Κυζιρίδης στο Gazzetta: «Υπήρχαν βράδια που να σταματήσω το ποδόσφαιρο, ήταν το λιγότερο που σκεφτόμουν»
Αν η φράση «ποτέ να μην τα παρατάς», είχε πρόσωπο, αυτό θα ήταν του Αλέξανδρου Κυζιρίδη. Μία αλυσίδα από εμπόδια, μία σειρά από ατυχίες, από αποφάσεις που δεν βγήκαν. Κι όμως, ο «Κύζι» δεν έπαψε ποτέ, να ελπίζει και να προσπαθεί. Η χρονιά που «τρέχει», έχει για εκείνον τη σφραγίδα «δικαίωση». Ο 25χρονος εξτρέμ ζει το όνειρό του στη Σκωτία, γνωρίζοντας πως πια έχει πολλούς λόγους να ονειρεύεται.
Έχοντας αφήσει πίσω τους τις «Συμπληγάδες» της απόρριψης από τον ΠΑΟΚ, της διάλυσης της Βέροιας και του Ηρακλή, της κακής συμπεριφοράς από τον Παναιτωλικό, των ευκαιριών που ποτέ δεν πήρε στο Βόλο. Αν εκεί σταματάει το μπαράζ των δυσκολιών; Όχι, βέβαια.
Στη Σλοβακία βρήκε τα πατήματά του, όμως, στην Ουγγαρία έκανε και πάλι βήματα προς τα πίσω. Και αυτό γιατί του φέρθηκαν αντιεπαγγελματικά. Ούτε τότε τα παράτησε. Βρήκε την δύναμη ακόμα και όταν στη Σλοβενία δεν μπορούσε να πιστέψει πως θα παίξει ποδόσφαιρο σε γήπεδο με στραβές γραμμές! Στο πλευρό του είχε πάντα την γυναίκα του, να του δίνει κουράγιο και να μην σταματά να πιστεύει στο όνειρο του Αλέξανδρου.

Για όποιον νομίζει πως ο κόσμος του ποδοσφαίρου είναι… μαγικός, αξίζει να διαβάσει τις γραμμές που ακολουθούν. Και να καταλάβει μέσα από αυτές, τον Γολγοθά που μπορεί να ανεβαίνει ένας αθλητής, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Ο Κυζιρίδης απέδειξε σε όλους, μα πρώτα και κύρια στον εαυτό του, πως είναι δυνατός. Και αυτή η δύναμη ήταν το πιο σημαντικό όπλο στον δρόμο του ως το Εδιμβούργο. Εκεί τον συνάντησε και το Gazzetta κι εκείνος άνοιξε την καρδιά του, για μία εξομολόγηση που ως τώρα είχε κάνει μονάχα μπροστά στον καθρέφτη του.
Πρώτα μία βόλτα σε ένα καφέ της σκωτσέζικης πόλης για breakfast φτιαγμένο από χέρια… ελληνικά. Το όνομά του «Don't tell Mama» και τα παιδιά που το έχουν, είναι από τα μέρη του Κυζιρίδη, από τη Σκύδρα. Ακολούθως, το πρόγραμμα είχε επίσκεψη στην έδρα της Χαρτς. Οι άνθρωποι της ομάδας μας αγκάλιασαν και μας επέτρεψαν να θαυμάσουμε ένα από τα πιο iconic γήπεδα της χώρας.
«Ξέρω όλα τα συνθήματα του ΠΑΟΚ, το όνειρό μου ήταν να παίξω στην πρώτη ομάδα»
Ξεκινώντας, πώς ξεκίνησες να παίζεις ποδόσφαιρο;
Στην ηλικία των 3-4 ετών, πήγα στην ακαδημία του χωριού μου, στη Σκύδρα. Υπήρχαν δύο ακαδημίες, η Αθλητική και ο Αετός. Εγώ έπαιζα μία – μία, είχα δύο αγώνες πάντα. Στην ηλικία των 7 ετών, παίξαμε με την Αθλητική ένα φιλικό με τον ΠΑΟΚ και έβαλα σε εκείνο το ματς έξι γκολ. Πήραν απευθείας τηλέφωνο τον πατέρα μου, για να πάω στον ΠΑΟΚ. Εγώ ήμουν μικρός, δεν καταλάβαινα πολλά. Δεν ήξερα αν έπρεπε να πάω, είχα όλους τους φίλους μου στη Σκύδρα. Μου είπε, όμως, ο πατέρας μου τότε ότι ήταν ευκαιρία για μένα.
Ήσουν ΠΑΟΚτσάκι, όμως, μικρός;
Ρε φίλε, δεν ήμουν ΠΑΟΚτσάκι. Δεν ασχολούμουν, μου άρεσε μόνο να παίζω. Δεν καθόμουν να δω ποδόσφαιρο, όπως δεν κάθομαι και τώρα να δω. Εκτός αν παίζει κάποιος φίλος μου, κάποιος που να θέλω να δω. Μου είπε ο πατέρας μου να πάω και ότι δεν έχω να χάσω κάτι. Αλλά και ότι αν δεν μου άρεσε θα γύριζα πίσω.
Πώς ήταν το πρώτο σου διάστημα στην ακαδημία του ΠΑΟΚ;
Έπαιζα και μου άρεσε. Εκτός αυτού, η ομάδα κέρδιζε. Για πέντε χρόνια πηγαινοερχόμουν 5-6 φορές την εβδομάδα Σκύδρα – Θεσσαλονίκη. Ήταν περίπου μία ώρα και είκοσι λεπτά. Στην ηλικία των 12 το είδα πιο επαγγελματικά, πήγα κι έμεινα στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν σε ένα δωμάτιο μαζί με έναν συμπαίκτη μου, σε ξενώνες του ΠΑΟΚ. Ήταν κάτω από τα VIP στην Τούμπα. Έμεινα εκεί για 3-4 χρόνια.

Πώς ένιωσες με αυτήν την αλλαγή περιβάλλοντος;
Ήταν όμορφο που ήμουν στον ΠΑΟΚ, αλλά ήμασταν μικρά. Δεν καταλαβαίναμε πολλά. Δεν αντιλαμβανόμουν την διαφορά. Τότε σκεφτόμουν πως στη Σκύδρα έπαιζα με τους φίλους μου και πως έπρεπε να κάνω νέους φίλους. Δεν ήμουν καλός μαθητής, δεν διάβαζα. Είναι κάτι για το οποίο μετανιώνω αυτό, θα ήθελα να έχω ένα πτυχίο. Ποτέ δεν ξέρεις πώς τα φέρνει η ζωή και το ποδόσφαιρο.
Τι θα ήθελες να ήσουν, αν δεν είχες γίνει ποδοσφαιριστής;
Παλιά έλεγα ότι ήθελα να γίνω γιατρός, αθλίατρος. Τώρα, κάτι σχετικό με τέχνη. Μπαρμπέρης ή τατουατζής! Κάτι τέτοιο θα μου άρεσε να κάνω, αν δεν ασχολούμουν με το ποδόσφαιρο.
Και πώς ολοκληρώθηκε η περιπέτειά σου στον ΠΑΟΚ;
Στην ηλικία των 16 ετών μου είπαν από τον ΠΑΟΚ «δεν κάνεις, δεν υπολογίζεσαι άλλο». Αυτό, έχοντας, ήδη, 9-10 χρόνια γεμάτα στην ομάδα. Μου είπαν «μπορείς να μείνεις, αλλά δεν θα παίζεις». Εγώ, όμως, ήθελα να παίζω. Δεν ήθελα να μείνω σε μία ομάδα για να κάθομαι στον πάγκο ή και να μένω εκτός αποστολής. Αποφάσισα, λοιπόν, να φύγω.
Ένα παιδί που πια αντιλαμβάνεται, πώς εισπράττει αυτήν την κουβέντα από τους ανθρώπους του ΠΑΟΚ;
Μου κακοφάνηκε. Όταν είσαι 10 χρόνια σε μία ομάδα, αρχίζεις και την αγαπάς. Αν με ρωτήσεις αυτή τη στιγμή, ξέρω όλα τα συνθήματα του ΠΑΟΚ. Εγώ ήμουν σε όλα τα ματς στην Τούμπα, στην αρχή ως μασκότ, μετά ως ball boy. Έχοντας ακούσει κάθε Σαββατοκύριακο τα συνθήματα του ΠΑΟΚ, τα έμαθα. Μου κακοφάνηκε πάρα πολύ, έκλαιγα για μήνες. Το όνειρό μου ήταν να παίξω στην πρώτη ομάδα του ΠΑΟΚ, αυτός ήταν ο ρεαλιστικός μου στόχος. Όχι το να πάω στην Μπαρτσελόνα. Ήταν ένας στόχος που πίστευα ότι μπορούσα να τον πετύχω.
«Στη Βέροια δεν είχαμε μπάλες και νερό, στη Γ’ Εθνική δεν είχε παίκτες να κάνουν προπόνηση»
Πώς το διαχειρίστηκες στη συνέχεια;
Απογοητεύτηκα, αλλά δεν το έβαλα κάτω. Πήγα στη Βέροια, σε δύσκολες εποχές για την ομάδα. Δεν είχαμε βασικά πράγματα. Δεν είχαμε μπάλες, δεν είχαμε νερό να πιούμε στα διαλείμματα. Δεν είχαμε αρκετά φανελάκια για να κάνουμε προπόνηση. Πήγα καλά, με ανέβασαν στην Κ19 από την Κ17 και μετά διαλύθηκε η ομάδα. Κάπου έπρεπε να πάω. Απογοητεύτηκα πάλι. Σκέφτηκα «αυτά θα περνάω κάθε χρόνο;».
Και μετά τη Βέροια;
Σε εκείνη την ηλικία των 17 ετών ο αδερφός μου είχε κάποιες γνωριμίες και πήγα στον Παναιτωλικό για να με δουν. Έκατσα έναν χρόνο, έπαιξα όλα τα ματς. Έκανα καλή σεζόν, αλλά δεν έβαλα γκολ. Ήμουν ο μικρός στην Κ19. Μπορούσες να παίξεις αν ήσουν του 2000, μόνο αν ήσουν καλός. Φτάνει τέλος Αυγούστου και μου λένε «δεν σε υπολογίζει ο προπονητής». Προπονητής τότε ήταν ο Λουτσιάνο. Τους λέω «πώς γίνεται;». Μία εβδομάδα πριν είχα μιλήσει με τον προπονητή και μου είχε πει ότι βασίζεται σε μένα για την επόμενη σεζόν. Ανυπομονούσα να παίξω και να βάλω γκολ. Ζήτησα από τον τεχνικό διευθυντή να πάρει μπροστά μου τηλέφωνο τον προπονητή και να τον ρωτήσει τι συμβαίνει. Είχε έρθει και ο πατέρας μου με την μάνα μου γιατί θα άλλαζα σπίτι στον Παναιτωλικό και τελικά με πήρανε και φύγαμε. Τελικά, η απάντηση του τεχνικού διευθυντή ήταν «δεν θα αλλάξει κάτι με το να πάρω τηλέφωνο». Επειδή νευρίασε ο πατέρας μου, είπε «δεν πειράζει, δεν πειράζει» και φύγαμε. Είχα νευριάσει πολύ, είπα «τέλος».
Ξαναμίλησες ποτέ με τον Λουτσιάνο;
Όχι, ποτέ. Δεν προσπάθησα να βγάλω άκρη. Είχα απογοητευτεί τόσο πολύ, που είχα αποφασίσει να κάνω κάτι άλλο. Σκεφτόμουν πως δεν έβγαζε πουθενά όλο αυτό. Κάθε χρόνο γινόταν μία στραβή.
Ο τεχνικός διευθυντής ήταν της ακαδημίας;
Ναι.
Στη συνέχεια τι έκανες;
Πέρασε ένα διάστημα, περίπου, τεσσάρων μηνών, από τον Αύγουστο ως τον Νοέμβριο, στο οποίο δεν έκανα τίποτα. Ο αδερφός μου ήταν στον Λαγκαδά, Γ’ Εθνική και με παρακάλαγε να πάω στην ομάδα. Να έβγαινε αλλαγή αυτός και να έμπαινα εγώ. Του έλεγα, όμως, ότι με όλο τον σεβασμό που είχα στην κατηγορία, δεν ήθελα να παίξω σε αυτήν. Εμένα ο στόχος μου ήταν να παίξω Α’ Εθνική. Από τη στιγμή που έβλεπα αυτόν τον στόχο να απομακρύνεται, προτιμούσα να τα παρατήσω παρά να παίξω Β’ ή Γ’ Εθνική. Ετοίμαζα, μάλιστα, τα χαρτιά μου για να μπω φαντάρος. Ήμουν συνειδητοποιημένος ως προς το ότι δεν μου βγήκε και ότι θα έπρεπε να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου.
Και τελικά;
Με τα χίλια ζόρια πήγα να κάνω κάποιες προπονήσεις στον Λαγκαδά. Τότε κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να συνεχίσω. Στην Γ’ Εθνική δεν είχαμε βασικά πράγματα. Δεν είχε παίκτες να κάνουν προπόνηση! Πήγαινα στο γήπεδο κι έβλεπα δέκα παίκτες. Σκεφτόμουν πως θα ήταν καλύτερα να πηγαίνω με την παρέα μου να παίζουμε «5 επί 5» όμορφα και ωραία χωρίς να έχω στο μυαλό μου το στόχο να γίνω ποδοσφαιριστής. Ο αδερφός μου, όμως, επέμενε πως θα καταφέρει να βρει άκρη.
Και βρήκε;
Δεν ξέρω πώς, αλλά κάποια στιγμή ήρθε και μου είπε ότι θα πάω για δοκιμαστικά στην Κ19 του Ηρακλή. Του λέω «ρε Γρηγόρη για ποιον λόγο;». Μου ζήτησε να προσπαθήσω για τελευταία φορά και πως αν ούτε αυτό προχωρούσε, να τα παρατήσω. Τον ευγνωμονώ που επέμεινε τόσο, αν δεν ήταν εκείνος δεν θα γινόμουν ποτέ ποδοσφαιριστής. Ο πατέρας μου ποτέ δεν με πίεσε. Ο αδερφός μου, όμως, κάτι έβλεπε.
Και πώς πήγες στον Ηρακλή;
Πήγα, λοιπόν, στον Ηρακλή, με είδαν, τους άρεσα και με κράτησαν στην ομάδα. Μέσα σε δύο μήνες έγινα επαγγελματίας. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ πως αυτή ήταν η ευκαιρία μου. Τελείωσε η σεζόν με 19 γκολ στην Κ19. Εκείνη, όμως, ήταν η χρονιά που διαλύθηκε η ομάδα. Τελευταία αγωνιστική στον Πλατανιά, θέλαμε νίκη ή ισοπαλία για να μείνουμε. Χάσαμε και έπεσε η ομάδα. Εκεί που πήγαν να στρώσουν τα πράγματα, σκέφτηκα «άντε πάλι από την αρχή». Για καλή μου τύχη, ο τελικός της Κ19 έγινε στο Βόλο, στη Νεάπολη. Είχε έρθει, λοιπόν, για να δει το ματς ο Αχιλλέας Μπέος. Έκανα πολύ καλό ματς κι έτσι έπιασε ο Μπέος τον αδερφό μου και του είπε «αυτός εδώ τι σου είναι;». Απάντησε ο Γρηγόρης «αδερφός μου». Του λέει «θα τον φέρεις του χρόνου εδώ» και κάπως έτσι πήγα στο Βόλο.
«Μου λέει ο Μπέος “αν δεν κουρευτείς ως το παιχνίδι, δεν πρόκειται να παίξεις” και τελικά δεν έπαιξα»
Τη στιγμή που βλέπεις τον Ηρακλή να πέφτει κατηγορία, τι σκέφτεσαι;
Δεν ήμουν τόσο απογοητευμένος, γιατί είχα πάει καλά και γιατί είχα γίνει πια επαγγελματίας. Έτσι, είχα ένα safe zone. Ήξερα πια πως όπου πήγαινα, θα έπρεπε να υπογράψω και όχι να πάω πάλι στα παιδικά. Οπότε, έχοντας κάνει και καλή σεζόν, ήμουν πιο ήρεμος. Πίστευα ότι κάτι θα βρεθεί. Σκεπτόμενος ότι έχω βάλει γκολ και ότι έχω ακουστεί, ήμουν πιο σίγουρος.
Να μην υπάρχουν νερά, μπάλες, φανέλες, το έχουμε ακούσει να συμβαίνει. Το να μην υπάρχουν, όμως, παίκτες για προπόνηση, θαρρώ πως ξεπερνάει τα παραπάνω. Τι έλεγαν τα άλλα παιδιά στα αποδυτήρια στον Λαγκαδά;
Οι παίκτες που ήταν τότε στην ομάδα, γνωρίζονταν πολλά χρόνια. Ήταν φίλοι. Με κάποιους από τότε, έχω ακόμα επαφές. Το έβλεπαν χαλαρά, πήγαιναν, έκαναν τον χαβαλέ τους κι έπαιζαν έναν αγώνα.
Και αν δεν είχαν παίκτες, έπαιζαν με δέκα;
Μπορεί και να έπαιζαν με δέκα! Στους αγώνες, όμως, συνήθως είχαν 13-14 παίκτες. Μία βασική ενδεκάδα και 2-3 αλλαγές.

Ο,τι και αν πιστεύει κανείς για τον Αχιλλέα Μπέο, είναι ένα πρόσωπο που αποτελεί κεφάλαιο για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Έχει, τελικά, «μάτι» που αναγνωρίζει που υπάρχει ταλέντο;
Έχει. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε χρόνο στον Βόλο πηγαίνουν καλοί ποδοσφαιριστές. Δεν είναι ότι στέλνει άλλους να πάνε να δουν τους παίκτες. Αυτός πηγαίνει, τους βλέπει και τους παίρνει. Αυτός λέει ποιος είναι καλός και ποιος όχι. Είναι δική του δουλειά όλο αυτό. Ξέρει πράγματα για το ποδόσφαιρο. Μπορεί κάποιες φορές, κάποιες επιλογές να μην του βγουν, όμως έχει γνώσεις.
Και πως αντιδράει ότι δεν του βγαίνουν κάποια πράγματα;
Τον έχουμε δει όλοι πως αντιδράει! Όλος ο κόσμος τον έχει δει πως αντιδράει. Αυτός, όμως, είναι. Δεν αλλάζει για κανέναν. Έχει τη δική του προσωπικότητα και με αυτήν πορεύεται.
Είχες μαζί του κάποια συζήτηση που να θυμάσαι;
Παίζαμε ένα ματς Κυπέλλου με τον Ατρόμητο. Εγώ συνήθιζα τότε να κάνω τα μαλλιά μου μοϊκάνα. Αυτός είχε θέμα με αυτό, αλλά εγώ δεν το ήξερα. Είχε θέμα με τους ποδοσφαιριστές που έκαναν τατουάζ, φορούσαν σκουλαρίκια ή έκαναν περίεργα τα μαλλιά τους. Ήμασταν, λοιπόν, στο ξενοδοχείο και μόλις είχαμε τελειώσει από το βίντεο ή το φαγητό, δεν θυμάμαι. Με βλέπει και φωνάζει «Κυζιρίδης». Λέω «ωχ, κάτι έγινε τώρα». Μου λέει «αν δεν κουρευτείς ως το παιχνίδι, δεν πρόκειται να παίξεις». Εν τω μεταξύ, το παιχνίδι ήταν μετά από τρεις - τέσσερις ώρες. Γέλασα, νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα. Τελικά, δεν έπαιξα. Όλα αυτά, ενώ στο Κύπελλο έδιναν ευκαιρίες στους μικρούς.
Στον Ηρακλή αισθάνθηκες, έστω και μέσα από την Κ19, όσα έχει περάσει αυτή η ομάδα;
Τον Ηρακλή τον αγάπησα και ακόμα τον αγαπάω. Είναι η ομάδα που με πίστεψε, όταν άλλοι δεν το έκαναν. Μπορεί να πέρασα έναν χρόνο εκεί, όμως ήταν κάτι τρομερό. Ακόμα και τώρα, αν τον δείχνει η τηλεόραση, θα κάτσω να τον δω. Θέλω, φυσικά, να επιστρέψει η ομάδα εκεί που ανήκει. Δεν είναι δυνατόν ο Ηρακλής να παλεύει με δαίμονες για να ανέβει.
Υπήρξε κάποιος άνθρωπος συγκεκριμένα που σε πίστεψε;
Όλοι με πίστεψαν τότε, δεν θυμάμαι κάποιον συγκεκριμένα. Στην πρώτη ομάδα ήταν προπονητής ο Βοσνιάδης όταν πήγα. Εκείνη την χρονιά ο Ηρακλής άλλαξε πολλούς προπονητές, δεν τους θυμάμαι όλους.
Πώς βίωσες εκείνο το ματς στον Πλατανιά, στο οποίο αναφέρθηκες προηγουμένως;
Δεν κατάλαβα τότε πως είναι ένας υποβιβασμός. Πίστευα ότι θα βρεθεί λύση και ότι στο τέλος δεν θα πέσει ο Ηρακλής. Εντός αγωνιστικού χώρου, η ομάδα σώθηκε. Υποβιβάστηκε λόγω αφαίρεσης βαθμών. Στα αποδυτήρια λέγαμε «μπορεί να πέσαμε, αλλά στο τέλος κάτι θα γίνει και θα σωθούμε». Στόχος μου ήταν να μείνω στον Ηρακλή, δεν θα έφευγα. Η προσφυγή που έκανα δεν ήταν ποτέ δική μου απόφαση. Όταν έπεσε η ομάδα, εγώ έπαιρνα τηλέφωνο και ζητούσα να λυθεί το συμβόλαιό μου και να φύγω. Ο ένας, όμως, με έστελνε στον άλλον και ξαφνικά ένας άνθρωπος μέσα από τον Ηρακλή μου λέει «Άλεξ, δεν υπάρχει ομάδα. Κάνε προσφυγή και προχώρα». Εγώ, όμως, δεν ήθελα να κάνω προσφυγή σε μία ομάδα που αγάπησα τόσο. Δεν μου πήγαινε η καρδιά, αλλά έπρεπε να κοιτάξω το μέλλον μου. Ήθελα απλά να βρεθεί κάποιος με μία σφραγίδα για να βάλει μία υπογραφή και δεν υπήρχε κανείς. Ποτέ δεν ζήτησα τα λεφτά μου, μέσα από την προσφυγή ήθελα μόνο να μείνω ελεύθερος.
«Στο Βόλο είτε πήγαινα στην προπόνηση, είτε όχι, ήταν το ίδιο πράγμα, είχαν προτεραιότητα οι ξένοι που είχε φέρει ο προπονητής»
Τι άρχισες να σκέφτεσαι μετά τα πρώτα σου επαγγελματικά βήματα στον Βόλο;
Στόχος μου ήταν να παίξω όσο περισσότερα ματς μπορούσα. Παράλληλα, μου μπήκε για πρώτη φορά στο μυαλό η ιδέα να φύγω στο εξωτερικό. Στον Βόλο δεν έδιναν ευκαιρίες στους μικρούς.
Ποιον είχες προπονητή;
Τον Χουάν Φεράντο και δεν με έβλεπε. Ήταν σαν να μην υπήρχα. Είτε πήγαινα στην προπόνηση, είτε όχι, ήταν το ίδιο πράγμα. Δεν μου έδωσε ποτέ μία ευκαιρία.
Τον ρώτησες, όμως, ποτέ γιατί το έκανε αυτό;
Όχι, περίμενα. Είχα και τον μάνατζερ που έχω ακόμα και μου έλεγε να περιμένω και πως θα βρεθεί λύση. Ποτέ δεν πήγα στον προπονητή να τον ρωτήσω γιατί δεν με βάζει. Περίμενα και τελικώς όταν ήρθε ο Δεκέμβρης αποφασίσαμε με τον μάνατζέρ μου ότι πρέπει να φύγω, γιατί δεν επρόκειτο να παίξω ποτέ.
Δεν μίλησες ποτέ στον πρόεδρο;
Δεν μπορούσες να του μιλήσεις. Τι να του πω εγώ στα 18-19 μου; Όπως διάλεξε εμένα, διάλεξε και άλλους 15 παίκτες. Δεν είχε κανένα νόημα να του μιλήσω.
Και τι συνέβη στο τελευταίο σου εξάμηνο στην ομάδα;
Προσπάθησα, λοιπόν, να φύγω και δεν με άφηνε ο Βόλος. Έμεινα, έτσι, για άλλους έξι μήνες. Άρχισε, μάλιστα, ο προπονητής να με παίρνει σε κάποιες αποστολές για να με γλυκάνει. Όταν φτάσαμε στα play offs, άρχισα να παίζω. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι εγώ θα άλλαζα γνώμη και θα ήθελα να μείνω. Πήγα καλά, έβαλα και ένα γκολ κόντρα στον Ατρόμητο. Μετά από πέντε λεπτά, από τη στιγμή που σκόραρα, με έβγαλε αλλαγή. Εγώ σκεφτόμουν ότι έβαλα γκολ και ήμουν χαρούμενος. Στο επόμενο παιχνίδι έπαιξα, όπως και σε αυτό που ακολούθησε. Εγώ είχα πρόταση από τη Σλοβακία και την Ζλάτε Μόραφτσε, αλλά μου έλεγαν «δεν θα φύγεις». Επέμεινα να φύγω και στο τέλος έγινε η μεταγραφή.
Εσύ γιατί επέμενες να φύγεις από τη στιγμή που είχες αρχίσει να παίρνεις χρόνο συμμετοχής;
Γιατί ήξερα ότι το ίδιο θα γινόταν και την επόμενη σεζόν. Ποτέ δεν με εμπιστεύθηκαν για να πουν ότι ο Κυζιρίδης θα είναι πρώτος ή δεύτερος. Ο Κυζιρίδης ήταν πάντα τρίτος ή τέταρτος. Είχαν προτεραιότητα οι ξένοι και οι παίκτες που είχε φέρει ο προπονητής. Μπορεί να ήταν και πιο έτοιμοι, δεν ξέρω.
Πόσο άσχημο, όμως, μία ελληνική ομάδα και μάλιστα χωρίς πίεση από τον κόσμο, όπως ο Βόλος, να μην δίνει ευκαιρίες σε ένα νέο παιδί;
Τότε δεν ήταν μόνο ο Βόλος. Αν το ψάξει κανείς, θα δει ότι δεν έπαιζαν οι μικροί εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Είναι αξιολάτρευτο το ότι τώρα δίνονται ευκαιρίες στους μικρούς. Τότε δεν υπήρχε περίπτωση να παίξεις.
«Δεν σκέφτομαι ποτέ την Ελλάδα, δεν είχα προσέγγιση από ελληνική ομάδα»
Φοβήθηκες την προοπτική της Σλοβακίας;
Όχι, ήξερα ότι θα έχω έναν προπονητή που με γούσταρε πολύ και ήξερα ότι όταν θα πάω θα παίξω. Είχε δει βίντεο από αγώνες μου και είχε πει «εγώ αυτόν τον παίκτη, τον θέλω». Και το έδειξε και με πράξεις. Αμέσως μόλις πήγα, άρχισα να παίζω. Το να αλλάξω χώρα, για μένα, ήταν πολύ δύσκολο.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που συνάντησες;
Η γλώσσα, δεν ήξερα αγγλικά. Ούτε, φυσικά, σλοβάκικα. Έκανα μεγάλη προσπάθεια για να μάθω αγγλικά. Το πρώτο εξάμηνο ήταν… terrible, χάλια. Το καλό ήταν ότι έπαιζα. Μπορεί να μην μιλούσα, αλλά έπαιζα. Μετά το πρώτο εξάμηνο που άρχισα να μιλάω καλύτερα αγγλικά, έγιναν όλα πιο εύκολα.
Υπήρξαν στιγμές σε εκείνο το εξάμηνο που σκέφτηκες να γυρίσεις στην Ελλάδα;
Ναι. Δεν τα έβγαζα πέρα, ήταν πολύ δύσκολο. Ήμουν σε μία ξένη χώρα, στην εποχή του Covid, κλεισμένος σε ένα σπίτι. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.
Και ποιος σε κράτησε;
Ο μάνατζέρ μου. Μου είπε «κάνε υπομονή και θα δεις». Έκανα υπομονή και όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, αποδείχθηκε πως είχε δίκιο. Έγιναν όλα, όπως μου είχε πει. Πήγα πολύ καλύτερα τη δεύτερη σεζόν, είχα και την απόλυτη εμπιστοσύνη του προπονητή, που έμεινε ως και 3-4 ματς πριν το φινάλε. Έπαιξα όλα τα ματς, έβαλα γκολ, έδωσα ασίστ. Και εν τέλει, πήγα στην Ουγγαρία.
Εκεί βρέθηκες για πρώτη φορά σε ένα μεγάλο κλαμπ;
Στην Ουγγαρία αισθάνθηκα ότι είμαι ποδοσφαιριστής. Έβγαινα και με αναγνώριζε ο κόσμος, είχα την ωραία πίεση. Για να παίξω, για να βάλω γκολ. Αν δεν πήγαινα καλά, ένιωθα ότι με κράξουν. Και αυτό μέσα το παιχνίδι είναι. Είπα «ναι ρε φίλε, τώρα μάλιστα!».
Σου έλειψε καθόλου αυτά τα χρόνια η Ελλάδα;
Δεν σκέφτομαι ποτέ την Ελλάδα. Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στη Σλοβακία και αφού πέρασε το πρώτο εξάμηνο, δεν σκέφτηκα ποτέ να γυρίσω. Ποτέ δεν είπα «έκατσα 2-3 χρόνια στο εξωτερικό, είναι ώρα να επιστρέψω».
Σε προσέγγισε, όμως, μέσα σε αυτά τα χρόνια ελληνική ομάδα;
Όχι.
Η πίεση αυτή, την οποία έζησες για πρώτη φορά στην Ουγγαρία, σε ζόρισε;
Δεν με ζόρισε ποτέ. Ακόμα και τώρα που έχω περισσότερη πίεση, δεν με ζορίζει. Μου δίνει κίνητρο. Την πίεση ο κόσμος την βάζει, δεν την βάζει ούτε ο προπονητής, ούτε ο πρόεδρος. Ο κόσμος είναι αυτός που αν σε δει στον δρόμο θα σου δώσει συγχαρητήρια ή αν δεν έχεις παίξει καλά, θα απαιτήσει περισσότερα από σένα.
«Καθόμουν στα σκοτεινά για ώρα, γιατί μόνο με αυτό με έκανε χαρούμενο, να κλείνομαι στον εαυτό μου»
Την κακή σου μέρα πως την διαχειρίζεσαι;
Την ώρα που γυρνάω σπίτι, τελειώνει το ποδόσφαιρο. Σπίτι πρέπει να είμαι σύζυγος. Μόλις γυρίσω σπίτι, λοιπόν, θα είμαι ο Αλέξανδρος. Πρέπει να είμαι εκεί για τη γυναίκα μου.
Θυμάσαι κάποια φορά που η κακή μέρα να σε επηρέασε περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε;
Ναι. Χρειάστηκα ειδικό για να φτάσω στο σημείο που είμαι τώρα. Να ξέρω, δηλαδή, πώς την κακή μέρα να την αφήσω στο γήπεδο. Και να καταλαβαίνω ότι ένα Σάββατο που δεν θα έχω πάει καλά, δεν πρέπει να μου χαλάσει τις επόμενες μέρες. Χρειάστηκα ειδικό και το πάλεψα πάρα πολύ. Υπήρχαν στιγμές, στο Ντέμπρετσεν, που έλεγα ότι θα σταματήσω το ποδόσφαιρο. Δεν έπαιζα, δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα. Μετά είχα και έναν τραυματισμό και το ένα έφερνε το άλλο. Χρειάστηκα ψυχολόγο και το συνιστώ σε όλους τους ποδοσφαιριστές. Ένας ψυχολόγος μπορεί να σε βοηθήσει, αλλά μπορεί και να σε καταστρέψει. Ένας ψυχολόγος μπορεί να σε φτάσει σε σημείο να μην μπορείς να πάρεις μία απόφαση, χωρίς την άδειά του. Αυτό είναι τραγικό, είναι το χειρότερο πράγμα.
Εσύ έφτασες ποτέ σε αυτό το σημείο;
Όχι. Εγώ για, περίπου, δύο χρόνια, έκανα συνεδρίες 3-4 φορές την εβδομάδα. Ήμουν χάλια. Αυτά που λέω τώρα, δεν τα έχω πει ποτέ. Υπήρχαν βράδια που, ενώ η γυναίκα μου κοιμόταν, εγώ πήγαινα και καθόμουν στο μπάνιο και έκλεινα τα φώτα, επειδή δεν ήθελα να με δει η γυναίκα μου. Καθόμουν στα σκοτεινά για ώρα, γιατί μόνο με αυτό με έκανε χαρούμενο. Να κλείνομαι στον εαυτό μου.
Τι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό σου;
Τα πάντα. Ό,τι μπορείς να φανταστείς. Το να σταματήσω το ποδόσφαιρο ήταν το λιγότερο που σκεφτόμουν, στο σημείο που ήμουν τότε. Όμως, ο ψυχολόγος με βοήθησε πάρα πολύ. Και πλέον είμαι σε κατάσταση να λέω ότι είμαι πολύ καλά.
Είναι το ποδόσφαιρο τόσο σκληρό ή η ανθρώπινη φύση τόσο ευάλωτη;
Και τα δύο. Το ποδόσφαιρο αποτελείται από ανθρώπους και οι άνθρωποι όταν θέλουν να σου κάνουν κακό, μπορούν να το πράξουν πολύ εύκολα. Με μία φράση, με λίγες λέξεις. Θυμάμαι φορές να πηγαίνω στο γήπεδο και να σκέφτομαι «ρε φίλε τι ήρθα να κάνω πάλι εδώ;». Ήμουν επαγγελματίας, ήμουν σε μία πολύ μεγάλη ομάδα και αντί να είμαι χαρούμενος, ένιωθα χάλια. Σκεφτόμουν ότι θέλω να κάνω κάτι άλλο. Με είχε κουράσει το ότι έπρεπε συνέχεια να δείχνω ποιος είμαι και το ότι η δουλειά μου δεν είχε ανταμοιβή.
Στο ποδόσφαιρο παίζουν άνθρωποι. Και αυτό κάποιες φορές το ξεχνάμε. Έτσι, δεν είναι;
Όταν παίζεις σε μία μεγάλη ομάδα, θα βγεις έξω και θα σχολιαστούν τα πάντα. Το πώς ντύνεσαι ή το πώς περπατάς. Τι είμαστε εμείς οι ποδοσφαιριστές; Άνθρωποι. Δεν έχω κάποια διαφορά από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Αν δεν είσαι δυνατός, αυτή η αντιμετώπιση μπορεί να σε σκοτώσει.
«Σιχάθηκα το ποδόσφαιρο, να βλέπεις γήπεδα που έχουν στραβές γραμμές...»
Πώς έκλεισε το κεφάλαιο Ντέμπρετσεν;
Με τον χειρότερο τρόπο. Αναγκάστηκα να σπάσω το συμβόλαιό μου και να φύγω από την ομάδα, επειδή δεν με στήριξαν ποτέ από το κλαμπ. Είχα έναν τραυματισμό και μόλις γύρισα, με έθεσαν εκτός ομάδας. Ήμουν τέσσερις μήνες έξω και μόλις γύρισα μου είπαν «ή θα πας δανεικός ή θα πας στην β’ ομάδα». Ήταν δύο μέρες πριν κλείσει το μεταγραφικό παράθυρο. Μίλησα με τον μάνατζέρ μου και μου είπε να πάω στη Σλοβενία για κάποιους μήνες και μετά να δούμε τις επιλογές μας.
Πώς ήταν στη Σλοβενία;
Εκεί σιχάθηκα το ποδόσφαιρο. Εκεί, πραγματικά, το σιχάθηκα. Έλεγα «ρε φίλε δεν είναι δυνατόν». Να παίζεις Α’ Εθνική και να βλέπεις γήπεδα που χωράνε 150 άτομα, να έχουν στραβές γραμμές. Μιλάμε για τρέλες. Σκεφτόμουν ότι πριν από κάποιους μήνες έπαιζα ντέρμπι με την Φερεντσβάρος σε γεμάτο γήπεδο και εκείνη τη στιγμή ήμουν στη Σλοβενία και έπαιζα με την Αλουμίνι που αν δει κανείς το γήπεδό της, θα σκεφτεί ότι δεν είναι δυνατόν αυτή η ομάδα να παίζει στην πρώτη κατηγορία. Αναρωτιόμουν «τι ήρθα να κάνω εδώ;». Επί τρεις μήνες προσπαθούσα να βρω μια σπίθα και αντί να την βρίσκω, την έχανα. Ξενέρωνα περισσότερο. Έλεγα «να τελειώνει η χρονιά και να φύγω».
Και τι συνέβη εκείνο το καλοκαίρι;
Το καλοκαίρι στο Ντέμπρετσεν ζήτησα να πάω προετοιμασία με την αποστολή στην Αυστρία και μόλις επιστρέψουμε να βρω ομάδα. Μία μέρα πριν βγάλει την αποστολή για την Αυστρία, αφήνει μόνο εμένα εκτός. Σκέφτηκα ότι με κοροϊδεύουν. Εγώ ήθελα μόνο να κάνω προπονήσεις για να είμαι έτοιμος για την επόμενη ομάδα μου. Τουλάχιστον, σκέφτηκα ότι θα αφήσουν κάποιον πίσω για να κάνω προπόνηση. Δεν άφησαν κανέναν κι εγώ ήμουν στο πουθενά. Πολλές φορές πήγαινα στο γήπεδο και ήταν κλειστή η πόρτα, δεν μπορούσα να κάνω προπόνηση. Δεν είχαν αφήσει ούτε μπάλες! Προσπαθούσα να βρω ένα κίνητρο. Έλεγα από μέσα μου «όλα καλά, εγώ θα είμαι έτοιμος». Έτρεχα μόνος μου, έκανα γυμναστήριο μόνος μου. Όλα αυτά, ενώ είναι υποχρεωμένοι από την FIFA να φροντίσουν για να κάνω εγώ προπονήσεις.

Σκέφτηκες ποτέ να κάνεις κάποια ενέργεια εναντίον τους;
Μάζευα στοιχεία ώστε σε περίπτωση που δεν μου έλυναν το συμβόλαιο, να πάω στην FIFA. Εν τέλει τα βρήκαμε και γύρισα στη Σλοβακία. Είχα έναν χρόνο συμβόλαιο και είχα πει «ή τώρα ή ποτέ».
Τι ήταν αυτό που σε έκανε και το πίστευες;
Η χώρα. Οπουδήποτε αλλού και να πήγαινα, δεν θα ήμουν τόσο σίγουρος. Στη Σλοβακία ήξερα ότι θα παίξω αμέσως. Έκανα προπονήσεις για να φτάσω σε καλό επίπεδο σωματικά και από το τρίτο ματς και μετά, έπαιξα σε όλα βασικός.
Τι είχε το πρωτάθλημα της Σλοβακίας και σε έκανε να νιώσεις τόσο καλά;
Ένιωθα σαν στο σπίτι μου μετά τους πρώτους έξι μήνες. Λες και ήμουν στην Ελλάδα.
Η γυναίκα σου τι σου έλεγε;
Πάντα με στήριζε, πάντα πίστευε σε μένα. Έδειχνε, πάντα, πολύ μεγάλη κατανόηση. Δεν είναι εύκολο να είσαι γυναίκα ποδοσφαιριστή. Η Μαιρούλα έχει τραβήξει πολλά και της βγάζω το καπέλο. Ήταν, πάντα, προσηλωμένη στον στόχο μου, που από ένα σημείο και μετά έγινε και δικός της. Είναι ο άνθρωπος για τον οποίο μπορώ να μιλάω για ώρες.
Θυμάσαι κάποιες ατάκες της;
Μου έλεγε «εμείς οι δύο θα τα καταφέρουμε» και ότι «δεν πρέπει να αφήσεις κανέναν να σου φάει το ψωμί».
Σε αγχώνει η σκέψη ότι θα γίνεις πατέρας;
Είμαι πολύ συνειδητοποιημένος, το ήθελα και το έκανα. Ήταν, πάντα, το όνειρό μου να φτιάξω οικογένεια. Μεγάλωσα σε δεμένη οικογένεια, εισέπραξα πολλή αγάπη. Μπορεί να έφυγα από μικρός από το σπίτι και να μην είχα την αγάπη στην καθημερινότητά μου, αλλά την αισθανόμουν από μακριά.
Ο πατέρας σου σε στήριξε στις αποφάσεις σου στο ποδόσφαιρο;
Ο πατέρας μου αν και ήξερε μέσα του τι μπορώ να καταφέρω, δεν είχε ποτέ τη λογική να με πιέσει για να γίνω ποδοσφαιριστής. Ποτέ δεν με πούσαρε να κάνω κάτι. Πάντα μου έλεγε ότι είναι δική μου η ευθύνη. Μου έλεγε πως ήταν λάθος το ότι δεν διάβαζα, αλλά μου άφηνε την ελευθερία της επιλογής. Μία ελευθερία που δεν ξέρω αν εγώ θα μπορέσω να αφήσω στο παιδί μου.
Με όλα αυτά που έχεις ζήσει στο ποδόσφαιρο, αν σου πει το παιδί σου ότι θέλει να γίνει ποδοσφαιριστής, τι θα του πεις;
Δύσκολη ερώτηση. Γνωρίζοντας τι είναι το ποδόσφαιρο, δεν ξέρω αν θα τον έβαζα σε αυτόν τον χώρο. Ασφαλώς και θα ήθελα να δω το παιδί μου να παίζει μπάλα, αλλά αυτή είναι η εικόνα προς τα έξω. Δεν θα ήθελα να τραβήξει όλα όσα, ενδεχομένως, θα χρειαζόταν να τραβήξει, για να φτάσει να παίξει μπάλα. Αν γυρίσω τον χρόνο πίσω και σκεφτώ τι έχω περάσει εγώ, δεν θα ήθελα να τα περάσει κι εκείνο. Θα προσπαθήσω, όμως, να τον βοηθήσω. Και αν καταλάβω ότι δεν κάνει, θα βρούμε άλλη λύση. Δεν θα τον αφήσω να παρατήσει το σχολείο, θα το βγάλει και θέλω να περάσει σε μία σχολή. Να έχει ένα χαρτί και ας του είναι άχρηστο. Στο ποδόσφαιρο θα έχεις μία χαρά και δέκα λύπες. Φυσικά, όμως, η χαρά στο ποδόσφαιρο, δεν συγκρίνεται με τίποτα.
Και τελικώς πως εξελίχθηκε η χρονιά στη Σλοβακία;
Είχα συμπαίκτες που γνώριζα από το παρελθόν. Δεν είχα πίεση από κανέναν. Η μόνη πίεση ήταν να παίξω και να αποδείξω όσα μπορώ να κάνω. Αυτό βγήκε στο γήπεδο. Έκανα πολύ καλά παιχνίδια, έβαλα πολλά γκολ. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπήκαμε στα play off, λόγω ενός γκολ στο 95’.
Πότε έμαθες για πρώτη φορά για το ενδιαφέρον της Χαρτς;
Τέλη Απριλίου, αρχές Μαΐου έμαθα για πρώτη φορά για τη Χαρτς. Το καλοκαίρι υπήρξαν πολλές ομάδες που ενδιαφέρθηκαν και απλά εγώ κοιτούσα ποια ήταν η καλύτερη λύση για μένα. Πού, δηλαδή, θα πήγαινα και θα πρωταγωνιστούσα. Μόλις ήρθε η Χαρτς, είπα αμέσως στον μάνατζέρ μου «εκεί πρέπει να πάω». Είχα πολλές ομάδες από Πολωνία και από Ουγγαρία. Είχα, επίσης, όλη τη Σλοβακία. Επέλεξα τη Χαρτς γιατί ήθελα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. Παίζοντας στη Σκωτία, είναι πιο εύκολο να μπεις στην Αγγλία. Αν πας καλά και βάλεις κάποια γκολ, το πρώτο πρωτάθλημα που κοιτάνε από την Τσάμπιονσιπ ή ακόμα και από την Πρέμιερ Λιγκ, είναι το σκωτσέζικο.
Δεν σε φοβίζει η Αγγλία;
Όχι, μοιάζει με το πρωτάθλημα της Σκωτίας, με την διαφορά ότι υπάρχουν περισσότερες ομάδες και άρα περισσότερες απαιτήσεις.
«”Φίλε πάω να κάνω μεταγραφή, σε 40’ φεύγει η πτήση μου. Βοήθησέ με!”»
Ποια ιστορία θυμάσαι από την μετακίνησή σου στη Χαρτς;
Επρόκειτο να έρθω στη Σκωτία για να υπογράψω στη Χαρτς τον Μάιο. Με παίρνει ο μάνατζέρ μου και μου λέει «κλείσαμε εισιτήρια, πετάμε αύριο». Τον ρώτησα πόσον καιρό θα μείνουμε, μου λέει «τρεις μέρες για να περάσεις ιατρικά και να υπογράψεις». Δεν υπήρχε απευθείας πτήση από το Κόζιτσε, οπότε θα ερχόμουν μέσω Λονδίνου. Φτάνω στο Λονδίνο και η ανταπόκριση για τη Σκωτία θα έφευγε στα επόμενα 40’. Μου λένε, λοιπόν, από το αεροδρόμιο ότι έπρεπε να βγω και να ξαναπεράσω έλεγχο. Τα 40’ δεν έφταναν σε καμία περίπτωση. Οπότε λέω «τι θα κάνω τώρα; Θα χάσω την μεταγραφή μου για τα διαδικαστικά του αεροδρομίου;». Βρίσκω έναν τύπο, του λέω «φίλε πάω να κάνω μεταγραφή, σε 40’ φεύγει η πτήση μου. Βοήθησέ με!». Μου λέει «ακολούθα με». Η γυναίκα μου ήταν έγκυος, οπότε έπρεπε να περάσει δίπλα από τα μηχανήματα και αυτό θα έτρωγε περισσότερη ώρα. Ξεκινάμε, λοιπόν και αυτός ανοίγει όλους τους διαδρόμους. Ούτε ελέγχους, ούτε τίποτα! Μπήκαμε τελευταίοι στο αεροπλάνο και ήρθαμε στη Σκωτία. Ήμουν πολύ αγχωμένος!
Όταν έφτασες στη Σκωτία τι συνάντησες;
Όταν μπήκα για να με πάρουν φωτογραφίες και είδα το γήπεδο, το φαντάστηκα γεμάτο και λέω «φίλε εδώ είμαστε, θα φωνάζουν το όνομά μου». Έτσι έγινε! Οι άνθρωποι είναι πολύ ζεστοί, οι Σκωτσέζοι αγαπούν τους Έλληνες. Με υποδέχθηκαν λες και έπαιρναν τον Μέσι. Ήταν τρομερό το συναίσθημα όταν πάτησα πρώτη φορά στο γήπεδο.
Σου μίλησαν για τους Τάκη Φύσσα και Χρήστο Καρυπίδη;
Μου είπαν τα καλύτερα και για τους δύο. Λίγο περισσότερο για τον Τάκη Φύσσα, τον έχουν σαν Θεό. Αυτό μου έβαλε μία έξτρα πίεση για να πετύχω. Σκέφτηκα πως οι Έλληνες που βρέθηκαν εδώ, τα πήγαν πολύ καλά και άρα έπρεπε να τα καταφέρω κι εγώ. Μου αρέσει, όμως, η πίεση. Το συναίσθημα να πρέπει να αποδείξω ότι είμαι καλός.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που συνάντησες στη Σκωτία;
Δεν έχω συναντήσει κάποια μεγάλη δυσκολία. Ίσως, η γλώσσα μόνο. Γιατί οι Σκωτσέζοι έχουν μία ιδιαίτερη προφορά. Γι’ αυτό κάθε φορά τους λέω «ρε παιδιά λίγο πιο αργά!».
Το συναίσθημα την πρώτη φορά που μπήκες στο γήπεδο;
Τρομερό! Ξεκινήσαμε με Λιγκ Καπ, απέναντι σε ομάδα χαμηλής κατηγορίας. Και σε αυτά τα ματς ένα μέρος της εξέδρας μένει κλειστό. Έβλεπες, λοιπόν, ένα κομμάτι άδειο και το υπόλοιπο γήπεδο γεμάτο. Όλα αυτά με ομάδες τρίτης ή τέταρτης κατηγορίας. Και αναρωτιόμουν «ρε παιδιά γιατί δεν το ανοίγετε και αυτό αφού θα γεμίσει;».
Κλείνοντας, τι ονειρεύεσαι για το μέλλον;
Σίγουρα, να βρεθώ σε ένα από τα κορυφαία πρωταθλήματα. Ο μεγάλος μου στόχος μου και το όνειρό μου είναι να φορέσω το Εθνόσημο. Το θέλω πάρα πολύ. Προσπαθώ να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ, να είμαι σοβαρός και καλός στα παιχνίδια, η ομάδα να πηγαίνει καλά και πιστεύω ότι στο τέλος θα γίνει.
Υπάρχει κάποιο πρωτάθλημα που να πιστεύεις ότι ταιριάζει καλύτερα στα χαρακτηριστικά σου;
Παλιά, θα έλεγα την Ισπανία, αλλά παλιά δεν έκανα άμυνα. Τώρα μπορώ να παίξω παντού. Ακόμα και στην Αγγλία, που μέχρι πρότινος έλεγα ότι δεν μπορώ.