Ζοζέ Μπότο στο Gazzetta: «Ο Έλληνας που θα έπαιρνα μαζί χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Γιόκερες ήταν θετικός να έρθει στον ΠΑΟΚ»

Ζοζέ Μπότο στο Gazzetta: «Ο Έλληνας που θα έπαιρνα μαζί χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Γιόκερες ήταν θετικός να έρθει στον ΠΑΟΚ»

Νότης Χάλαρης

Τον γνωρίσαμε από τον 1,5 χρόνο που βρέθηκε ως τεχνικός διευθυντής στον ΠΑΟΚ, προκαλώντας αίσθηση με την άφιξη του στην Ελλάδα. Ένα βιογραφικό πλούσιο σε επιτυχίες και εμπειρία αφού μετρούσε 12 χρόνια στην Μπενφίκα κυρίως από το πόστο του σκάουτ, είχε ένα επιτυχημένο 4ετές πέρασμα από τη Σαχτάρ και ήταν από τα hot ονόματα της ευρωπαϊκής αγοράς.

Ο λόγος για τον Ζοζέ Μπότο. Ο άνθρωπος που κόβει και... ράβει τις επιτυχίες στη Φλαμένγκο αυτή τη στιγμή, πέρασε από το ελληνικό ποδόσφαιρο και άφησε το δικό του αποτύπωμα στον Δικέφαλο μέσα από τις ενέργειες του τόσο στην ακαδημία όσο και στην πρώτη ομάδα.

Είναι ο άνθρωπος που κρύβεται πίσω από αρκετές... αποκαλύψεις της Μπενφίκα και σπουδαίες επενδύσεις (βλέπε Ντι Μαρία) ενώ έβαλε το... χεράκι του στις μεγάλες στιγμές της Σαχτάρ, η οποία πρόσθεσε λεφτά στα ταμεία προκειμένου να σπάσει το συμβόλαιο του από τον ΠΑΟΚ.

Έμαθε δίπλα στον «πατέρα του σκάουτινγκ», τον Αουρέλιο Περέιρα πριν μετακομίσει στους «αετούς» το 2007 όπου ανακάλυψε μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα της σύγχρονης ποδοσφαιρικής ιστορίας όπως ο Μπερνάρντο Σίλβα, ο Έντερσον, ο Νέλσον Σεμέδο, ο Άνχελ Ντι Μαρία, ο Γκονσάλο Γουέδες, ο Νταβίντ Λουίζ, ο Άξελ Βίτσελ, ο Γιάν Όμπλακ, ο Νεμάνια Μάτιτς, ο Φάμπιο Κοεντράο και ο Ρενάτο Σάντσες.

Στην Πορτογαλία πανηγύρισε πέντε πρωταθλήματα, δύο κύπελλα, ισάριθμα Super Cup και επτά League Cups ενώ στην Ουκρανία συνέχισε τη συλλογή τίτλων με δύο πρωταθλήματα και ένα κύπελλο. Αυτή τη στιγμή στη Φλαμένγκο, το αποκορύφωμα του είναι η σπουδαία κατάκτηση του Copa Libertadores με τον Φελίπε Λουίς στον πάγκο.

Ο 60χρονος τεχνικός διευθυντής επέλεξε να ανοίξει την καρδιά του στο Gazzetta και μοιράστηκε το background αρκετών υποθέσεων τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

image

«Στην αρχή ήθελα να γίνω προπονητής και όχι σκάουτ»

Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια και πώς άρχισες να βλέπεις ποδόσφαιρο;

«(γέλια). Γεννήθηκα στη Λισαβόνα και γενικά είχα μια φυσιολογική παιδική ηλικία. Η αγάπη μου για το ποδόσφαιρο ήρθε από τον πατέρα μου, γιατί ήταν τερματοφύλακας, και το πρώτο πράγμα που μου είπε ήταν να μην γίνω κι εγώ τερματοφύλακας (γέλια). Δεν ήμουν καλός ποδοσφαιριστής. Ήμουν ένας μέτριος παίκτης, αλλά πάντα είχα πάθος για το ποδόσφαιρο είτε έπαιζα είτε όχι. Στα 17 κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να το ακολουθήσω επαγγελματικά. Ήμουν ερασιτέχνης τότε και άρχισα να παρακολουθώ σεμινάρια και να βλέπω το ποδόσφαιρο διαφορετικά.»

Σε ποια θέση έπαιζες;

«Στην αρχή ήμουν μέσος και μετά έγινα δεξί μπακ. Θέσεις που τότε δεν απαιτούσαν πολλή τεχνική (γέλια).»

Ποιο ήταν το ίνδαλμά σου;

«Είχα πολλά είδωλα τότε, αλλά ένας και μοναδικός με εντυπωσίασε πραγματικά. Ο Μαραντόνα. Για μένα ο κορυφαίος όλων των εποχών. Όποτε ανοίγει η συζήτηση για το ποιος είναι ο καλύτερος, για μένα είναι ο Μαραντόνα.»

βξκες

Πώς επέλεξες τον δρόμο του scouting;

«Θα σου εξηγήσω την ιστορία. Πρώτα απ’ όλα, στόχος μου ήταν να γίνω προπονητής. Ξεκίνησα από ομάδες U10 μέχρι επαγγελματικό επίπεδο, αλλά όσο προπονούσα, άρχισα παράλληλα να κάνω scouting για τις ομάδες. Στην Πορτογαλία γνώρισα τον Αουρέλιο Περέιρα, που πέθανε πρόσφατα. Ήταν ο πατέρας του scouting στην Πορτογαλία. Ήταν στη Σπόρτινγκ Λισαβόνας και είχε ανακαλύψει τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Με ρώτησε αν ήθελα να δουλέψω μαζί του. Όχι επαγγελματικά, αλλά να του δίνω πληροφορίες για ομάδες που αντιμετώπιζα. Αυτό με έβαλε στον χώρο του scouting. Το 2007 αποφάσισα να αφήσω την προπονητική και να δουλέψω επαγγελματικά ως scout. Μία μέρα μετά την τελική μου απόφαση να σταματήσω την προπονητική, η Μπενφίκα μου έκανε πρόταση να δουλέψω στον σύλλογο. Στην αρχή ήταν δύσκολο, αλλά μετά μου άρεσε και προσαρμόστηκα.»

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία στην αρχή;

«Το πιο δύσκολο ήταν ότι έβλεπα προπονήσεις άλλων προπονητών και δεν μπορούσα να προπονήσω εγώ. Γιατί ήθελα κι εγώ να γίνω προπονητής. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο. Όταν είσαι scout, πρέπει να μπαίνεις στο μυαλό του συλλόγου και του προπονητή, όχι να σκέφτεσαι τι πιστεύεις προσωπικά. Πρέπει να προσαρμόζεσαι. Δεν επιλέγεις παίκτες με βάση το πώς βλέπεις εσύ το ποδόσφαιρο, αλλά με βάση το πώς το βλέπει ο προπονητής ή ο σύλλογος. Αυτό είναι αρκετά δύσκολο. Μετά από χρόνια προσαρμόστηκα τέλεια, αλλά στην αρχή ήταν δύσκολο για μένα.»

image

«Δεν έκανε καλό στον Ρενάτο η μεταγραφή στην Μπάγερν, το 90% της Μπενφίκα δεν πίστευε στον Μπερνάρντο Σίλβα»

Μία από τις… αποκαλύψεις της ακαδημίας ήταν ο Ρενάτο Σάντσες.

«Θυμάμαι ότι προπονητής της Μπενφίκα ήταν ο Ρουί Βιτόρια και θέλαμε έναν χαφ με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Το συζητήσαμε μαζί με τη διοίκηση και αναλύσαμε κάποια προφίλ και τότε προέκυψε ο Ρενάτο Σάντσες. Γιατί να μην τον φέρουμε στην πρώτη ομάδα; Αυτή ήταν η ερώτηση. Ήταν ένα παιδί που δεν είχε κανένα πρόβλημα είτε έπαιζε σε γήπεδο με χιλιάδες φιλάθλους είτε σε επίπεδο ακαδημιών. Δεν είχε φόβο, πίεση ή άγχος. Άρχισε να προπονείται τον Ιανουάριο και σταδιακά ενσωματώθηκε και πήρε χρόνο συμμετοχής. Έπαιξε στο πρωτάθλημα, στο Champions League και μετά ήρθε η Μπάγερν Μονάχου με μια τεράστια πρόταση. Ήταν καλή απόφαση για τον σύλλογο, αλλά για την καριέρα του δεν ήταν η καλύτερη. Είχε και προβλήματα τραυματισμών, ενώ το γερμανικό ποδόσφαιρο είναι πιο σκληρό σωματικά, οπότε δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί.»

Γιατί έπεσε η καριέρα του;

«Οι τραυματισμοί έπαιξαν μεγάλο ρόλο, αλλά και το γεγονός ότι το πρώτο του βήμα ήταν τόσο μεγάλο. Από την Μπενφίκα κατευθείαν στην Μπάγερν και όλες οι δυσκολίες προσαρμογής.»

Ποιο wonderkid σου άρεσε περισσότερο;

«Ο Μπερνάρντο Σίλβα. Είναι ξεχωριστός για μένα. Ήταν ένα παιδί στο οποίο το 90% της Μπενφίκα δεν πίστευε επειδή ήταν πολύ μικρόσωμος και κοντός. Εγώ και κάποιοι άλλοι πάντα πιστεύαμε σε αυτόν και, αν υπάρχει κάτι που μετανιώνω, είναι ότι τον πουλήσαμε πριν μπει στην πρώτη ομάδα, στη Μονακό. Όλοι είδαμε τι έγινε μετά. Βγήκε πρωταθλητής στη Γαλλία και μετά απογειώθηκε. Είχαμε δεκάδες ταλέντα φυσικά, αλλά αυτός ήταν κάτι ιδιαίτερο.»

Τι σου άρεσε περισσότερο σε αυτόν;

«Η εξυπνάδα του. Ο τρόπος που βλέπει το παιχνίδι παρά το μικρό του σώμα. Προσαρμόζεται αμέσως. Πάντα με την μπάλα στα πόδια, πάντα στο κέντρο των εξελίξεων, τόσο γρήγορος με ή χωρίς την μπάλα, πάντα να σκέφτεται ένα ή δύο βήματα μπροστά. Απίστευτος.»

βθξηβ

Υπήρξε παίκτης που… τον υπολόγισες λάθος;

«Ένας τέτοιος παίκτης ήταν ο Μάρκοβιτς. Στην Μπενφίκα ήταν εντυπωσιακός για έναν χρόνο και μετά
πήγε στη Λίβερπουλ. Τον αγοράσαμε πέντε εκατομμύρια ευρώ και τον πουλήσαμε 25 εκατομμύρια ευρώ. Όλοι πιστεύαμε ότι θα γινόταν ένας από τους καλύτερους, αλλά μετά η καριέρα του πήρε την κατηφόρα. Ένας άλλος παίκτης που ήταν μεγάλο στοίχημα ήταν ο Φίλιπ Τζούριτσιτς, που τώρα είναι στον Παναθηναϊκό. Ο Λούκα Γιόβιτς επίσης ήταν παίκτης που αποκτήθηκε με πολλές θετικές ενδείξεις, αλλά δεν απέδωσε ποτέ στην Μπενφίκα. Πήγε στην Άιντραχτ και μετά εκτοξεύτηκε πριν μετακομίσει στη Ρεάλ Μαδρίτης. Αυτά είναι φυσιολογικά. Οι παίκτες μπορεί να είναι καλοί σε ένα πρωτάθλημα ή σε μια ομάδα και μετά, όταν αλλάξουν περιβάλλον, να μη γίνουν αυτό που περιμέναμε.»

Ο Ντι Μαρία ήταν μία από τις επενδύσεις σου και υπήρχε και φήμη ότι θα πουλιόταν σε ελληνική ομάδα;

«Ο Ντι Μαρία είναι το τέλειο παράδειγμα scouting. Τον αγοράσαμε από την Αργεντινή επειδή ήταν ένας από τους καλύτερους παίκτες στο Παγκόσμιο Κύπελλο U21 με την Αργεντινή. Αλλά δεν ήταν έτοιμος για την Μπενφίκα και για δύο χρόνια δεν έπαιζε πολύ. Οι προπονητές έλεγαν συνεχώς να τον δανείσουμε ή να τον πουλήσουμε. Εμείς θέλαμε να δουλέψουμε μαζί του γιατί πιστεύαμε πολύ σε αυτόν. Τελικά, με τον Ζόρζε Ζεσούς, η καριέρα του απογειώθηκε. Αυτό σημαίνει υπομονή και αυτό έδειξε η Μπενφίκα. Ειλικρινά δεν θυμάμαι αν είχε συνδεθεί με την Ελλάδα.»

image

«Το story με τον Βλαχοδήμο και η συνεργασία μου με τον Ρουί Βιτόρια»

Είχες τσεκάρει Έλληνες παίκτες;

«Είχαμε κάποιους Έλληνες παίκτες. Όταν πήγα στην Μπενφίκα, ο Κατσουράνης ήταν ήδη εκεί, αλλά εγώ υπέγραψα τον Βλαχοδήμο από τον Παναθηναϊκό για την Μπενφίκα. Αν θυμάμαι καλά, ήταν η τελευταία μου μεταγραφή στην Μπενφίκα πριν πάω στη Σαχτάρ.»

Ποια είναι η ιστορία εκεί;

«Χρειαζόμασταν τερματοφύλακα αλλά δεν είχαμε μεγάλο μπάτζετ. Έψαξα σε όλη την Ευρώπη και ήρθα στην Ελλάδα δύο ή τρεις φορές να δω τον Παναθηναϊκό και τον είδα. Είναι καλός τερματοφύλακας και αυτό που ξεχώρισα τότε ήταν η νοοτροπία και η στάση του. Μου άρεσε αμέσως και συναντηθήκαμε στο ξενοδοχείο Intercontinental. Του είπα ότι είχα εντυπωσιαστεί από εκείνον και τελικά αποφασίστηκε να τον αποκτήσουμε. Τον αγοράσαμε περίπου τρία εκατομμύρια ευρώ.»

Άλλες συμφωνίες με την Ελλάδα;

«Θυμάμαι κάποιες μεταγραφές. Ο Φέισα από τον Ολυμπιακό για παράδειγμα, αλλά δεν θυμάμαι κάποιον παίκτη που ήμασταν κοντά να πουλήσουμε στην Ελλάδα.»

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Ρουί Βιτόρια;

«Μια φυσιολογική συνεργασία. Δούλεψα μαζί του έναν χρόνο, αλλά είναι καλός άνθρωπος. Θυμάμαι ότι ήρθε από μικρότερες ομάδες και έφτασε στην Μπενφίκα. Όπως εξελίχθηκα κι εγώ.»

Πιστεύεις ότι ήταν δίκαιη η αποχώρησή του από τον Παναθηναϊκό;

«Αυτό είναι το πρόβλημα με τις ελληνικές ομάδες. Δεν έχουν καθόλου υπομονή. Δεν δίνουν χρόνο στους προπονητές να δείξουν τις δυνατότητές τους. Η πίεση είναι τεράστια στους Big Four. Θέλουν να κερδίζουν συνεχώς και δεν δίνουν χρόνο στους προπονητές. Η περίπτωση του Βιτόρια είναι ίδια με άλλους προπονητές που δεν πήραν χρόνο στις μεγάλες ομάδες.»

Πώς αποφάσισες να πας στην Σαχτάρ;

«Έμεινα εκεί συνολικά 12 χρόνια. Τα παιδιά μου γεννήθηκαν όσο ήμουν εκεί, ήταν η ζώνη άνεσής μου, αλλά μετά ήρθε η πρόταση της Σαχτάρ για να γίνω κάτι περισσότερο από scout. Με ήθελαν για το οργανωτικό κομμάτι και ως αθλητικό διευθυντή. Οικονομικά ήταν εξαιρετική πρόταση και υψηλού επιπέδου, και όταν γνώρισα τους ανθρώπους εκεί, μου άρεσε το πρότζεκτ και η φιλοδοξία τους. Έτσι αποφάσισα να πάω.»

Τι δυσκολίες αντιμετώπισες στην αρχή;

«Ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Έφευγα για πρώτη φορά από τη χώρα μου και για πρώτη φορά θα δούλευα σε νέο περιβάλλον. Δεν πήρα την οικογένειά μου μαζί μου, όπως δεν την πήρα σε καμία άλλη ομάδα όπου δούλεψα.»

Ήταν δύσκολη αυτή η απόφαση για την οικογένειά σου;

«Ήταν λίγο σκληρό και δύσκολο, αλλά ήταν καλό γιατί μπορούσα να αφοσιωθώ 100% στη δουλειά. Όταν παίρνεις την οικογένειά σου μαζί σε άλλες χώρες, πρέπει να αντιμετωπίζεις και όλα τα προβλήματα της μετακόμισης. Τα παιδιά μου ήταν έφηβοι, οπότε είχαν τους φίλους τους και το σχολείο τους.»

Πώς βίωσες την περίοδο του Covid;

«Ήταν πολύ δύσκολη, όπως για όλους. Ζήτησα να επιστρέψω στην Πορτογαλία και μία μέρα αφού έφτασα, όλα έκλεισαν. Ήταν πολλοί μήνες χωρίς ποδόσφαιρο και μετά επέστρεψα στην Ουκρανία, αλλά τίποτα δεν ήταν εύκολο τότε.»

Ποιες στιγμές ξεχωρίζεις από τη θητεία σου στη Σαχτάρ;

«Είχα τέσσερα υπέροχα χρόνια. Κάθε χρόνο κερδίζαμε κάτι. Φτάσαμε στο Final 8 του Europa League μέσα στην περίοδο του Covid. Πήραμε τίτλους, αλλά αυτό που μου άρεσε πραγματικά ήταν η στρατηγική του συλλόγου. Έφερνε νεαρούς παίκτες και τους βελτίωνε, τους εξέλισσε, τους έκανε ανταγωνιστικούς. Μέσα στην περίοδο του Covid, νικήσαμε τη Ρεάλ Μαδρίτης στην Ισπανία με νεαρούς παίκτες γιατί κάποιοι είχαν κολλήσει Covid.»

image

«Τα δύο παιδιά που ξεχώρισα αμέσως στην ακαδημία του ΠΑΟΚ, το χειρότερο με τα ντέρμπι είναι ότι δεν έχει οπαδούς και των δύο ομάδων»

Ποια είναι η ιστορία πίσω από τη μετακίνησή σου στον ΠΑΟΚ;

«Όταν ξεκίνησαν τα προβλήματα με τη Ρωσία, δεν ένιωθα καλά εκεί. Μιλούσαν για πόλεμο και δεν αισθανόμουν άνετα. Ο Γιώργος Σαββίδης με κάλεσε εκείνη την περίοδο και μου εξήγησε ότι με ήθελε εκεί. Του είπα ότι είχα συμβόλαιο με τη Σαχτάρ και εξήγησα ότι δεν θα το έσπαγα. Μου είπε ότι ο πατέρας του θα μιλούσε με τον σύλλογο και θα πλήρωνε τη ρήτρα ώστε να μείνω ελεύθερος και να πάω στον ΠΑΟΚ. Μιλήσαμε όλοι μαζί και συμφωνήσαμε να έρθω στην Ελλάδα. Και έναν μήνα αφού έφυγα για τον ΠΑΟΚ, ξεκίνησε ο πόλεμος.»

Τι συνάντησες όταν έφτασες στον ΠΑΟΚ;

«Όταν ήρθα στον ΠΑΟΚ, επειδή προερχόμουν από ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον και πλάνο — στη Σαχτάρ είχαμε μόνο νεαρούς παίκτες, ενώ στον ΠΑΟΚ υπήρχαν πολλοί μεγαλύτεροι σε ηλικία παίκτες — αυτό με εξέπληξε. Φυσικά, στην Ελλάδα είναι συνηθισμένο να υπογράφεις τέτοιους παίκτες αντί να εξελίσσεις νέους. Για μένα στην αρχή ήταν περίεργο, αλλά το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να κοιτάξω την ακαδημία και αμέσως ξεχώρισα δύο κορυφαίους ποδοσφαιριστές: τον Κουλιεράκη και τον Κωνσταντέλια. Προσπάθησα να πείσω τον Ραζβάν να τους φέρει στις προπονήσεις της πρώτης ομάδας και να τους δώσει χρόνο συμμετοχής, και εντυπωσιάστηκε κι εκείνος.

Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ο κόσμος του ΠΑΟΚ. Τόσο παθιασμένοι, τόσο αφοσιωμένοι, ήταν απίστευτο. Επίσης η πόλη και, αν με ρωτούσες ποια πόλη από όλες όσες έχω δουλέψει θα διάλεγα για να ζήσω μόνιμα εκτός Πορτογαλίας, θα διάλεγα την Ελλάδα. Το φαγητό, οι άνθρωποι, ο τρόπος ζωής, ο ήλιος. Είναι μαγικά.»

biuwjq

Ποια είναι η σχέση σου με τον Λουτσέσκου;

«Είχαμε μια φυσιολογική σχέση. Ο Λουτσέσκου έχει γράψει ιστορία στον ΠΑΟΚ, έχει κατακτήσει τίτλους και όλοι τον σέβονται. Είναι σπουδαίος άνθρωπος και προπονητής, αλλά έχει διαφορετική φιλοσοφία από μένα. Εγώ ήθελα να φέρνω νέους παίκτες, ενώ εκείνος ήθελε πιο ασφαλείς επιλογές με περισσότερη εμπειρία. Μετανιώνω που δεν πήρα τίτλο με τον ΠΑΟΚ. Χάσαμε δύο τελικούς Κυπέλλου Ελλάδας, αλλά πιστεύω ότι έχω ένα μικρό κομμάτι στην ομάδα που κατέκτησε το πρωτάθλημα γιατί είχα κάνει τον καλοκαιρινό σχεδιασμό.»

Ποια ήταν η καλύτερη μεταγραφή σου στον ΠΑΟΚ;

«Έφερα κάποιους παίκτες όπως ο Κεντζιόρα και ο Τάισον, αλλά προσπάθησα επίσης να φέρω νεότερους παίκτες. Και φυσικά τα παιδιά της ακαδημίας που βγήκαν όπως ο Κουλιεράκης και ο Κωνσταντέλιας, αλλά δεν είχα κάποια τεράστια μεταγραφή ή πώληση.»

Ποιο ντέρμπι απόλαυσες περισσότερο;

«Όλα τα ντέρμπι ήταν μαγικά. Θυμάμαι έντονα τον τελικό με τον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ. Ήταν μόλις έξι μήνες αφού είχα έρθει και η ατμόσφαιρα ήταν εκρηκτική. Δεν συνέβησαν όμορφα πράγματα, αλλά ήταν απίστευτο. Το κακό, πέρα από τον τελικό, είναι ότι ποτέ δεν παίξαμε ντέρμπι με παρουσία και των δύο ομάδων φιλάθλων και αυτό είναι κρίμα. Θα ήταν πραγματικά εντυπωσιακό.»

image

«Αν δώσετε στους Έλληνες παίκτες χώρο και χρόνο θα δείτε ότι υπάρχουν και άλλοι "Κωνσταντέλιες"»

Έχει ταλέντο η Ελλάδα;

«Δεν το λέω πρώτη φορά. Έχετε ταλέντο, καλούς παίκτες, καλά παιδιά. Αλλά νομίζω ότι το πρόβλημα είναι πως δεν τους δίνετε χώρο και χρόνο να εξελιχθούν. Τους χάνετε εξαιτίας αυτού. Στην Ελλάδα υπάρχουν και άλλοι “Κωνσταντέλιες” ή “Κουλιεράκηδες”, αλλά δεν τους δίνετε την ευκαιρία να δείξουν την αξία τους και έτσι θα χάσετε κάποιους από αυτούς.»

Ποιον Έλληνα ποδοσφαιριστή θα υπέγραφες;

«Τον Κωνσταντέλια. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Ακόμα και τώρα στη Φλαμένγκο θα τον έφερνα (γέλια).»

Γιατί έφυγες;

«Δεν έγινε τίποτα κακό με τον ΠΑΟΚ. Απλώς είχαμε διαφορετική οπτική για το πρότζεκτ και όταν συμβαίνει αυτό, είναι καλύτερο να μη συνεχίζεις στον ίδιο δρόμο. Έχω εξαιρετικές σχέσεις με τον Γιώργο, με τον Βιεϊρίνια — μιλάμε ακόμα και τώρα — και με τον Ραζβάν, στον οποίο δίνω πάντα συγχαρητήρια ή πρόσφατα όταν πέθανε ο πατέρας του. Δεν υπήρξε τίποτα κακό και κανένας “πόλεμος”. Απλώς είχαμε διαφορετικό όραμα.»

Τι συζητάς με τον Βιεϊρίνια;

«Κυρίως μιλάμε για παίκτες που ξεχωρίζουν στη Βραζιλία ή για παιδιά από τις ακαδημίες που έχουμε, κυρίως τη γνώμη μου γι’ αυτούς.»

Υπήρξε κάποια μεταγραφή που δεν έγινε στον ΠΑΟΚ;

«Υπήρχε ένας παίκτης που ήθελα να φέρω. Ήταν εφικτό να έρθει, αλλά υπήρχαν κάποιες αμφιβολίες από την πλευρά του ΠΑΟΚ ή του ίδιου του παίκτη, κάτι φυσιολογικό, και τώρα αυτός ο παίκτης είναι ένας από τους καλύτερους στον κόσμο. Μιλάω για τον Βίκτορ Γκιόκερες. Ήταν τότε στην Κόβεντρι και δεν έπαιζε πολύ. Ο scout μου είπε ότι ήταν δυνατός, γρήγορος και ότι στην Ελλάδα θα έκανε τρομερή σεζόν. Μιλήσαμε μαζί του, είδαμε ότι μπορούσαμε να τον αποκτήσουμε, αλλά κάποιοι στον ΠΑΟΚ είχαν αμφιβολίες επειδή έπαιζε στη δεύτερη κατηγορία, δεν είχε πολλά γκολ και δεν είχε παίξει πολύ. Εκείνη ακριβώς τη σεζόν έγινε ο καλύτερος επιθετικός της Championship. Πήγε στη Σπόρτινγκ και τώρα μεταγράφηκε στην Άρσεναλ για 65 εκατομμύρια ευρώ και έγινε πρωταθλητής. Ήταν θετικός να έρθει στον ΠΑΟΚ γιατί δεν έπαιζε πολύ στην Κόβεντρι. Αυτά συμβαίνουν φυσικά. Για παράδειγμα, φέραμε τον Φελίπε Σοάρες από την Πορτογαλία και τον θεωρούσαμε ένα από τα μεγαλύτερα πρότζεκτ στην Πορτογαλία, αλλά στον ΠΑΟΚ δεν πέτυχε. Αυτό είναι το ποδόσφαιρο.»

biwkej

Τι συνέβη στη Φλαμένγκο με τον Φελίπε Λουίς;

«Τα αποτελέσματα δεν ήταν καλά και έπρεπε να αλλάξουμε κάτι. Δεν μπορείς να αλλάξεις 25 παίκτες, οπότε το κάνεις με τον προπονητή. Πιστεύω ότι ο Λουίς θα γίνει κορυφαίος προπονητής και θα εξελιχθεί σε εξαιρετικό μάνατζερ, αλλά υπάρχουν στιγμές που παίρνεις τέτοιες αποφάσεις.»

Θα επέστρεφες στην Ελλάδα;

«Είμαι πάντα ανοιχτός σε όλες τις προτάσεις. Το ποδόσφαιρο μου έμαθε να μη λέω ποτέ “ποτέ”. Αυτές είναι ανοησίες. Δεν ξέρω το μέλλον, αλλά αγαπώ την Ελλάδα. Αν είχα πρόταση και δεν είχα ομάδα και το πρότζεκτ ήταν καλό, φυσικά και θα το σκεφτόμουν. Τώρα έχω και διαφορετική εμπειρία από τον ΠΑΟΚ, οπότε γιατί όχι;»

Θα άλλαζες κάτι στην καριέρα σου;

«Κοίτα, φυσικά δεν μπορούν όλα να πάνε σωστά. Όποτε κοιτάζω πίσω, λέω “θα μπορούσα να είχα κάνει αυτό ή εκείνο”, αλλά δεν έχω μετανιώσει για τίποτα. Υπήρχε λόγος που πήρα κάθε απόφαση και θα έπαιρνα τις ίδιες αποφάσεις ξανά αν είχα την ευκαιρία, γιατί χωρίς αυτές δεν θα είχα φτάσει σε αυτό το σημείο.»

@Photo credits: eurokinissi, Getty Images/Ideal Image, Προσωπικό αρχείο Jose Boto
Φόρτωση BOLM...