Κεραμίτσης στο Gazzetta: «Τραυματίστηκα μόνος μου, νόμιζα ότι έχασα την ευκαιρία της ζωής μου»
Ο Δημήτρης Κεραμίτσης είναι ένας από τους νέους Έλληνες ποδοσφαιριστές που κάνουν τα βήματα τους στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο με αποφασιστικότητα και όραμα. Η πορεία του ξεκίνησε στα γηπεδάκια της Θεσσαλονίκης, όπου περνούσε ατέλειωτες ώρες με φίλους ,όπως ο Στέφανος Τζίμας μαθαίνοντας την τεχνική του, την υπομονή και την πειθαρχία. Από εκείνα τα πρώτα παιχνίδια στον ήλιο και στη βροχή, διαμορφώθηκε η αγάπη του για την μπάλα και η επιθυμία του να φτάσει όσο πιο ψηλά γίνεται.
Η ιστορία του έχει όλα τα στοιχεία ενός ταξιδιού γεμάτου δυσκολίες και μικρές νίκες. Στα 14 του χρόνια, βρέθηκε σε ένα camp Ιταλών στη Θεσσαλονίκη, όπου τράβηξε την προσοχή ενός σκάουτ της Φιορεντίνα. Ένας τραυματισμός στον αστράγαλο θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο, όμως εκείνος δεν το έβαλε κάτω και συνέχισε να παλεύει για την ευκαιρία του στο εξωτερικό. Αυτή η αποφασιστικότητα ήταν μόνο η αρχή ενός ταξιδιού που τον οδήγησε από τα δοκιμαστικά σε Φιορεντίνα, Αταλάντα και Ίντερ, μέχρι τη Ρόμα, όπου έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα στα 17 του χρόνια.
Η εμπειρία του στην Ιταλία όπως λέει στο Gazzetta ήταν καθοριστική για την εξέλιξή του. Ο Ζοσέ Μουρίνιο, που ήταν τότε προπονητής των Τζιαλορόσι δεν υπήρξε απλώς ένας προπονητής αλλά ένας μέντορας. Ο Κεραμίτσης θυμάται πώς τον έβαλε στο παιχνίδι χωρίς προθέρμανση, μπροστά σε χιλιάδες θεατές, και πώς αυτό το πρώτο σοκ τον έκανε πιο δυναμικό, πιο συγκεντρωμένο και έτοιμο να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που θα ακολουθούσαν. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε προπόνηση, κάθε προκλήση και κάθε αγώνας έγινε ευκαιρία για μάθηση και βελτίωση.
Η μετακόμιση στην Πολωνία για λογαριασμό της Πογκόν άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του. Νέα χώρα, νέα γλώσσα, διαφορετική καθημερινότητα. Όμως η προσαρμογή ήρθε μέσα από τη δουλειά, την υπομονή και την επιμονή. Στην ομάδα του, κατάφερε να κερδίσει θέση βασικού και να βοηθήσει την ομάδα του να κοιτάξει ψηλά, όχι μόνο στο πρωτάθλημα αλλά και στο Κύπελλο.
«Ήταν ένα σοκ το ντεμπούτο με τη Ρόμα»
Πώς ήρθε η απόφαση να μετακομίσεις στην Ιταλία;
«Ήθελα από μικρός να πάω στο εξωτερικό γιατί έβλεπα ότι στην Ελλάδα δεν δίνονταν ευκαιρίες στα νέα παιδιά και έτσι όταν έγινα 16 χρονών, έφυγα στο εξωτερικό. Από κάποιο σημείο και μετά, προτιμούσα να παίζω Α' τοπικό ή Γ΄ Εθνική, και να περιμένω να γίνω 16 χρονών και να φύγω στο εξωτερικό. Από τα 14 μου, είχα πάει δοκιμαστικά σε αρκετές ομάδες. Το πρώτο μου δοκιμαστικό στα 14, ήταν στην Φιορεντίνα. Μας ανακάλυψε σε ένα τουρνουά στη Θεσσαλονίκη, ο επίσημος σκάουτ της Φιορεντίνα, Ανδρέα Ντομενικίνι, του οποίου ο πατέρας, ήταν και είναι βοηθός του Σπαλέτι για πάνω από 20 χρόνια, και λέγεται Μάρκο Ντομενικίνι. Αυτός ο άνθρωπος με είδε εκεί στο camp στη Θεσσαλονίκη, και σε περίπου 15-20 ημέρες μετά, ήμουν για δοκιμαστικά στο προπονητικό κέντρο των Βιόλα. Γύρω από αυτό, υπάρχει και μία περίεργη ιστορία».
Ποια είναι αυτή;
«Είχα πάει σε εκείνο το camp, που ήταν σκάουτ αποκλειστικά ιταλικών ομάδων. Το πρωί κάναμε μόνο τεχνική και το απόγευμα υπήρχε παιχνίδι. Πάω εγώ την πρώτη μέρα το πρωί που κάναμε μόνο τεχνική, από ό,τι είχα καταλάβει, αυτός είχε εντυπωσιαστεί με εμένα (ο σκάουτ της Φιορεντίνα) και έλεγε ότι θέλει να με δει το απόγευμα με τους μεγαλύτερους στο παιχνίδι. Το μεσημέρι εγώ παρέμεινα στο γήπεδο που γινόταν οι δοκιμές, και με κάποια άλλα παιδιά, πήγαμε στο γήπεδο να κάνουμε σουτάκια και να παίξουμε λίγο μπάλα. Εκεί που παίζουμε, λέω εγώ σε ένα παιδί "βγάλε μου σέντρα, θα σουτάρω με τη μία έξω από την περιοχή". Πήγα να σουτάρω, με τη μία, στον αέρα, και μου γύρισε ο αστράγαλος. Το απόγευμα στο παιχνίδι, προσπάθησα να παίξω με το ζόρι αλλά ήταν αδύνατον. Μου το δέσανε πολύ καλά, αλλά παρόλα ταύτα δεν μπορούσα. Έτσι δε μπόρεσα να παίξω και λέω εντάξει, δεν πειράζει. Έχασα την ευκαιρία μου. Ήμουν χαζός. Τραυματίστηκα μόνος μου».
Και στεναχωρήθηκες;
«Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ αλλά παρόλα ταύτα την επομένη με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε, μόλις επανέλθεις σε περιμένουμε για δοκιμαστικά στη Φιορεντίνα. Και όπως καταλαβαίνετε, έχω πάθει ένα σοκ, γιατί όλοι οι άλλοι έπαιζαν τόσες μέρες παιχνίδια και έκαναν τεχνική στο camp… εγώ τραυματίστηκα την πρώτη μέρα μετά την τεχνική και παρόλα ταύτα ήμουν ο μόνος που πήγε για δοκιμαστικά στην Φιορεντίνα.
Ο σκάουτ της Φιορεντίνα πίστεψε πολύ σε εμένα, εγώ πιστεύω με την απόδοσή μου, τον δικαίωσα, είχαμε μία συζήτηση κάποιων μηνών γύρω από τις συνθήκες που θα μπορούσα να πάω, δηλαδή κάτω από τα 16 σου, δε μπορείς να πας στο εξωτερικό χωρίς τη συνοδεία της οικογένειάς σου. Προσπαθήσαμε για 2 μήνες να βρούμε τη χρυσή τομή, και τελικά δε βρέθηκε και έτσι μείναμε ότι μέχρι τα 16, θα πρέπει να πηγαίνω κάποιες φορές στο προπονητικό κέντρο για να μπορέσω μετά μόλις κλείσω τα 16, να πάρω μεταγραφή εκεί. Και έτσι, αμέσως μόλις ξεκίνησε η σχολική χρονιά, ξεκίνησα εντατικά και τα μαθήματα ιταλικών, με έναν Ιταλό δάσκαλο στη Θεσσαλονίκη, τον Γκαϊτάνο. Μετά από αυτά τα δοκιμαστικά, διέρρευσε το όνομά μου στην Ιταλία, και μας προσέγγισαν άνθρωποι ώστε να πάω και σ' άλλες ομάδες, όπως η Αταλάντα, η Ίντερ και η Ρόμα».
Πήγες και σε άλλες χώρες πριν την Ιταλία, για δοκιμαστικά;
«Ναι, έχω πάει στην Ολλανδία, στη Βίλεμ, όπου τότε ήταν εκεί ο Παυλίδης και ο Βρουσάι. Μάλιστα εκεί, είχαν σκεφτεί να με κρατήσουν για ένα χρόνο να κάνω μόνο προπονήσεις, και στα 16 μου να υπογράψω κανονικά το δελτίο. Όντως ξεκίνησα την προετοιμασία από τον Ιούλιο, κάθισα μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου, όταν και ξεκινούσαν τα μαθήματα στην Ελλάδα στο σχολείο, γιατί και αυτοί ένιωσαν ότι ήταν παράτολμο και επικίνδυνο, και έτσι γύρισα αρχές Σεπτέμβρη στην Ελλάδα, με την υπόσχεση βέβαια, ότι θα πήγαινα ξανά το καλοκαίρι για να εγκατασταθώ μόνιμα. Λίγο πριν τον COVID, είχα πάει και στη Σκωτία, στη Ρέιντζερς όπου είχαμε σχεδόν συμφωνήσει και ήμασταν έτοιμοι να υπογράψουμε, και τότε την Κυριακή ήταν να έρθουν αυτοί για τα διαδικαστικά στην Ελλάδα, και την Τετάρτη, 3 ημέρες πριν, απαγορεύτηκαν οι προπονήσεις και οι μετακινήσεις με τον COVID. Έτσι δε μπορούσαν να έρθουν αυτοί, ούτε να πάμε εμείς. Ήταν μία κατάσταση τρομακτική και πολύ δύσκολη ψυχολογικά για εμένα. Έτσι καταλήξαμε στην Ιταλία, στην Έμπολι, όταν ήμουν πλέον, ακριβώς 16 ετών».
Μόνος σου πήγες;
«Ναι... Ήταν δύσκολο, αλλά με βοήθησε πολύ το γεγονός ότι ήμουν εσώκλειστος μέσα στο προπονητικό κέντρο. Πήγαινα το πρωί σε ιταλικό σχολείο, γιατί όπως σας είπα και πριν, για 2 χρόνια, από τα 14 έως τα 16 μου, έκανα εντατικά ιταλικά και τα ιταλικά μου ήταν σε ένα πάρα πολύ καλό επίπεδο και έτσι μπορούσα να παρακολουθώ με σχετική άνεση τα μαθήματα στα ιταλικά. Το μεσημέρι έκανα προπόνηση με την ομάδα, και το απόγευμα έως το βράδυ είχα ελεύθερα τα γήπεδα δίπλα, και έκανα εξτρά προπονήσεις. Ακόμη κι όταν είχα και εγώ COVID και δε μου επέτρεπαν να μπω στην ομάδα, όταν έφευγε ο διευθυντής στις 11 από το οικοτροφείο, εγώ περίμενα να κοιμηθούν και οι τελευταίοι και πήγαινα κατά τις 2 τα ξημερώματα και έκανα προπόνηση κρυφά μόνος μου».
Πώς βρέθηκες στη Ρόμα;
«Την πρώτη μου χρονιά, την χρονιά του COVID, παρόλο που κάναμε καθημερινά προπονήσεις με την ομάδα, τα πρωταθλήματα είχαν ανασταλεί και έτσι την άνοιξη έγινε ένα μίνι πρωτάθλημα, με πολλούς ομίλους, που ο κάθε όμιλος αποτελούνταν από 5 ομάδες. Στο δικό μας όμιλο ήταν η Έμπολι, Φιορεντίνα, Λάτσιο, Ρόμα, Πίζα. Σε αυτό το μίνι πρωτάθλημα, πήγα πάρα πολύ καλά και όλες οι ομάδες του δικού μου group και επιπλέον η Μίλαν, εκδήλωσαν ενδιαφέρον για να με αποκτήσουν το καλοκαίρι. Η Ρόμα, έχει ίσως την καλύτερη ακαδημία στην Ιταλία, και ήθελα να πάω εκεί σαν τρελός. Οι διαπραγματεύσεις ήταν δύσκολες, η Έμπολι ζητούσε 1 εκατομμύριο για να με δώσει, και τελικά, λίγες ημέρες πριν την εκπνοή των μεταγραφών, οι σύλλογοι συμφώνησαν και έτσι βρέθηκα στη Ρόμα, αλλά εκείνη τη χρονιά, συνέβη και κάτι ακόμα συγκλονιστικό».
Δηλαδή, τι ακριβώς;
«Επειδή γνώριζα από τα 14 μου ότι θα πάω Ιταλία, και είχα μάθει πολύ καλά τα ιταλικά, ο προπονητής της Κ17 της Εθνικής Ιταλίας, Μπερνάρντο Κοράντι, την Άνοιξη του 2021, έστειλε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για να με καλέσει στην Κ17 της Εθνικής Ιταλίας., γιατί ήρθε και με είδε σε 2-3 παιχνίδια και ακούγοντάς με να μιλάω τόσο καλά ιταλικά, ενώ μόλις είχα πάει στην Ιταλία, θεώρησε ότι ήμουν Ιταλικής καταγωγής και γι αυτό εκδήλωσε ενδιαφέρον να με καλέσει την Εθνική Ομάδα Κ17 της Ιταλίας. Η Έμπολι, με κάλεσε στα γραφεία και προσπάθησαν να ανακαλύψουν αν έχω κάποια ιταλική καταγωγή από τους προγόνους μου. Και εγώ τους είπα, η μόνη κοντινή σχέση που μπορεί να υπάρχει, είναι ότι η γιαγιά μου από το σόι της μητέρας μου, ήταν βλάχα, και μπορεί οι γλώσσες να ήταν παρόμοιες μεταξύ τους. Ουδεμία άλλη σχέση είχα, με ότι είχε να κάνει σε σχέση, με την καταγωγή μου και την Ιταλία. Λάβετε υπόψιν, ότι εκείνη την εποχή δεν έπαιζα στην Εθνική Ελλάδος Κ17, παρά μόνο είχα περάσει από κάποια δοκιμαστικά στο Καρπενήσι».
Οι πρώτες μέρες στην Ιταλία πως ήταν;
«Εντυπωσιακές. Οι εγκαταστάσεις, ο τρόπος που με υποδέχτηκαν. Στην αρχή πήγα στην Κ18, στόχος μου βέβαια, ήταν να παίξω στη Primavera, στην Κ19, που θεωρούταν η Β΄ ΟΜΑΔΑ της Ρόμα. Αλλά μπροστά μου, στη θέση μου, είχα 5 ποδοσφαιριστές γεννημένους το 2002 και εγώ ήμουν του 2004. Όταν πήγα εκεί, ήξερα ότι ήταν δύσκολο να παίξω, αλλά πίστευα πολύ σε εμένα. Στην αρχή έπαιξα τέσσερα παιχνίδια στην Κ18 και μετά ανέβηκα στη Primavera. Θυμάμαι ότι με το που πήγα, ο Μουρίνιο ερχόταν και έβλεπε συνέχεια τα ματς, τον ενδιέφερε πάρα πολύ να αναπτύξει νέους παίκτες από την ακαδημία. Μετά από μερικά παιχνίδια που είχα βάλει και ένα γκολ, με κάλεσε στην Α’ ομάδα για προπονήσεις».
Πώς ήταν αυτή η συνεργασία με τον Μουρίνιο;
«Την 1η χρονιά ήταν σαν πατέρας μου. Ενδιαφερόταν πολύ να με εξελίξει ατομικά και να με βελτιώσει. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την πρώτη εβδομάδα που έκανα προπονήσεις εκεί, ενώ ήμουν ήδη ψαρωμένος που βρισκόμουν με παίκτες όπως ο Μαγιοράλ, ο Άμπραχαμ, ο Πελεγκρίνι, ο Ζανιόλο, ο Βερετού, ο Μικιταριάν και δύο μέρες πριν από το ματς με την Κάλιαρι, με ρώτησε αν θα τρομάξω αν με βάλει μέσα.
Τότε του απάντησα ότι γεννήθηκα έτοιμος. Ίσως φάνηκε υπεροπτικό εκείνη τη στιγμή, αλλά ήταν αυτό που ήθελε να ακούσει και ένιωσα ότι με κοιτούσε για λίγο, ας πούμε, με θαυμασμό. Μπήκα τελικά στην αποστολή για το ματς με την Κάλιαρι φυσικά δε το περίμενα να παίξω, θυμάμαι ότι στο συγκεκριμένο ματς δεν είχα σηκωθεί καν για ζέσταμα. Ήμουν ο πιο μικρός στον πάγκο, 17,5 χρονών και όλα συνέβησαν ξαφνικά».
Τι έγινε τότε;
«Στο 88ο λεπτό σηκώθηκε ο Μποβέ για αλλαγή και λέω οκ, αυτό ήταν. Τότε ο Μουρίνιο γυρίζει προς τον πάγκο και μου λέει: ''Κεραμίτσης, έκανες ζέσταμα;''. Του απάντησα φυσικά, ότι δεν είχα κάνει ζέσταμα. Μου είπε: ''Τι περιμένεις; Σήκω πάνω και κάνε ζέσταμα''. Προσπάθησα γρήγορα, έκανα δυο γύρους πάνω-κάτω, και πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται, μπήκα κατευθείαν στο παιχνίδι μαζί με τον Μποβέ, σαν τελευταία αλλαγή. Ήταν ένα σοκ».
«Ο Μουρίνιο μου είχε φερθεί σαν δεύτερος πατέρας»
Τι θυμάσαι πιο έντονα από τον Μουρίνιο; Υπάρχουν συμβουλές που κρατάς μέχρι σήμερα;
«Η προσωπικότητά του με εντυπωσίασε περισσότερο από όλα. Δεν έχω ξανανιώσει έτσι με προπονητή. Προσπαθεί να συνδεθεί με τους παίκτες πνευματικά και να τους γνωρίσει. Μου έκανε ερωτήσεις για την Ελλάδα, την ομάδα που υποστήριζα, ακόμα και για ποιος είναι ο καλύτερος Πορτογάλος προπονητής που πέρασε ποτέ από την Ελλάδα. Ήθελε να έρθει κοντά στον παίκτη, ακόμα και σε έναν 17χρονο όπως ήμουν εγώ, που θα μπορούσε να μην ασχοληθεί καν. Πιστεύω πολύ στη δουλειά που έκανε στο ημίχρονο. Δεν έχω ξαναδεί προπονητή να διαβάζει το παιχνίδι τόσο καλά, να μπαίνει στα αποδυτήρια στο ημίχρονο και να λέει δύο κουβέντες που ήταν τόσο αποτελεσματικές. Η ομάδα ταυτιζόταν απόλυτα με αυτά που έλεγε, και όλοι συμφωνούσαν ότι αυτό ήταν το σωστό. Στη Ρόμα, η θητεία του ήταν επιτυχημένη. Θυμάμαι 30 συνεχόμενα sold-out στο γήπεδο, αποτέλεσμα και της παρουσίας του».
Έχεις επαφές ακόμη μαζί του;
«Από τότε που έφυγα από τη Ρόμα, μόνο όταν πήγα στην Πογκόν και όταν πήγε στη Φενέρμπαχτσε».
Μίλησες μαζί του όταν πήγες στην Πογκόν;
«Καταρχάς, όταν έφυγε από τη Ρόμα, τον ευχαρίστησα για όλα όσα είχε κάνει για εμένα, γιατί παρόλο που κάποια πράγματα που συνέβησαν το 2ο χρόνο, η ευθύνη βαραίνει περισσότερο εμένα και δε θα ξεχάσω, την 1η χρονιά που μου είχε φερθεί σαν 2ος πατέρας. Πίστεψε πάρα πολύ σε μένα ίσως περισσότερο απ’ ό,τι πίστευα εγώ ο ίδιος στον εαυτό μου τότε. Έτσι λοιπόν, όταν πήγε στη Φενέρμπατσε, του έστειλα μήνυμα για να του ευχηθώ τα καλύτερα. Τότε με ρώτησε και αυτός πως πηγαίνουν τα πράγματα στην Πογκόν».
Όταν έκανες το ντεμπούτο σου με τη Ρόμα, γράφονταν στα ελληνικά ΜΜΕ για σένα “ο Έλληνας που τρέλανε τον Μουρίνιο”, “ο Δημήτρης Κεραμίτσης”, κ.λπ. Πώς το βίωσες όλο αυτό στα 17 σου;
«Πιο πολύ ένιωθα τι γινόταν στην Ιταλία παρά στην Ελλάδα, γιατί δεν ζούσα εδώ. Η οικογένειά μου βέβαια το έζησε πιο έντονα, αλλά δόξα τω Θεώ έχουμε μια πολύ καλή οικογένεια που πάντα προσπαθούσε να με κρατάει με τα πόδια στο έδαφος. Έλεγαν “ο Έλληνας που έκανε το ντεμπούτο του στη Ρόμα”, αλλά εγώ ένιωθα πως ουσιαστικά δεν είχα κάνει ακόμα κάτι σπουδαίο. Ήταν σίγουρα κάτι όμορφο και μου έδωσε ικανοποίηση, όμως δεν το άφησα να με παρασύρει. Δεν ένιωσα ποτέ “σταρ” ή κάτι τέτοιο».
Σε επηρέασε καθόλου όλο αυτό;
«Όταν είσαι 17 χρονών και ξαφνικά κάνεις ντεμπούτο σε μια ομάδα όπως η Ρόμα, είναι πολύ εύκολο να μπερδευτείς. Εγώ δεν είχα μεγάλη εμπειρία, πήγα από μία μικρομεσάια ομάδα, την Έμπολι, στη Ρόμακαι έπρεπε να κολυμπήσω στα βαθιά. Από το να παίζω σε μικρό γήπεδο, βρέθηκα ξαφνικά στο “Ολίμπικο” μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες κόσμο. Είναι πολύ δύσκολο να το διαχειριστείς».
Πώς σε άλλαξε αυτό σαν παίκτη;
«Νομίζω πως αυτό που με εξέλιξε περισσότερο δεν ήταν το ντεμπούτο ή οι καλές στιγμές, αλλά οι δύσκολες. Στις καλές στιγμές όλοι είναι δίπλα σου, όλοι σου λένε “μπράβο”, ακόμα και άνθρωποι που δεν σου μιλούσαν πριν. Το δύσκολο είναι να παραμείνεις δυνατός όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Εκεί φαίνεται ο χαρακτήρας και εκεί θεωρώ πως ωρίμασα πραγματικά ως παίκτης αλλά κυρίως ως άνθρωπος. Πιο πολύ με εξέλιξε ο τελευταίος χρόνος στη Ρόμα».
Πώς ήταν ο επόμενος χρόνος στη Ρόμα;
«Υπήρξαν αρκετά λάθη στην υπόθεση της ανανέωσης. Μου είχε γίνει πρώτη πρόταση το Μάρτιο του 2022, αλλά η επικοινωνία γινόταν μέσω του πατέρα μου, κάτι που προφανώς δεν άρεσε ιδιαίτερα στην ομάδα. Υπήρχαν προβλήματα με το manager μου σε θέματα επικοινωνίας και φερεγγυότητας, και έτσι τα πράγματα μπερδεύτηκαν πολύ. Όταν ήρθε η ώρα να συζητήσω για το μέλλον μου στη Ρόμα, υπήρξε μια σειρά από παρεξηγήσεις και λάθη στην επικοινωνία, που δημιούργησαν μια δύσκολη κατάσταση. Δεν είχα τότε τον κατάλληλο άνθρωπο να χειρίζεται τα θέματα αυτά για μένα, και έγιναν κάποια λάθος βήματα που επηρέασαν τη σχέση μου με την ομάδα. Μου έκαναν άλλες 2 προτάσεις, μία το καλοκαίρι και μία το Δεκέμβριο του 2022, οι οποίες τελικά δεν προχώρησαν και έτσι, από εκεί που ήμουν για να συμμετέχω στην προετοιμασία 1000% της μεγάλης ομάδας, λόγω της μη ανανέωσής μου, την τελευταία μέρα, κόπηκα από την προετοιμασία στην Πορτογαλία. Ήταν μια περίοδος με αρκετή πίεση και αβεβαιότητα, όμως μέσα από όλο αυτό έμαθα πολλά κυρίως για το πώς λειτουργεί το ποδόσφαιρο σε αυτό το επίπεδο και πόσο σημαντικό είναι να έχεις γύρω σου τους σωστούς ανθρώπους».
Όταν έφυγες, ακούστηκαν φήμες για ελληνικές ομάδες. Υπήρχε αλήθεια πίσω από τα δημοσιεύματα;
«Στο ποδόσφαιρο, από το να γίνει μια ερώτηση μέχρι να υπάρξει επίσημη πρόταση, υπάρχει τεράστια απόσταση. Υπήρχε κάποιο ενδιαφέρον, ναι κάποιες επαφές και συζητήσεις αλλά ποτέ δεν προχώρησε σε κάτι επίσημο. Δεν ήρθε κάποια πραγματική πρόταση ώστε να πω “ναι, υπήρξε και δεν πήγα”».
Στη Ρόμα υπήρξες συμπαίκτης με μεγάλα ονόματα. Ανέφερες πριν τον Ζανιόλο, για τον οποίο κατά καιρούς διαβάζουμε διάφορα σχετικά με τη συμπεριφορά του, ότι είναι ένας πολύ εκρηκτικός χαρακτήρας. Ισχύει αυτό;
«Ναι, σίγουρα. Είναι ένας καταπληκτικός συμπαίκτης και θεωρώ ότι, όταν είναι στα καλά του, ίσως να είναι ένας από τους καλύτερους συμπαίκτες που είχα ποτέ. Εννοείται όμως πως όταν έχεις δύο πολύ σοβαρούς τραυματισμούς, όπως είχε εκείνος πρώτα ρήξη στο ένα γόνατο και, όταν επέστρεψε, ρήξη και στο άλλο είναι λογικό να επηρεάζεσαι. Ως χαρακτήρας, προσωπικά δεν είχα ποτέ κάποιο πρόβλημα μαζί του. Σε εμένα πάντα φερόταν πάρα πολύ καλά».
Έχει γραφτεί πως σε έναν αγώνα της Primavera είχε υπάρξει ένα περιστατικό, ότι είχε κατουρήσει σε κάποιο αποδυτήρια ή κάτι παρόμοιο.
«Δεν ήμουν εκεί, οπότε δεν μπορώ να το σχολιάσω, ούτε γνωρίζω ακριβώς τι συνέβη. Ξέρω όμως ότι, όταν έφυγε από τη Ρόμα, υπήρξε μεγάλος αναβρασμός εναντίον του. Είχαν προηγηθεί κάποιες δηλώσεις, τόσο δικές του όσο και του τότε τεχνικού διευθυντή, του Τιάγκο Πίντο, ο οποίος είχε πει χαρακτηριστικά πως “αν ζητάς να φύγεις και οι μόνες ομάδες που ενδιαφέρονται για σένα είναι η Γαλατασαράι και η Μπόρνμουθ, τότε μάλλον υπάρχει κάποιο πρόβλημα”. Θυμάμαι επίσης πως, όταν ο Τιάγκο Πίντο πήγε στη Μπόρνμουθ, ο Ζανιόλο, θέλοντας να τον πικάρει, ανέβασε μια ιστορία στο Instagram γράφοντας “όλα γυρνάνε”. Ήταν μια έμμεση απάντηση, επειδή τότε ο Πίντο τον είχε ειρωνευτεί για το ενδιαφέρον της Μπόρνμουθ, λέγοντας πως είναι μικρή ομάδα και τελικά εκεί πήγε ο ίδιος ο Τιάγκο Πίντο. Πιστεύω πως, όταν ο Ζανιόλο έφυγε, δεν ήταν καλά ψυχολογικά. Οι οπαδοί είχαν στραφεί εναντίον του, είχαν φτάσει στο σημείο να πετάξουν πέτρες στο σπίτι του. Ο τρόπος με τον οποίο αποχώρησε από τη Ρόμα δεν ήταν σίγουρα ο καλύτερος».
Με τον Μπόβε έχεις επαφές μέχρι σήμερα, μετά από το περιστατικό που συνέβη στο ματς της Φιορεντίνα με την Ίντερ;
«Όχι, δεν έχουμε πλέον επαφές. Ο Μπόβε όμως ήταν ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής και, πάνω απ’ όλα, ένα πολύ καλό παιδί. Ήταν επίσης ιδιαίτερα έξυπνος από τους λίγους που συνδύαζαν το ποδόσφαιρο με το πανεπιστήμιο, κάτι πολύ δύσκολο σε αυτό το επίπεδο. Όπως ανέφερα και πριν, όταν έκανα το ντεμπούτο μου, είχαμε μπει μαζί αλλαγή. Γενικά με βοηθούσε πολύ και είχαμε μια πολύ καλή σχέση όσο ήμουν στη Ρόμα. Όταν έμαθα για το περιστατικό που συνέβη, ένιωσα πάρα πολύ άσχημα. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις ποια θα είναι η κατάληξη. Αυτή τη στιγμή η κατάστασή του είναι δύσκολη, γιατί έβαλε απινιδωτή στην καρδιά του, και γνωρίζω ότι στην Ιταλία, δεν επιτρέπεται να αγωνιστεί. Πραγματικά του εύχομαι να βρει τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, γιατί το αξίζει. Έχει περάσει πολλά, και δεν είναι εύκολο να αντιμετωπίζεις κάτι τέτοιο, ειδικά όταν αγωνίζεσαι σε τόσο υψηλό επίπεδο χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου».

Μιλήσατε μετά το περιστατικό; Του έστειλες κάποιο μήνυμα;
«Εννοείται. Του έστειλα μήνυμα, του ευχήθηκα γρήγορη ανάρρωση και μου απάντησε, ευχαριστώντας με. Μέχρι εκεί, δεν έχουμε καθημερινή επαφή. Όμως, όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο σε έναν άνθρωπο που γνωρίζεις, με τον οποίο έχεις μοιραστεί αποδυτήρια και στιγμές για κάποια χρόνια, είναι πραγματικά σοκαριστικό».
Υπάρχει κάτι άλλο που θυμάσαι από κάποιον συμπαίκτη σου; Κάποια ιστορία που σου έχει μείνει;
«Ναι, με τον Λουκάκου και τον Ντιμπάλα. Όταν ήμουν εκεί, πραγματικά είχα εντυπωσιαστεί. Ο Λουκάκου, παρόλο που στο γήπεδο φαίνεται τεράστιος σωματικά, είχε το λιγότερο ποσοστό λίπους απ’ όλους στην ομάδα ήταν σχεδόν όλος μυς, κάτι που φαινόταν και μέσα στο παιχνίδι. Είναι απίστευτα δύσκολο να τον μαρκάρεις. Αν δεν “διαβάσεις” τη φάση από πριν και δεν μπεις πρώτος στη μονομαχία, δεν έχεις ελπίδα να του βάλεις σώμα. Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι, πέρα από τη δύναμή του, είναι και τρομερά γρήγορος. Αυτό ίσως να μην φαίνεται τόσο στην τηλεόραση, αλλά μέσα στο γήπεδο το καταλαβαίνεις αμέσως για το ύψος και τη δύναμή του, έχει απίστευτη ταχύτητα. Ο Ντιμπάλα από την άλλη... με την μπάλα στα πόδια έκανε πράγματα που δεν έχω ξαναδεί. Μπορούσε να βρει συμπαίκτη εκεί που κανείς άλλος δεν έβλεπε, το αριστερό του πόδι ήταν πραγματικά μαγικό. Παρότι είχε αρκετά προβλήματα τραυματισμών στη Ρόμα, ακόμα κι έτσι, η διαφορά του ήταν τεράστια. Τότε λέγαμε χαρακτηριστικά πως “υπάρχει μια Ρόμα με τον Ντίμπαλα και μια χωρίς τον Ντιμπάλα”. Αυτό δείχνει πόσο επιδραστικός ήταν στο παιχνίδι».
Και σαν άνθρωποι; Πώς ήταν στις καθημερινές σας σχέσεις;
«Οι μεγαλύτεροι πρωταθλητές, αυτοί που είχαν κάνει τεράστιες καριέρες όπως ο Λουκάκου, Ντιμπάλα, ο Μάτιτς ή ο Σμόλινγκ ήταν οι πιο σεμνοί απ’ όλους. Υπήρχαν κάποιοι άλλοι, λιγότερο γνωστοί, που είχαν περισσότερη έπαρση. Οι συγκεκριμένοι όμως, που είχαν κάθε δικαίωμα να το κάνουν, ήταν οι πρώτοι που πήγαιναν στο γυμναστήριο, οι πρώτοι που έκαναν παραπάνω δουλειά, οι πρώτοι που έρχονταν να σε βοηθήσουν. Αυτές είναι οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά στο τέλος».
Με ποιον από όλους αυτούς ήσουν πιο κοντά;
«Με τον Σμόλινγκ , γιατί έπαιζε και στη θέση μου. Τον καιρό που ήμουν στην πρώτη ομάδα, με βοηθούσε πάρα πολύ, μου έδινε πολλές συμβουλές. Αν υπάρχει ένας παίκτης από τον οποίο έχω μάθει πραγματικά πολλά, είναι εκείνος. Μιλάμε για κάποιον που έπαιξε τόσα χρόνια στην Premier League, στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, μια από τις καλύτερες ομάδες του κόσμου. Ήταν τιμή μου που μπορούσα να μαθαίνω από αυτόν».
Θυμάσαι κάτι συγκεκριμένο που σου είχε πει;
«Μου έδινε πολλές συμβουλές για τις επιθετικές κεφαλιές. Είχε κάνει μια χρονιά στη Ρόμα που είχε σκοράρει πολλά γκολ έτσι, και τον ρωτούσα για το timing, πώς καταφέρνει πάντα να βρίσκεται στο σωστό σημείο. Με βοήθησε να καταλάβω το παιχνίδι διαφορετικά, και πολλές φορές δούλευε μαζί μου ατομικά πάνω σε αυτά. Στο τέλος, στην Primavera, έφτασα να βάλω έξι γκολ από κεφαλιές σε κόρνερ, κάτι που οφείλω σε μεγάλο βαθμό και στη βοήθειά του. Με στήριξε και ψυχολογικά, γιατί περνούσαμε τότε κάτι παρόμοιο με τα συμβόλαιά μας. Εννοείται πως η δική του περίπτωση ήταν διαφορετική, είχε παίξει εκατό ματς στη Ρόμα, αλλά υπήρχε ένα κοινό σημείο. Με βοήθησε πολύ να παραμείνω ήρεμος και συγκεντρωμένος. Τον ευχαριστώ πραγματικά για όσα έκανε για μένα. Τον είχα σαν είδωλο και όταν βλέπεις έναν ποδοσφαιριστή που παρακολουθούσες στην τηλεόραση και έχεις την ευκαιρία να μάθεις δίπλα του, είναι κάτι απίστευτο. Αν κάποτε καταφέρω να κάνω μια καριέρα όπως η δική του, θα είμαι κάτι παραπάνω από ικανοποιημένος».
Όταν έπαιζες στην primavera, είχες μπει και σε κάποια λίστα με παίκτες που είχαν κάνει ντεμπούτο στα κορυφαία πρωταθλήματα κάτω από τα 18 χρόνια. Τι σημαίνει αυτό για σένα;
«Σωστά, αλλά για μένα δεν ήταν τόσο σημαντικό. Αυτό που θεωρούσα πιο σημαντικό ήταν ότι στην Πριμαβέρα βγήκα στην καλύτερη δεκάδα της χρονιάς μαζί με παίκτες που τώρα παίζουν σε κορυφαίες ομάδες, όπως ο Ντοργκού που έπαιζε στη Λέτσε ή ο Γιλντίζ στη Γιουβέντους.Ήταν μια χρονιά εκπληκτική για μένα, γιατί μαζί με τη Ρόμα πήραμε το κύπελλο και είχα βάλει γκολ τόσο στον ημιτελικό, όσο και στον τελικό, το νικητήριο τέρμα».
«Πιστεύω ότι άξιζε του Κουλούρη μια κλήση στην εθνική, θυμάμαι την αγάπη που είχαμε με τον Τζίμα για το ποδόσφαιρο»
Όταν έφυγες από τη Ρόμα και ήρθε η πρόταση της Πογκόν, ήταν εύκολο να αποφασίσεις να μετακομίσεις στην Πολωνία;
«Υπήρχαν πολλές επιλογές εκείνη την περίοδο, αλλά η Πογκόν μου έδειξε ότι με ήθελε περισσότερο. Αυτό είναι σημαντικό για έναν νεαρό παίκτη, να βλέπει ότι μια ομάδα έχει ένα σχέδιο για εκείνον και ενδιαφέρεται πραγματικά. Οι άνθρωποι της Πογκόν παρακολουθούσαν τα παιχνίδια μου στην Primavera, έστελναν σκάουτ και με ήθελαν να συμμετάσχω ενεργά στην ομάδα. Δεν με ενδιέφεραν τα χρήματα ή η φήμη, ήθελα απλώς να παίζω και να εξελίσσομαι σε μία ανταγωνιστική ομάδα».
Είσαι ευχαριστημένος με την επιλογή σου μέχρι τώρα;
«Ναι, αν και υπήρχαν δυσκολίες στην αρχή, η Πογκόν είναι μια από τις καλύτερες ομάδες στην Πολωνία, που έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και είναι μία πολύ οργανωμένη ομάδα. Το προπονητικό της κέντρο είναι εξαιρετικό, με πολλά γήπεδα και το γήπεδο χωρητικότητας 25.000 θεατών που γεμίζει πάντα, είναι ολοκαίνουργιο και κατασκευάστηκε πριν από δύο χρόνια. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι οπαδοί είναι μοναδική και τα περισσότερα παιχνίδια είναι sold-out. Το σημαντικό τώρα είναι να συνεχίσω να παίζω βασικός και να βοηθήσω την ομάδα να κερδίσει τον πρώτο τίτλο της ιστορίας της, είτε το πρωτάθλημα είτε το κύπελλο».
Πώς είναι η ζωή σου στην Πολωνία και πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η προσαρμογή σου εκεί;
«Η ζωή στην Πολωνία είναι διαφορετική από την Ελλάδα, φυσικά, αλλά έχω προσπαθήσει να προσαρμοστώ όσο καλύτερα γίνεται. Η χώρα είναι όμορφη και οι άνθρωποι γενικά φιλικοί, αλλά υπάρχουν και προκλήσεις, ειδικά όσον αφορά τη γλώσσα και το νέο περιβάλλον. Το ποδόσφαιρο εκεί είναι πολύ απαιτητικό, οι προπονήσεις σκληρές και ο ανταγωνισμός μεγάλος, αλλά όλα αυτά με βοήθησαν να γίνω καλύτερος παίκτης. Πιστεύω ότι με την σωστή νοοτροπία και δουλειά, μπορείς να προσαρμοστείς και να πετύχεις πολλά. Η εμπειρία αυτή με έκανε πιο ώριμο και με έμαθε να εκτιμώ κάθε ευκαιρία μέσα και έξω από το γήπεδο».
Στη Πογκόν ήταν και δύο Έλληνες παίκτες, ο Κούτρης και Κουλούρης. Τους γνώριζες πριν πας;
«Όχι, δεν τους γνώριζα προσωπικά πριν υπογράψω. Ο σκάουτ όμως με έφερε σε επαφή με τον Κουλούρη, ο οποίος με βοήθησε πολύ να αποφασίσω. Είναι σημαντικό όταν παίζεις σε ξένη χώρα να υπάρχουν συμπατριώτες που σε στηρίζουν. Ο Κουλούρης και ο Ευθύμης με βοήθησαν πραγματικά να προσαρμοστώ στην ομάδα και τους εκτιμώ πάρα πολύ γι'αυτό».
Τι ρόλο έπαιξε ο Ευθύμης στην προσαρμογή σου;
«Ο Ευθύμης ήταν πολύ σημαντικός, ειδικά γιατί ήταν μια δύσκολη χρονιά για ένα παιδί 20 χρονών στην Πολωνία. Αν και είχα εμπειρία από το εξωτερικό, η Πολωνία ήταν μια τελείως διαφορετική χώρα με διαφορετικό τρόπο ζωής και ποδοσφαίρου. Με βοήθησε σε όλες τις δύσκολες στιγμές μου και ήταν δίπλα μου σε κάθε πρόκληση. Τον εκτιμώ πάρα πολύ και του εύχομαι κάθε επιτυχία στη συνέχεια της καριέρας του».
Και ο Κουλούρης πέρσι ήταν από τους κορυφαίους σκόρερ στην Ευρώπη...
«Ναι, έχει βάλει από τα περισσότερα γκολ. Είναι ένας δεινός σκόρερ και πραγματικά θεωρώ ότι πολλές ελληνικές ομάδες θα έπρεπε να τον έχουν στη σύνθεσή τους, όπως φυσικά θα έπρεπε να είναι και στις κλήσεις της εθνικής. Όταν ένας παίκτης έχει βάλει 31 γκολ σε μια χρονιά και έχει βγει πρώτος σκόρερ σε ένα ξένο πρωτάθλημα, όπως είναι το πολωνικό δείχνει την αξία του. Οι πολωνικές ομάδες στην Ευρώπη βλέπουμε πόσο δυνατές είναι πλέον, στο ranking της UEFA είναι 1-2 θέσεις πίσω από εμάς. Πιστεύω ότι άξιζε η κλήση στην Εθνική ως επιβράβευση, μίας εκπληκτικής χρονιάς του».
Θέλω να σε ρωτήσω κάτι για την Εθνική. Βλέπουμε ότι ο Γιοβάνοβιτς δίνει ευκαιρία σε νέα άτομα, όπως πρόσφατα κάλεσε τον Παντελίδη. Εσύ, που είσαι νέος παίκτης, πώς το βλέπεις όλο αυτό;
«Βλέπουμε μια νέα Εθνική Ελλάδος που ανέλαβε ο Γιοβάνοβιτς, η οποία έχει πλάνο. Έχει ξανακάνει τους Έλληνες να πάνε στο γήπεδο, και τους άλλους να καθίσουν στους καναπέδες, να ανοίξουν τηλεόραση και να είναι όλοι περήφανοι, βλέποντας την ομάδα να παλεύει, να κερδίζει μέσα στην Αγγλία στο Wembley την Εθνική Αγγλίας. Βλέπουμε μια πολύ ανταγωνιστική εθνική Ελλάδας, με πολλούς νέους παίκτες, όπως ο Καρέτσας, που θα μπορούσε να παίζει και στην Κ19 ή στην Ελπίδων και είναι όμως βασικός στην πρώτη ομάδα. Αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα κάνει βήματα μπροστά. Υπάρχει θέληση από τον προπονητή και όλους τους νέους παίκτες, να παίξουν επιθετικό ποδόσφαιρο και παίκτες με πολύ ταλέντο, όπως πχ ο Κωνσταντέλιας. Η Εθνική θέλει να έχει την μπάλα, έχει πλέον καλούς παίκτες σε όλες τις γραμμές, από τον Τζολάκη στο τέρμα, τον Μαυροπάνο και τον Κουλιεράκη στην άμυνα, τον Ζαφείρη και τον Κωνσταντέλια στο κέντρο, έως τον Παυλίδη, τον Καρέτσα και τον Τζόλη στην επίθεση. Θεωρώ ότι η ομάδα αυτή είναι πάρα πολύ καλή και ελπίζω να μετατραπεί αυτό σε προκρίσεις για την Εθνική μας».
Είναι το μεγαλύτερό σου όνειρο να παίξεις με την Εθνική Ελλάδος;
«Σαφώς και είναι στόχος μου να παίξω στην Εθνική Ελλάδος. Θα είναι μία ωραία ιστορία για μένα, που έχω περάσει από τα μικρά τμήματα της Εθνικής Ελλάδος, στο τέλος να παίξω και με την ανδρική ομάδα και το εθνόσημο στο στήθος. Αλλά αυτό γίνεται μέσα από σκληρή δουλειά και καθημερινή βελτίωση στην ομάδα που αγωνίζεσαι».
Ποιο είναι το μεγαλύτερο σου όνειρο;
«Σίγουρα η συμμετοχή μου σε αγώνα του Champions League και με την Εθνική Ελλάδος η συμμετοχή μου σε ένα Μουντιάλ. Αυτά είναι δύο όνειρα, που θα ήθελα ο Θεός να με βοηθήσει να τα καταφέρω».
Που θα ήθελες να είσαι σε πέντε χρόνια από τώρα;
«Πρώτα και πάνω από όλα να είμαι υγιής, γιατί η υγεία είναι το πιο σημαντικό πράγμα στην καριέρα μας και χωρίς αυτή, όσο καλός και να είσαι, τίποτα δεν έχει σημασία. Φυσικά, ο στόχος μου, είναι να παίζω σε ένα από τα 5 top πρωταθλήματα της Ευρώπης. Είμαι αισιόδοξος, πάρα πολύ εργατικός και αυτό που θέλω είναι να εξελίσσω τον εαυτό μου ποδοσφαιρικά. Έτσι λοιπόν, και έχοντας την υγεία μου, πιστεύω ότι μπορώ να τα καταφέρω και να παίξω σε ένα από τα 5 κορυφαία πρωταθλήματα της Ευρώπης».
Μεγαλώνοντας, ποιο ήταν το ποδοσφαιρικό σου είδωλο;
«Όταν ήμουν μικρός, ο αγαπημένος μου ποδοσφαιριστής ήταν ο Φερνάντο Τόρες της Λίβερπουλ. Αργότερα, σαν στόπερ, θα έλεγα ο Φαν Ντάικ. Δεν προσπαθούσα να τους μοιάσω, αλλά έπαιρνα πολλά από διάφορους παίκτες, βλέποντας πώς διαβάζουν τις φάσεις και βελτιώνονται καθημερινά. Για παράδειγμα, έβλεπα τι κάνει ο Φαν Ντάικ στην άμυνα και ο Σμόλινγκ».
Πώς ξεκίνησες να παίζεις ποδόσφαιρο;
«Ξεκίνησα στο Μεγαλέξανδρο Θεσσαλονίκης, ή αλλιώς όπως είναι γνωστό “ΤΑ ΚΑΜΙΝΙΚΙΑ”. Είναι μία από τις παλιές ομάδες στη Θεσσαλονίκη. Εδώ υπάρχει επίσης μία πολύ ωραία ιστορία. Παίζαμε μαζί εγώ, ο Στέφανος Τζίμας και ο αδερφός του, ο Χρήστος. Ήμασταν παρέα και περνούσαμε πολλές ώρες στο γήπεδο, ακόμα και μετά το σχολείο. Όταν κλείνανε τα φώτα, οι γονείς μας μας έλεγαν να φύγουμε πλέον από το γήπεδο, αλλά εμείς δεν θέλαμε. Όλο αυτό, με βοήθησε πολύ στην εξέλιξη μου και στην τεχνική μου, γιατί είχα πολλές επαφές με την μπάλα καθημερινά από μικρός. Τώρα παίζουμε μαζί στην Εθνική Ελπίδων».
Θυμάσαι να παίζεις μπάλα με τον Τζίμα από πάντα δηλαδή...
«Ναι. Θυμάμαι όταν παίζαμε στα γήπεδα της Θεσσαλονίκη, μας σχολίαζαν ότι ήμασταν μεγαλύτεροι από την ηλικία μας. Αυτό περισσότερο είχε να κάνει, ίσως με το ταλέντο μας και λιγότερο με το σωματότυπό μας. Από αυτά τα χρόνια, θυμάμαι την αγάπη που είχαμε για το ποδόσφαιρο, και το πόσο πολύ θέλαμε να είμαστε με μία μπάλα στα πόδια. Και έτσι σήμερα αυτός βρίσκεται στη Μπράιτον και εγώ στην Πογκόν».