και για άλλα 45' με τη δεύτερη. Παράλληλα σκοράρει. Ο Τζιοβάνι Τραπατόνι δίνει τη συγκατάθεσή του και ο νεαρός Έλληνας υπογράφει συμβόλαιο για τεσσεράμισι+δύο χρόνια, έναντι 450 εκατομμυρίων δραχμών, με το οποίο έγινε ο πρώτος Έλληνας που φοράει τη φανέλα της ομάδας.
«Ο Τσέζαρε Μεντόρι, ο μάνατζερ της Φιορεντίνα, πιστεύει πολύ σε εμένα. Ο Τραπατόνι τον εμπιστεύεται. Ευτυχώς που κατάφερα να ξεφύγω από την Παιανία και τον Παναθηναϊκό. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμά μου ως τώρα. Δεν μπορούσα να ανεχθώ άλλο το άδικο. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι εκεί πολλά πράγματα δεν λειτουργούσαν σωστά. Στην Ιταλία ο ποδοσφαιριστής είναι "βασιλιάς", όταν βέβαια ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ομάδας», δήλωνε τις πρώτες μέρες της μεταγραφής του.

Δίπλα στον Μπατιστούτα!
Στους βιόλα βρέθηκε δίπλα σε ονόματα με πολύ μεγάλη καριέρα, που έχουν αφήσει το στίγμα τους στον ιταλικό ποδόσφαιρο. Μπατιστούτα, Ρούι Κόστα, Ντι Λίβιο, Τόλντο. Λόγω της θέσης του και της σωματοδομής του, μάλιστα, του «κόλλησαν» το προσωνύμιο Έλληνας Μπατιστούτα, τίτλο που του έδωσε η Corriere dello Sport! «Το επίπεδο ήταν πάρα πολύ υψηλό. Εκείνη την περίοδο το ιταλικό πρωτάθλημα ήταν το καλύτερο στον κόσμο. Εκείνες οι εποχές ήταν διαφορετικές από ό,τι σήμερα και δεν μπορούσες να ανταποκριθείς χωρίς στήριγμα. Εγώ πήγα σχεδόν μόνος μου, Θες βοήθεια σε αυτό το επίπεδο. Ήταν μεγάλο το όφελος που βρέθηκα δίπλα σε τόσους μεγάλους παίκτες, αλλά από ένα σημείο και μετά επικεντρώνεσαι περισσότερο στον εαυτό σου», τονίζει στο gazzetta.gr.
Στους Τοσκανούς δεν κατάφερε να καθιερωθεί, ενώ αντιμετώπισε και προβλήματα. Με την «μπλε κάρτα» που του καθυστέρησε τη συμμετοχή, με τραυματισμούς... Έκανε ντεμπούτο τον Ιανουάριο του 2000 σε ένα ματς Κυπέλλου με τη Βενέτσια, περνώντας ως αλλαγή στον παγωμένο αγωνιστικό χώρο στη θέση του Ενρίκο Κιέζα. Την Κυριακή παίζει αντί του τιμωρημένου Μπατιστούτα με αντίπαλο τη Μπάρι, με την ομάδα του να χάνει με 1-0. Ο υψηλόσωμος φορ δεν τα πάει καλά και γίνεται αλλαγή στο 22', ενώ τον επόμενο μήνα επιστρέφει στη δεύτερη ομάδα. Το καλοκαίρι ο Φατίχ Τερίμ αντικατέστησε τον Τραπατόνι και οι Βιόλα είχαν έναν νέο επιθετικό, τον Λεάντρο, ο οποίος έψαχνε θέση στην 11άδα.
Έτσι, ο Βακουφτσής ήταν συνεχώς κάπου... ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη ομάδα. Το δεύτερο μισό της σεζόν 2000/01 πήγε δανεικός στη Ραβένα που έπαιζε στη Serie B και αγωνίστηκε σεπέντε ματς, με την ομάδα να υποβιβάζεται. Όταν επέστρεψε στο Αρτέμιο Φράνκι, προπονητής ήταν ο Μαντσίνι. Βλέποντας τον νεαρό Έλληνα να κάνει καλές εμφανίσεις με την Εθνική Ελπίδων, αποφασίζει να τον κρατήσει. Τον Οκτώβριο, ο τραυματισμός του Κιέζα του ανοίγει για κάποια ματς τον δρόμο της 11άδας, αφού η ομάδα δεν είχε και χρήματα για ενίσχυση. Ωστόσο, δεν καταφέρνει να πείσει, ενώ μένει εκτός και από τη λίστα για την Ευρώπη.
Τον Ιανουάριο, η Φιορεντίνα παίρνει δανεικούς τον Αντριάνο και τον Ρομπιάτι και ο Βακουφτσής πηγαίνει στον Ηρακλή δανεικός για έξι μήνες. Ο «Γηραιός» είχε οψιόν αγοράς, ωστόσο ο ταλαντούχος επιθετικός πέτυχε μόλις ένα γκολ σε 11 συμμετοχές και η συμφωνία δεν προχώρησε. Η οικονομική κατάρρευση της Φιορεντίνα και ο υποβιβασμός της στη Serie C2 είχαν ως αποτέλεσμα την αποδέσμευσή του. Επόμενος σταθμός του η Κύπρος. Στη Φιορεντίνα αγωνίστηκε συνολικά σε 9 ματς στη Serie A χωρίς να πετύχει γκολ.

Διχασμός!
Δοκιμάστηκε στην Κρίσταλ Πάλας, αλλά τελικά ο Έγκε Γκέραντ τον παίρνει στην Κύπρο και τον ΑΠΟΕΛ. Επιτέλους, ο Βακουφτσής είχε την ευκαιρία να παίξει συνεχόμενα ματς και να πιάσει ρυθμό. Η μεταγραφή του στον ΑΠΟΕΛ το 2002 προκάλεσε ενθουσιασμό στους φίλους της ομάδας, ενώ στο ντεμπούτο του με το Παραλίμνι έβαλε 4 γκολ, αλλά τραυματίστηκε στον χιαστό και έμεινε εκτός για έξι μήνες! Η συνέχεια ήταν καλύτερη. Έμεινε για τρία χρόνια στην ομάδα, σημειώνοντας 23 γκολ σε 49 συμμετοχές. Κατέκτησε το Πρωτάθλημα της σεζόν 2003/04, καθώς και το Σούπερ Καπ της επόμενης χρονιάς.
Το 2005 όμως, κατάφερε να χωρίσει την Λευκωσία στα δύο, καθώς αποφάσισε να φορέσει τη φανέλα της «αιώνιας» αντιπάλου Ομόνοιας! Πλέον, ήταν η σειρά του... άλλου μισού της πόλης να τον λατρέψει, ενώ για τους οπαδούς του ΑΠΟΕΛ έγινε «persona non grata», καθώς ήταν ο πρώτος παίκτης που πηγαίνει κατευθείαν από τη μία ομάδα στην άλλη. Στην Ομόνοια σημείωσε 29 σε 26 αγώνες, χωρίς να κατακτήσει κάποιον τίτλο. Είχε και πάλι όμως πολύ καλή σχέση με τα αντίπαλα δίχτυα και αναμφίβολα έμεινε στην ιστορία του κυπριακού ποδοσφαίρου ως ένας από τους καλύτερους επιθετικούς που έχουν παίξει στη Μεγαλόνησο.

Επαναπατρισμός
Η απόφαση της επιστροφής στην Ελλάδα ήρθε τον Ιανουάριο του 2008. Ο Βακουφτσής δίνει τα χέρια με τον Εργοτέλη και παίζει σε 13 ματς, σκοράροντας δύο φορές. Το συμβόλαιό του ανανεώθηκε για δύο ακόμα χρόνια, με τον ίδιο να τονίζει: «Υπάρχουν προσωπικοί και ομαδικοί στόχοι. Οι προσωπικοί είναι να αποδώσω όσο το δυνατόν καλύτερα και να δείξω ότι μπορώ περισσότερα απ’ ότι έχω παρουσιάσει μέχρι τώρα στην ομάδα». Υπογράφει για δύο ακόμα χρόνια, ωστόσο κατά τη διάρκεια της χρονιάς δεν καταφέρνει να βρει δίχτυα, παρότι έπαιξε σε 16 ματς και έτσι αποχωρεί από τους Ηρακλειώτες.
Στα 29 του χρόνια, ο πρώην Βιόλα αναζητά εκ νέου ομάδα. Συμφωνεί αρχικά με την Κέρκυρα, για την οποία ήταν πολύ μεγάλη κίνηση, αλλά κάθεται για ένα μήνα και στη συνέχεια λύνει το συμβόλαιό του για προσωπικούς λόγους. Το όνομά του ακούγεται για τον ΟΦΗ, ωστόσο ο Βόλφγκαν Βολφ που ήταν τότε στην Ξάνθη τον θεωρεί ως ιδανική επιλογή για τον σέντερ φορ που έψαχνε για να κλείσει το ρόστερ. Έτσι, φοράει τη φανέλα των «Ακριτών», για τους οποίους τονίζει ότι ανήκουν στην ελίτ του ελληνικού ποδοσφαίρου. Παρόλα αυτά, δεν καταφέρνει να κερδίσει τον Βολφ στις προπονήσεις και έτσι δεν παίρνει φανέλα βασικού, με αποτέλεσμα τον Ιανουάριο να λύσει το συμβόλαιό του έπειτα από μόλις 3 εμφανίσεις.

Περιπλανήσεις και φινάλε
Παίζει μέχρι το τέλος της χρονιάς στην Αναγέννηση Καρδίτσας, όπου σκοράρει μόλις μια φορά και το καλοκαίρι του 2010 τον αποκτά η Νίκη Βόλου. Και πάλι όμως δεν καταφέρνει να στεριώσει (14 συμμετοχές, 1 γκολ στη Γ' Εθνική), αποχωρώντας τον Ιανουάριο και αφού οι Βολιώτες αντιμετώπιζαν και αρκετά οικονομικά προβλήματα. Τελευταίος του σταθμός στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο ήταν η κυπριακή ΠΑΕΕΚ, η οποία έπαιζε στη δεύτερη κατηγορία. Στην Κύπρο ο Βακουφτσής είχε περάσει τα καλύτερα ποδοσφαιρικά του χρόνια, ωστόσο αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Έπειτα από μόλις 7 εμφανίσεις και ένα γκολ, φεύγει τον Φεβρουάριο και το καλοκαίρι του 2011, αναλαμβάνει μαζί με τον πατέρα του τη διοίκηση της ομάδας του χωριού του, της Θύελλας Μεγαλοχωρίου, στην οποία έκανε τα πρώτα του βήματα, ενώ παράλληλα αγωνίζεται και με τη φανέλα της! Οδηγεί την ομάδα στην άνοδο στην πρώτη κατηγορία του τοπικού και αποχωρεί. Στη συνέχεια, έπαιξε και στο Φλαμούλι Τρικάλων.

«Το ποδόσφαιρο είναι η ζωή μου!»
Πλέον, ο Γιώργος Βακουφτσής είναι προπονητής στην ομάδα των Μετεώρων στην πρώτη κατηγορία του νομού Τρικάλων και... «ψάχνεται» για το πως θα συνεχίσει στο ποδόσφαιρο. Έχει βοηθήσει και κάποια παιδιά μέσω του γραφείου μάνατζερ που τον εκπροσωπούσε όσο ήταν παίκτης και δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να επιλέξει τη συγκεκριμένη δουλειά. Το μόνο που θέλει, είναι οι δραστηριότητές του να σχετίζονται με το ποδόσφαιρο!
«Το ποδόσφαιρο είναι η αγάπη μου και θέλω να συνεχισω να ασχολούμαι με αυτό. Είναι η ζωή μου. Το αν έχω τις ικανότητες προπονητικά θα δείξει», τονίζει στο gazzetta.gr. Όσον αφορά το αν θα ήθελε να φύγει ξανά στο εξωτερικό, μας λέει: «Δεν θέλω να το ξεχωρίσω έτσι. Απλά θέλω να βρεθώ και σε υψηλό επίπεδο, είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. Το ξεχωρίζω όσον αφορά την ποδοσφαιρική ποιότητα και ξέρω ότι μέχρι εκεί υπάρχουν πολλά βήματα. Εγώ τώρα ξεκινάω...»
Περιμένουμε τις προτάσεις σας για πρόσωπα που θέλετε να δείτε στη «Μηχανή του χρόνου» στα σχόλια και στο twiiter @Thansarr.
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.
