Anser, τι σου έδωσε το μπάσκετ που δεν σου έδωσαν ο τζόγος και η μουσική;

Anser, τι σου έδωσε το μπάσκετ που δεν σου έδωσαν ο τζόγος και η μουσική;

Ο Anser μίλησε στο ΣΠΛΙΤ, το μπασκετικό podcast του Gazzetta, για τα χρόνια που αγωνίστηκε στον Φιλαθλητικό Σπάρτης, πήρε θέση στο δίλημμα Τζόρνταν ή ΛεΜπρόν και απάντησε στο ερώτημα αν για έναν καλό στίχο αρκεί μια καλή αφορμή ή μια κακή μέρα.

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗ
@Giannis_Stavr

Τα λόγια του είναι ασταμάτητα, αιχμηρά, αληθινά. Κι αν ο ίδιος αρνείται πεισματικά να χρησιμοποιήσει τον όρο «καριέρα» για την πορεία του στο ελληνικό hip hop, ο Anser έχει αφήσει ανεξίτηλο στίγμα ως ένας δημιουργός που παίρνει στίχους και συλλαβές και σε προκαλεί: «αν μπορείς, πιάσε με». Μόνο που ο Anser δεν πιάνεται.

Λίγες ημέρες πριν από το συναπάντημά του με τους ΣΤΙΧΟΙΜΑ στο Θέατρο Πέτρας, το Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου, μίλησε στο ΣΠΛΙΤ για τα χρόνια του στον Φιλαθλητικό Σπάρτης και για την πλευρά του εαυτού του που μένει κρυφή πίσω από τα μικρόφωνα.

Μιλώντας με τον Χρήστο των Social Waste, μου είχε πει πως έπαιζες μπάσκετ στον Φιλαθλητικό Σπάρτης! Πώς θυμάσαι πλέον εκείνα τα χρόνια, χωρίς να έχεις στο μυαλό σου τις σκοτούρες που θα έρθουν αργότερα;

«Εντάξει, και τότε, σαν παιδιά, είχαμε άλλες σκοτούρες. Κοίταξε, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη εκείνη την εποχή, το μπάσκετ ήταν μια διέξοδος. Ήταν ο ελεύθερος χρόνος μας, ήταν το παιχνίδι μας. Τότε δεν υπήρχαν και πολλά άλλα πράγματα να μας αποπροσανατολίζουν όπως συμβαίνει με τις σημερινές γενιές. Οπότε για εμάς το μπάσκετ ήταν… πώς να στο πω… όλοι παίζαμε τότε. Ήταν και η εποχή μετά την επιτυχία της Εθνικής. Παντού υπήρχαν γήπεδα μπάσκετ, ήταν πιο εύκολο από το ποδόσφαιρο, δεν υπήρχαν τα σημερινά γηπεδάκια. Οπότε ολόκληρη η πόλη έπαιζε μπάσκετ. Στη Σπάρτη, όλα τα παιδιά ξεκινούσαν και έπαιζαν μπάσκετ».

Αντικειμενικά, ήσουν καλός;

«Αντικειμενικά, στη γενιά μου ήμουν από τους καλούς παίκτες, ναι»!

Τα έβαζες;

«Αριστερόχειρας, ναι, τα έβαζα! Ήμουν σουτέρ. Εντάξει, καλός ήμουν, αλλά όχι κάτι το ιδιαίτερο. Στη γενιά μου ήμουν ένας καλός παίκτης, σε μια επαρχιακή πόλη, στο παιδικό και στο εφηβικό.»

Αν ο τζόγος σου πήρε στιγμές και η μουσική σου έδωσε τρόπο να τις εκφράσεις, τι σου έδωσε το μπάσκετ που κανένα από τα δύο δεν μπόρεσε;

«Τι μου έδωσε το μπάσκετ… θα σου πω. Εκείνα τα χρόνια, επειδή είχαμε κι έναν πολύ καλό προπονητή, το μπάσκετ μάς έκανε σίγουρα καλύτερους, πιο πειθαρχημένους. Ήταν οι πρώτες φορές που ταξιδέψαμε. Σαν ομάδα πηγαίναμε σε άλλες πόλεις, παίζαμε… Μας έδωσε τέτοιες εμπειρίες σε πολύ μικρή ηλικία. Θεωρώ ότι κάθε παιδί πρέπει να κάνει ένα ομαδικό άθλημα, ειδικά στα πρώτα του χρόνια. Οπότε σίγουρα μου έδωσε αυτό».

Μια ιστορία που κουβαλάς από τότε;

«Θυμάμαι σίγουρα το πρώτο παιχνίδι που είχα παίξει. Αν με ρωτήσεις τι μου έρχεται πρώτο στο μυαλό, είναι η πρώτη φορά που πήγα σε προπόνηση. Ήμουν έξι χρονών και ο προπονητής ήταν τότε συνάδελφος του πατέρα μου. Θυμάμαι το πρώτο σουτ που έκανα στο καλάθι! Οι υπόλοιποι ήταν όλοι μεγαλύτεροι, τρία-τέσσερα χρόνια πιο μεγάλοι. Εγώ ήμουν παιδάκι, δεν έπρεπε να ξεκινήσω τόσο μικρός, αλλά επειδή ο προπονητής ήταν φίλος του πατέρα μου με πήρε στην ομάδα και έπαιζα. Αυτό το θυμάμαι καθαρά. Και φυσικά θυμάμαι τη χρονιά που είχαμε βγει πρώτοι στην περιφέρεια, στη Λακωνία, στη Μεσσηνία και στην Αρκαδία. Θυμάμαι το τελευταίο παιχνίδι και πώς το πανηγυρίσαμε. Αυτό μου έχει μείνει έντονα».

Επιστρέφεις καμιά φορά σε εκείνα τα χρόνια;

«Κοίταξε να σου πω… σίγουρα επιστρέφω. Ξέρεις, δεν ξεχνιέται αυτό. Είναι οι πρώτες εμπειρίες, οι πρώτες αναμνήσεις, δεν τις ξεχνάς. Έχω ψάξει πολλές φορές να βρω βίντεο ή φωτογραφίες. Εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε κινητά, δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα. Πρόσφατα έψαχνα να βρω ένα μετάλλιο ή τη φανέλα της ομάδας. Έψαχνα όλο το πατρικό, όλα τα παλιά. Είχα μια φανέλα με το νούμερο 6, σε κίτρινο και πράσινο χρώμα».

Αν το ραπ δίνει φωνή στους αόρατους της κοινωνίας, το μπάσκετ τι δίνει;

«Το μπάσκετ δίνει ευκαιρίες στα παιδιά. Εκτός από το ότι αθλούνται και γίνονται καλύτεροι σωματικά και πνευματικά, τους δίνει κι ευκαιρίες. Είναι ένας τρόπος ένα παιδί να ξεφύγει από εκεί που βρίσκεται και να ανέβει μέσα από το άθλημα. Όπως ευκαιρίες μπορεί να δώσει η μουσική ή κι άλλα πράγματα στη ζωή».

Πώς έκανες καριέρα;

«Καριέρα… περίεργη λέξη αυτή. Γιατί; Εμείς δεν κάναμε καριέρα. Ειδικά τα παιδιά της γενιάς μου που ασχοληθήκαμε με τη μουσική, αυτό ξεκίνησε σαν χόμπι και κατέληξε σε εισαγωγικά να γίνει δουλειά. Αλλά δουλειά δεν έγινε ποτέ. Οπότε δεν ταιριάζει η λέξη καριέρα. Εγώ θα το έλεγα πορεία. Ξέρεις, δεν θυμάμαι πώς έγινε. Έχεις ακούσει αυτό που λένε "κάνε αυτό που αγαπάς και δεν θα δουλέψεις ούτε μια μέρα στη ζωή σου"; Κάτι τέτοιο έγινε και με μένα.

Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα καταφέρω αυτό το πράγμα, ότι θα κάνουμε μεγάλες συναυλίες… Και ήρθε αργά. Δεν έγινε στα 22 μου, έγινε στα 35. Ήρθε μόνο του. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι κάθε χρόνο, από τότε που ξεκίνησα, έκανα κάτι. Έκανα ένα βήμα παραπάνω, πήγαινε καλά, μου άρεσε η μουσική που άκουγα και που έφτιαχνα. Δεν μπορώ να πω ότι δούλεψα σκληρά στη μουσική, δεν μου αρέσει κι ο όρος πάνω στη μουσική. Τι σημαίνει "δουλεύω σκληρά"; Υπάρχει ένα ταλέντο, υπάρχουν άνθρωποι γύρω σου που σε βοηθάνε, και συνεχίζεις.

Δεν θα σου πω ότι δούλεψα σκληρά. Γιατί υπάρχουν διαστήματα που δεν κάνω μουσική. Θα μπορούσα να έχω κάνει πολύ περισσότερα, αλλά δεν τα έκανα γιατί ακόμα, παρότι δουλεύουμε σε επαγγελματικά πρότυπα, εγώ τη μουσική τη βλέπω σαν το χόμπι μου. Και θέλω να μείνει έτσι. Δεν θέλω να αλλάξει και πολύ αυτό. Γιατί όταν υπήρξαν στιγμές που έπρεπε να το δω αλλιώς, εκεί κατάλαβα ότι δεν μου άρεσε».

image

Έχω εκπλαγεί με το ποιοι άνθρωποι με ακούν!

Το «φοβόμαστε τους μετανάστες, αγαπάμε τους Αντετοκούνμπο» τι σκέψεις σου γεννά;

«Είναι αυτό που συμβαίνει πάντα, ρε συ. Όχι μόνο με τον Αντετοκούνμπο και την οικογένειά του, πάντα έτσι γίνεται. Ο μετανάστης, όσο είναι φτωχός, δεν τον θέλουμε. Όταν όμως αποκτήσει λεφτά ή πετύχει κάπου, τότε τον θαυμάζουμε, του λέμε "μπράβο". Μα δεν γίνεται πάντα αυτό»;

Σε μια εποχή που όλοι έχουν γνώμη για όλα... πώς σου φαίνεται αυτό το hate speech που έπεσε μετά τον αγώνα με την Τουρκία; Περί "εθνικής ντροπής" κλπ;

«Εντάξει, ρε συ, τι να κάτσουμε να κρίνουμε τώρα; Να καθίσουμε να κρίνουμε τους παίκτες, που όντως δεν έπαιξαν καλά εκείνη τη μέρα; Είχαν μια κακή μέρα. Η Τουρκία έπαιξε καλύτερα, της βγήκαν τα σουτ, είχε αυτοπεποίθηση, πήρε τον αέρα, κέρδισε από την αρχή. Τι να κάνουμε τώρα, να πούμε τι; Και μόνο που υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι και εκπροσωπούν την Εθνική… Ο Αντετοκούνμπο θα μπορούσε να μην έρθει, ο Σλούκας θα μπορούσε να μην παίξει, το ίδιο και ο Παπανικολάου. Και μόνο που είναι εκεί, που συνεχίζουν και κάνουν αυτό που κάνουν και φέρνουν κι ένα μετάλλιο, είναι από μόνο του τεράστια επιτυχία. Τώρα να βγαίνουμε σε κάθε αποτυχία και να λέμε… οκ, τι να πεις».

Όταν συγκεκριμένοι τύποι βγαίνουν και μοιράζουν συγχαρητήρια, δεν είναι σαν να λες πως, αν η υποκρισία είχε πρόσωπο, θα ήταν ακριβώς αυτό;

«Πάντα έτσι γίνεται… Καταλαβαίνω για ποιον το λες, για ποιον πολιτικό μιλάς. Ένας άνθρωπος που πριν δέκα χρόνια έλεγε τα δικά του. Επειδή δεν είχε αντιληφθεί το μέγεθος του Γιάννη. Δεν το είχε καταλάβει. Κι αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν είναι μόνο ότι τότε είχε μια ρητορική μίσους, κοροϊδίας, ειρωνείας, πες το όπως θες, απέναντι στον Αντετοκούνμπο. Είναι ότι δεν είχε αντιληφθεί ποιος είναι και τι επρόκειτο να κάνει. Αυτό είναι ακόμα χειρότερο».

Στη σημερινή fast track εποχή, με αδυσώπητους ρυθμούς, υπάρχει χώρος στην ψυχή σου για ευχαρίστηση; Προλαβαίνεις να χαρείς;

«Εντάξει, κοίταξε… Γενικά, όταν κάνεις κάτι, είτε είναι μουσική είτε οτιδήποτε άλλο, σε έναν τόσο γρήγορο ρυθμό, χρειάζεσαι λίγο χρόνο να κάτσεις πίσω και να παρατηρήσεις. Αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ. Γιατί συμβαίνουν πράγματα που εκείνη τη στιγμή δεν τα χαίρομαι, περνάνε μπροστά μου. Και σε πολλούς τομείς της ζωής μου. Όπως και το αντίθετο: και στις κακές στιγμές δεν προλαβαίνεις πάντα να τις αντιληφθείς ακριβώς. Οπότε χρειάζεται λίγη παραπάνω παρατήρηση, λίγο slow down. Να είσαι εκεί όταν γίνεται. Να το ζεις λίγο».

Για έναν καλό στίχο, αρκεί μια καλή αιτία ή μια κακή μέρα;

«Και μια κακή μέρα. Αν με ρωτάς προσωπικά, θα σου πω ότι λειτουργώ έτσι: τα καλά πράγματα στη ζωή μου δεν τα αποτυπώνω στη μουσική μου τόσο εύκολα. Τα πιο δυσάρεστα τα αποτυπώνω περισσότερο, ίσως γιατί αυτά κρατάει ο εγκέφαλος. Οι μαύρες μέρες μας… Είναι μια καλή αφορμή, η αλήθεια είναι. Τώρα, σωστό ή λάθος; Εμένα έτσι μου βγαίνει. Και οι περισσότεροι άνθρωποι, αν δεις, θα σου πουν το αρνητικό, δεν θα σου πουν το θετικό. Καλό είναι να υπάρχει ισορροπία και σε αυτό: να εκτιμάς τα καλά που έχεις και να μιλάς και για τα κακά που σου συμβαίνουν».

Στη δική σου αφήγηση, ποιο κομμάτι του εαυτού σου κρύβεται πίσω από τα μικρόφωνα και δεν το βλέπει κανείς;

«Νομίζω ότι κρατάω την αστεία μου πλευρά. Για κάποιο λόγο οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι είμαι πολύ σοβαρός τύπος. Δεν είμαι καθόλου σοβαρός! Τώρα, γιατί μου βγαίνει αυτό στη μουσική, δεν ξέρω. Γενικά έχω μια θεωρία: οι άνθρωποι συνηθίζουν να δείχνουν και να προβάλλουν τις ανασφάλειές τους. Εγώ, λοιπόν, πολλές φορές αναρωτιέμαι γιατί προβάλλεις τόσο πολύ αυτό; Αφού έχεις και μια άλλη πλευρά. Αν ακούσεις παλιά μου κομμάτια, υπάρχει αυτή η χιουμοριστική πλευρά. Για κάποιο λόγο έχω παρασοβαρέψει! Η αλήθεια είναι αυτή. Δεν είμαι τόσο σοβαρός όσο φαίνομαι, απλώς δεν το δείχνω πάντα.»

Η μουσική σου συχνά μοιάζει σαν εξομολόγηση. Τελικά γράφεις για να ανασάνεις ή για να μην ξεχάσεις;

«Και για τα δύο, σίγουρα. Είναι πολύ ωραίο όταν γυρνάω στα παλιά μου κομμάτια που έχουν γραφτεί πριν 15-20 χρόνια. Προσπαθώ όχι απλώς να τα ακούσω, αλλά να φέρω στο μυαλό μου την κατάσταση που υπήρχε τότε. Τι με έκανε να γράψω εκείνο το κομμάτι; Και ξαναγυρνάω, προσπαθώντας να θυμηθώ. Βλέπεις λίγο τη ζωή σου. Από τη μια γράφεις βιώματα, από την άλλη, όταν τα ακούς μετά, είναι ωραίο γιατί σου θυμίζει ποιος ήσουν, πώς ήσουν. Έχω μια μεγάλη διαδρομή. Έχω γράψει κομμάτια στα 20, 22, 23 μου. Και προσπαθώ να θυμηθώ πώς ήμουν τότε, τι σκεφτόμουν, πώς έβλεπα τα πράγματα».

Πιστεύεις ότι κάποιο κομμάτι σου ζωντανεύει διαφορετικά όταν βλέπεις ότι αγγίζει ανθρώπους από διαφορετικούς κόσμους; Όπως συνέβη π.χ. με τον Μίλτο Τεντόγλου, που πόσταρε το «Εκείνο το Τίποτα».

«Είναι ένα πολύ περίεργο συναίσθημα γενικά. Νομίζω ότι ο Τεντόγλου το είχε ανεβάσει όταν είχε πάρει Ευρωπαϊκό ή Παγκόσμιο, δεν θυμάμαι ακριβώς. Κάποιος μου το είχε στείλει, και η αλήθεια είναι ότι παραξενεύτηκα λίγο. Μετά σκέφτηκα: είναι ένα παιδί 22 ετών. Ακούει αυτή τη μουσική, τη νιώθει.

Έχω εκπλαγεί με το ποιοι άνθρωποι με ακούν! Που βρίσκουν κάτι ενδιαφέρον. Αλλά έχω εκπλαγεί και με ανθρώπους που δεν βρίσκουν κάτι ενδιαφέρον. Δηλαδή, αυτός που περιμένεις να ακούει αυτή τη μουσική, όταν δεν βρίσκει κάτι εκεί… λες "Κάτσε τώρα; Γιατί;"

Υπάρχουν άνθρωποι που ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα ακούν κομμάτια μου! Δεν μπορούσα να σκεφτώ, για παράδειγμα, ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπει και θα με ακούσει. Ή ότι, στο Spotify, έχει τρία κομμάτια μου. Μου φαίνεται περίεργο. Όπως και το αντίθετο: υπάρχουν άνθρωποι που δεν απευθύνεσαι σε αυτούς και ξαφνικά σε ακούν… λες "Ωχ, τώρα με ακούει κι αυτός"».

Η συνέχεια στο ΣΠΛΙΤ

Φόρτωση BOLM...