Εθνική Ιταλίας: Η «σταύρωση» και η άρνηση της «ανάστασης»

Εθνική Ιταλίας: Η «σταύρωση» και η άρνηση της «ανάστασης»

Το Σαββατοκύριακο του Πάσχα στη Serie A δεν είχε χρώμα εορταστικό, αλλά πένθιμο. Η ανάσταση που ευαγγελίζονταν οι παράγοντες του ιταλικού ποδοσφαίρου αποδείχθηκε μια οφθαλμαπάτη, καθώς η εθνική ομάδα της χώρας βίωσε έναν «βιβλικό» αποκλεισμό από το Παγκόσμιο Κύπελλο. Η ήττα στη Ζένιτσα από την Βοσνία δεν ήταν απλώς ένα αρνητικό αποτέλεσμα, αλλά μια πράξη μαρτυρίου που αποκάλυψε το μέγεθος της σήψης. «Είμαστε όλοι ένοχοι», δήλωσε ο Κριστιάν Κίβου, δίνοντας το στίγμα της συλλογικής ευθύνης για ένα άθλημα που μοιάζει να πεθαίνει από τις ίδιες του τις «αμαρτίες». Η Ιταλία, η τετράκις παγκόσμια πρωταθλήτρια, καλείται πλέον να διαχειριστεί την τρίτη συνεχόμενη απουσία της από τη μεγαλύτερη γιορτή του πλανήτη, μια πραγματικότητα που μοιάζει με εφιάλτη από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξυπνήσει.

Η συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε τον αποκλεισμό ήταν ένα μνημείο αποκοπής από την πραγματικότητα. Ο πρόεδρος της ιταλικής Ομοσπονδίας, Γκαμπριέλε Γκραβίνα, μαζί με τον Τζενάρο Γκατούζο και τον Τζίτζι Μπουφόν, προσπάθησαν να ψελλίσουν δικαιολογίες, εντοπίζοντας «θετικά στοιχεία» εκεί που ο κόσμος έβλεπε μόνο συντρίμμια. Η αγανάκτηση της κοινής γνώμης κορυφώθηκε όταν το τελευταίο πέναλτι του Εσμίρ Μπαϊρακτάρεβιτς έστειλε τους Ιταλούς στο σπίτι τους και οι παραιτήσεις δεν ήρθαν άμεσα. Ο Γκραβίνα, ειδικότερα, έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος μιας ολόκληρης χώρας, η άρνησή του να αναλάβει την ευθύνη, παρά την προηγούμενη αποτυχία του 2022, θεωρήθηκε προκλητική. Χρειάστηκε η πολιτική πίεση και η κατακραυγή για τα υποτιμητικά του σχόλια προς άλλα «ερασιτεχνικά» αθλήματα, όπως το σκι και το τένις, για να γίνει η θέση του επιτέλους μη βιώσιμη.

Η αποχώρηση του Μπουφόν και η παραίτηση του Γκατούζο - ο οποίος μάλιστα χάρισε τα χρήματα που του οφείλονταν για να στηρίξει το επιτελείο του - σφράγισαν το τέλος μιας εποχής που αρνήθηκε να δει την αλήθεια κατάματα. Το ιταλικό ποδόσφαιρο δεν ψάχνει πλέον απλώς έναν προπονητή ή έναν νέο πρόεδρο, ψάχνει τη χαμένη του ψυχή. Η «ανάσταση» απαιτεί ριζικές αλλαγές, αλλά προς το παρόν η ποδοσφαιρική χώρα παραμένει βυθισμένη στη σιωπή μιας αποτυχίας που κανείς δεν μπορεί να δικαιολογήσει.

image

Η κατάρρευση: Μια Serie A ξένων και... ερειπίων

Η αγωνιστική που ακολούθησε τον αποκλεισμό στη Ζένιτσα ήταν ένας αμείλικτος καθρέφτης της ιταλικής παρακμής. Οι αριθμοί είναι σοκαριστικοί: από τους 220 βασικούς ποδοσφαιριστές των ομάδων της Serie A, μόλις 64 ήταν επιλέξιμοι για την εθνική ομάδα. Το 29% της ιταλικής εκπροσώπησης στο ίδιο της το πρωτάθλημα αποτελεί την οριστική απόδειξη ότι το οικοδόμημα έχει καταρρεύσει. Ομάδες όπως η Κόμο, που προβάλλεται ως το «γκλάμουρ» μέλλον του πρωταθλήματος, αγωνίζονται χωρίς σχεδόν κανέναν Ιταλό, ενώ ιστορικοί σύλλογοι όπως η Ουντινέζε παρατάσσουν ενδεκάδες που θυμίζουν...λεγεώνα ξένων. Το ιταλικό ταλέντο δεν παραγκωνίζεται απλώς, εξαφανίζεται κάτω από το βάρος μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς που δεν ενδιαφέρεται για το εθνικό συμφέρον.

Την ίδια στιγμή, οι υποδομές της χώρας εκπέμπουν σήμα κινδύνου. Το Σαν Σίρο, που κάποτε δέσποζε ως ναός του ποδοσφαίρου, πλέον καταρρέει. Οι φίλαθλοι έρχονται αντιμέτωποι με βρώμικες και απαρχαιωμένες εγκαταστάσεις και μια γραφειοκρατία που καθιστά την παρακολούθηση ενός αγώνα μια ταλαιπωρία γεμάτη ουρές και σωματικούς ελέγχους. Τα ιταλικά γήπεδα, αντί να είναι πηγές εσόδων, παράγουν ζημιές, στερούμενα σύγχρονων εμπορικών χώρων και σουιτών φιλοξενίας. Ενώ η Premier League και η La Liga έχουν μετατρέψει τα στάδια σε κερδοφόρες επιχειρήσεις, η Ιταλία παραμένει εγκλωβισμένη σε στάδια - φαντάσματα της δεκαετίας του '90.

Στο σκοτάδι αυτής της κατάρρευσης, οι Ultras συνεχίζουν να ασκούν μια επικίνδυνη εξουσία. Αυτές οι ομάδες, που συχνά συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα, κρατούν τους συλλόγους σε ομηρία, επιβάλλοντας τη δική τους ατζέντα μέσω βίας και εκβιασμών. Ο έλεγχος των εισιτηρίων και των εμπορευμάτων δημιουργεί ένα τοξικό περιβάλλον που διώχνει τις οικογένειες από τις εξέδρες. Όταν οι αρχές προσπαθούν να παρέμβουν, οι οπαδοί προχωρούν σε αποχή, αφήνοντας τα γήπεδα άδεια, όπως συνέβη με τη Λάτσιο. Χωρίς την εξάρθρωση αυτού του παρακράτους, το ιταλικό ποδόσφαιρο δεν θα καταφέρει ποτέ να εκσυγχρονιστεί και να επιστρέψει στις ένδοξες ημέρες του παρελθόντος.

image

Οι αιτίες: Η κρίση ταυτότητας και το ταλέντο που χάθηκε...

Γιατί η Ιταλία σταμάτησε να παράγει παίκτες που προκαλούν δέος; Η απάντηση βρίσκεται στη στρεβλή εκπαίδευση των νέων. Η εμμονή με την τακτική έχει γίνει ένας «ιός» που διαβρώνει τη δημιουργικότητα από τις μικρές ηλικίες. Οι ακαδημίες έχουν μετατραπεί σε εργαστήρια συστημάτων, όπου το 3-5-2 και η αμυντική προσήλωση θεωρούνται σημαντικότερα από την ατομική τεχνική. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν πλέον πώς να ντριμπλάρουν ή πώς να αυτοσχεδιάζουν, αλλά πώς να καλύπτουν χώρους. Αυτή η «προδοσία» της τεχνικής έχει οδηγήσει σε μια γενιά παικτών που φοβούνται το λάθος και στερούνται της φαντασίας που διέθεταν ο Μπάτζιο, ο Τότι ή ο Ντελ Πιέρο.

Το πρόβλημα όμως είναι και κοινωνικό. Η Ιταλία είναι μια χώρα που γερνάει, με τη χαμηλότερη γεννητικότητα στην Ευρώπη και μια νεολαία που πλήττεται από την κρίση παχυσαρκίας. Το ποδόσφαιρο δεν αποτελεί πλέον τη διέξοδο από τη φτώχεια, όπως παλιά, και το ενδιαφέρον των νέων μετατοπίζεται. Παράλληλα, ο ενδημικός ρατσισμός στα γήπεδα και η περιθωριοποίηση του γυναικείου ποδοσφαίρου εμποδίζουν την ανανέωση της δεξαμενής των ταλέντων. Η νίκη στο Euro 2020 λειτούργησε ως υπνωτικό, πείθοντας τους πάντες ότι το σύστημα λειτουργεί, ενώ στην πραγματικότητα η παρακμή είχε ήδη ξεκινήσει.

Η διοικητική ανικανότητα ολοκληρώνει το παζλ. Η αποκάλυψη ότι οι παίκτες συζητούσαν για μπόνους 300.000 ευρώ πριν από έναν τόσο κρίσιμο αγώνα, ενώ η χώρα αγωνιούσε, ενίσχυσε την αίσθηση ότι υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στην εθνική ομάδα και το λαϊκό αίσθημα. Οι παίκτες αντιμετωπίζονται ως υπάλληλοι πολυεθνικών, ενώ η Oμοσπονδία φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για πολιτικές ισορροπίες παρά για το παιχνίδι. Το ιταλικό ποδόσφαιρο αντικατοπτρίζει μια χώρα της οποίας η οικονομία παραμένει στάσιμη για δεκαετίες: στερείται οράματος, επενδύσεων και της τόλμης να σπάσει τα δεσμά του παρελθόντος.

image

Το σχέδιο 900 σελίδων που πήγε στα σκουπίδια και η χαμένη ευκαιρία του Μπάτζιο

Η ιστορία της έκθεσης των 900 σελίδων του Ρομπέρτο Μπάτζιο είναι η πιο τρανή απόδειξη της ιταλικής αλαζονείας. Το 2011, η «θεϊκή κοτσίδα» παρέδωσε στην Ομοσπονδία ένα λεπτομερές σχέδιο με τίτλο «Ανανεώνοντας το Μέλλον». Δεν ήταν ένα πρόχειρο έγγραφο, αλλά μια επιστημονική μελέτη στην οποία εργάστηκαν 50 ειδικοί, προτείνοντας:

  • τη δημιουργία 100 ομοσπονδιακών κέντρων,
  • την εκπαίδευση προπονητών με παιδαγωγική κατάρτιση
  • την πλήρη πληροφορικοποίηση του συστήματος scouting.

Ο Μπάτζιο ήθελε να επαναφέρει την κεντρικότητα της τεχνικής και να δώσει έμφαση στην ηθική διάπλαση των νέων παικτών. Η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε ήταν προσβλητική. Τον άφησαν να περιμένει πέντε ώρες σε μια αίθουσα αναμονής για να του παραχωρήσουν μόλις 15 λεπτά ομιλίας. Το σχέδιο δεν διαβάστηκε ποτέ και... πετάχτηκε στα σκουπίδια. Ο Μπάτζιο, που αγαπούσε το ποδόσφαιρο περισσότερο από τις καρέκλες, παραιτήθηκε το 2013, καταγγέλλοντας ότι η Ιταλική Ομοσπονδία δεν του επέτρεπε να εργαστεί. Η απογοήτευσή του ήταν τεράστια, καθώς έβλεπε ότι η χώρα του οδηγούνταν στην καταστροφή και εκείνοι που κρατούσαν τα ηνία προτιμούσαν να διατηρήσουν τα προνόμιά τους παρά να ακούσουν μια φωνή λογικής.

Σήμερα, αυτή η έκθεση κυκλοφορεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σαν το «Ευαγγέλιο» μιας χαμένης ευκαιρίας. Ο Μπάτζιο είχε προβλέψει τα πάντα: την έλλειψη τεχνικής, την αποξένωση των νέων, την ανάγκη για σύγχρονες εγκαταστάσεις. Αν το σχέδιο είχε εφαρμοστεί το 2012, η Ιταλία ίσως να μην θρηνούσε σήμερα τρεις αποκλεισμούς. Η περίπτωση του Μπάτζιο αναδεικνύει το μεγαλύτερο πρόβλημα του ιταλικού ποδοσφαίρου: την άρνηση να εμπιστευτεί τους θρύλους του και την εμμονή σε γραφειοκράτες που βλέπουν το άθλημα μόνο ως εργαλείο πολιτικής ισχύος.

Φόρτωση BOLM...