Ο πρωτότοκος γιος του Σέρτζιο Κονσεϊσάο στο Gazzetta: «Στην Πορτογαλία λέμε 'να κάνεις τα πράγματα καλά για να είσαι καλά όταν κοιμάσαι'».
Ο πατέρας του αγαπήθηκε όσο λίγοι ξένοι που φόρεσαν την φανέλα του ΠΑΟΚ παρότι αγωνίστηκε για μόλις δύο χρόνια. Η «τρέλα» του Σέρτζιο Κονσεϊσάο συνδέθηκε με το πάθος των οπαδών του Δικεφάλου και το αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού ήταν μία σχέση αγάπης που κρατάει μέχρι και σήμερα.
Το όνομα του άλλοτε προπονητή της Μίλαν και της Πόρτο μένει ζωντανό στον ποδοσφαιρικό χάρτη, καθώς εκτός από τον ίδιο, οι τέσσερις γιοι του έχουν ακολουθήσει τα βήματα του στον επαγγελματικό χώρο του αθλήματος. Όπως για παράδειγμα ο πρωτότοκος γιος του, ο Σέρτζιο Κονσεϊσάο, ο οποίος αγωνίστηκε με μεγάλη επιτυχία στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην Ανόρθωση.
Στην πρώτη του σεζόν, ο 28χρονος Πορτογάλος δεξιός οπισθοφύλακας μέτρησε έξι γκολ και έντεκα ασίστ σε 32 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις, κάνοντας τη διαφορά στο κυπριακό πρωτάθλημα και από αποτελώντας έναν από τους καλύτερους παίκτες στη συγκεκριμένη θέση.
Το Gazzetta τον εντόπισε και ο ίδιος μοιράστηκε αρκετές ιστορίες τόσο από την παιδική του ηλικία όσο και από την εξέλιξη του ως ποδοσφαιριστής. Οι στιγμές του πατέρα του με τον ΠΑΟΚ, ο αδερφός του Φρανσίσκο και η δύσκολη «αναρρίχηση» μέχρι να γίνει επαγγελματίας.
«Είδωλό μου ο πατέρας μου, τον έβλεπα μαζί με τα αδέρφια μου όπου έπαιζε»
- Αρχικά θέλω να μου πεις πώς μπήκε στη ζωή σου το ποδόσφαιρο;
«Ξεκίνησα ποδόσφαιρο στην Πορτογαλία από αρκετά μικρός αλλά μέχρι τα 18 μου, ήταν πολύ δύσκολα για εμένα. Μέχρι τότε ακολουθούσα την καριέρα του πατέρα μου που ήταν σε διάφορες χώρες, μαζί και η Ελλάδα. Οπότε ήταν δύσκολο για εμένα να έχω μία νορμάλ εξέλιξη στις ακαδημίες. Συχνά αλλάζαμε πόλεις και χώρες, οπότε και εγώ έπρεπε να αλλάξω ακαδημίες, κάτι που ήταν αρκετά δύσκολο για εμένα. Στην Πορτογαλία επέστρεψα στα 17 μου και στα 18 μου εγκαταστάθηκα μόνιμα. Σκέψου ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν έζησα μία νορμάλ ζωή σαν παιδί γιατί άλλαξα πολλές πόλεις και χώρες επειδή έπαιζε ο πατέρας μου».
- Ποιον είχες ως είδωλο;
«Και βέβαια το είδωλο μου ήταν ο πατέρας μου».
- Επέλεξες το ποδόσφαιρο λόγω του πατέρα σου ή σου άρεσε και εσένα;
«Όχι, όχι. Από τη μέρα που θυμάμαι τον εαυτό μου, αγαπάω το ποδόσφαιρο. Δεν με πίεσαν οι δικοί μου να ξεκινήσω. Είχα μία υπέροχη παιδική ηλικία από την οικογένεια μου και με τα αδέρφια μου, επειδή είμαστε κοντά ηλικιακά, μεγαλώσαμε μαζί και παίζαμε συνεχώς ποδόσφαιρο μαζί. Δεν μας το είπε ο πατέρας μου να παίξουμε ποδόσφαιρο. Δεν ήταν ποτέ έτσι. Σκέψου πρέπει να με πήρε για προπόνηση συνολικά 5-6 φορές, όχι παραπάνω. Για τους γονείς μου, το πρώτο που ήθελαν ήταν τα μαθήματα. Αν δεν τα πηγαίναμε καλά στο σχολείο, τότε το ποδόσφαιρο ήταν το πρόβλημα. Για αυτό αγαπήσαμε το ποδόσφαιρο. Δεν μας πίεσε κανείς να παίξουμε αλλά το κάναμε επειδή το αγαπήσαμε εμείς».
- Μίλησε μου για την εξέλιξη σου στο ποδόσφαιρο. Πώς θυμάσαι τον εαυτό σου στις ακαδημίες;
«Εγώ προσωπικά ξεκίνησα στις μικρές κατηγορίες. Για τους γονείς μου δεν ήταν ο στόχος τους να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Το βασικό που ήθελαν ήταν να γίνω καλός άνθρωπος και να πάω καλά στο σχολείο. Σκέψου μου έλεγαν ότι όσο μένω μαζί τους, πρέπει να διαβάζω και να είναι αυτός ο στόχος μου. Όταν έμεινα μόνος μου στα 20 με 21 μου, αποφάσισα να αφήσω τις σπουδές και να επικεντρωθώ στον στόχο μου που ήταν να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Το ίδιο ίσχυε και για τα αδέρφια μου. Μπήκαμε στο πανεπιστήμιο, διαβάζαμε γιατί μετά το ποδόσφαιρο, έπρεπε να έχουμε γνώση για να κάνουμε και κάτι άλλο».
- Έχεις άλλα τρία αδέρφια που παίζουν επίσης ποδόσφαιρο. Ποια είναι η σχέση σας και αν έχεις κάποια ιστορία μαζί τους.
«Και βέβαια έχω ιστορίες. Κάθε εβδομάδα μιλούσαμε αλλά πλέον ο καθένας μας είναι σε διαφορετικές χώρες. Εγώ στην Κύπρο, ο Φρανσίσκο στην Ιταλία, ο Ροντρίγκο στην Ελβετία, ο Μόισες στην Πορτογαλία. Το καλοκαίρι παίζαμε όλη τη μέρα ποδόσφαιρο με τα αδέρφια μου. Ήταν πολύ κακό για τη μητέρα μας (γέλια) γιατί παίζαμε μέχρι το βράδυ, όταν δεν είχε φώτα και συνεχίζαμε εμείς μέσα στα σκοτάδια. Και η μητέρα μας, μας έπαιρνε τηλέφωνο να γυρίσουμε σπίτι για να φάμε. Εμείς δεν θέλαμε, θέλαμε να παίξουμε κι άλλο! Ήταν πολύ δύσκολο για την ίδια και το καταλαβαίνω τώρα (γέλια). Επίσης οι γονείς μου δεν ήθελαν να παίζουμε μπάλα γιατί σπάγαμε πράγματα στο σπίτι, κάναμε διάφορα με τα αδέρφια μου (γέλια). Ήμασταν και είμαστε πολύ ενωμένοι. Τα κάναμε όλα μαζί όταν ήμασταν παιδιά».
- Υποστηρίζατε την ίδια ομάδα όταν βλέπατε τηλεόραση;
«Πάντα υποστηρίζαμε την ίδια ομάδα με τα αδέρφια μου. Για την ακρίβεια υποστηρίζαμε την ομάδα που έπαιζε ο πατέρας μου. Ήταν εύκολο και ευτυχώς κιόλας για τη μητέρα μου γιατί ήταν στο μόνο πράγμα που δεν είχαμε τσακωμούς στο σπίτι. Προτιμούσαν όλοι να βλέπουμε μπάλα (γέλια)».
- Ποιος πιστεύεις είναι ο καλύτερος;
«Εγώ βέβαια (γέλια). Δεν θα πω ποτέ κάποιον άλλον γιατί μετά θα με κοροϊδεύουν, οπότε θα πω εμένα. Πιστεύω ότι όλοι μας έχουμε διαφορετικά χαρακτηριστικά καθώς παίζουμε σε διαφορετικές θέσεις. Ο καθένας μας έχει τα δικά του ατού».
- Σου λείπουν τώρα που είστε μακριά;
«Είναι δύσκολο που είμαστε μακριά».
«Δεν ήθελα να είμαι απλά ο γιος του Σέρτζιο Κονσεϊσάο...»
- Πότε κατάλαβες ότι μπορείς να γίνεις ποδοσφαιριστής και πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν;
«Κοίτα, όταν επιστρέψαμε στην Πορτογαλία, τα αδέρφια μου ήταν 10-11 ετών και ήταν πιο εύκολο να βάλουν τις βάσεις για να ξεκινήσουν το ποδόσφαιρο. Εγώ ήμουν ήδη 16-17 ετών, μία ηλικία που είναι σημαντική για να γίνεις ποδοσφαιριστής. Κανείς δεν με ήξερε γιατί δεν είχα παίξει ξανά στην χώρα μου οπότε έπρεπε να δουλέψω και να ξεκινήσω σε διαφορετικό επίπεδο. Ξεκίνησα την καριέρα μου από τα χαμηλά και είμαι υπερήφανος γι' αυτό γιατί κανείς δεν μου έδωσε κάτι. Εγώ το κατάφερα. Δούλεψα πολύ, πάλεψα και προσπαθούσα να είμαι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στη θέση μου σε κάθε επίπεδο που βρέθηκα. Κάθε χρόνο θέλω να κάνω όλο και καλύτερους αριθμούς, να είμαι στην καλύτερη εντεκάδα και ο καλύτερος στη θέση μου».
- Είχες σκεφτεί να τα παρατήσεις;
«Θα σου πω. Ήμουν τόσο διψασμένος και πεινασμένος για να πετύχω στο ποδόσφαιρο με αυτό που κάνω και όχι για το όνομα μου. Στην Πορτογαλία ήξεραν στον πατέρα μου και είναι λογικό και το δεχόμουν επειδή είναι το είδωλο μου αλλά ο στόχος μου ήταν μην είμαι απλά ο γιος του Σέρτζιο Κονσεϊσάο αλλά ένας πολύ καλός ποδοσφαιριστής που θα τον επιλέξεις επειδή είναι πολύ καλός. Υπάρχουν κακές στιγμές. Όπως όταν ήμουν 19 ετών για παράδειγμα. Τη χρονιά πριν φύγω από το σπίτι ήμουν τραυματισμένος και δεν μπορούσα να παίξω. Ήταν πολύ δύσκολο για εμένα. Σκέφτεσαι διάφορα πράγματα όπως ότι δεν θα γίνεις επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, ότι δεν θα τα καταφέρεις. Έρχονται πολλές αρνητικές σκέψεις αλλά είναι οι στιγμές που πρέπει να είσαι πιο δυνατός. Στη ζωή μου δεν ήταν κάτι εύκολο οπότε αυτή ήταν ακόμα μία μάχη που πρέπει να δώσω και να κερδίσω, όπως και το έκανα. Μετά από αυτό επανήλθα 100% και έπειτα έπαιζα συνέχεια. Ακόμα και στον κορωνοϊό που είχα επίσης δυσκολίες, δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου να τα παρατήσω. Δεν υπήρξα ποτέ αδύναμος στη ζωή μου. Σε όλη μου τη ζωή στο ποδόσφαιρο, γιατί στην καθημερινότητα έχω μία φανταστική οικογένεια αλλά στο ποδόσφαιρο, πάντα είχα δυσκολίες. Πάντα πάλευα να αποδείξω ποιος είμαι και να εξελιχθώ. Ο κόσμος θα πει ότι είμαι ο γιος του Κονσεϊσάο και αυτός είναι ο λόγος που παίζω ποδόσφαιρο. Δεν είναι έτσι. Ξεκίνησα από πολύ χαμηλά, είχα πολλές δύσκολες στιγμές που ο κόσμος δεν τις ξέρει και νομίζει πως ο δρόμος ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα. Πάντα πάλευα όμως. Και όταν δουλεύεις συνέχεια, έρχεται η ανταμοιβή. Ποτέ δεν σκέφτηκα να τα παρατήσω. Αν το είχα κάνει, δεν θα κοιμόμουν τα βράδια (γέλια). Όπως λέει και μία παροιμία στην Πορτογαλία "να κάνεις πράγματα ώστε όταν θα πηγαίνεις για ύπνο, να κοιμάσαι καλά". Η ζωή και το ποδόσφαιρο μου έχει προσφέρει υπέροχα πράγματα».
- Ποιος σε βοήθησε σε όλο αυτό;
«Θεωρώ ο πιο σημαντικός σύμμαχος είναι ο εαυτός μας. Πρέπει να πιστεύεις στον εαυτό σου, να μην τα παρατάς ποτέ. Μπορεί να υπάρχουν ένα εκατομμύριο άνθρωποι που μπορεί να σου λένε "μπορείς" αλλά αν δεν το πιστεύεις, τότε δεν έχει καμία σημασία. Αυτό είναι το πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου. Πάντα πιστεύω στον εαυτό μου και στις δυνατότητες μου».
- Πάμε στην εποχή που ο πατέρας σου πήρε μεταγραφή για τον ΠΑΟΚ. Πόσο ετών ήσουν;
«Ήμουν 13 ετών τότε».
- Είχες αγωνιστείς στις ακαδημίες του ΠΑΟΚ;
«Έπαιξα για δύο χρόνια στις ακαδημίες του ΠΑΟΚ. Ήμουν αρκετά μικροσκοπικός (γέλια). Όταν είσαι μικρός δεν έχει τόσο σημασία που θα πας. Απλά να είσαι μαζί με την οικογένεια σου. Θυμάμαι τα πάντα σχεδόν από τη στιγμή που φτάσαμε. Ήταν απίστευτο. Είναι τεράστιο κλαμπ ο ΠΑΟΚ και όλοι γνωρίζουν την αγάπη που έχει ο πατέρας μου για τον ΠΑΟΚ. Τα δύο χρόνια που μείναμε στην Ελλάδα ήταν υπέροχα και το χαρήκαμε γιατί ήταν ο τελευταίος σταθμός της καριέρας του πατέρα μου και θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου».
«Δεν θα ξεχάσω την ατμόσφαιρα στην Τούμπα κόντρα στον Άρη, ήμουν ball boy σε εκείνο το ματς»
- Τι έκανε ξεχωριστό τον ΠΑΟΚ για εσένα;
«Το πάθος των οπαδών! Το αγάπησα αυτό. Η αγάπη για το κλαμπ από τους οπαδούς. Στην Κύπρο το ίδιο είναι μεταξύ οπαδών και ομάδων. Είχα πάει σε κάποιες χώρες πριν την Ελλάδα με τον πατέρα μου. Στην Ιταλία για παράδειγμα είναι εξίσου παθιασμένοι αλλά στην Ελλάδα είναι σε άλλο επίπεδο. Αναπνέουν για το ποδόσφαιρο και έχουν ως είδωλα τους ποδοσφαιριστές και το θυμάμαι με τον πατέρα μου. Τους έχουν σαν Θεούς».
- Ποιο παιχνίδι θυμάσαι πιο έντονα στην Τούμπα;
«Είχα πάει στην Τούμπα και ως οπαδός αλλά και ως ball boy. Το παιχνίδι που θυμάμαι πιο έντονα ήταν κόντρα στον Άρη. Ήμουν ball boy σε εκείνο το ματς. Ο ΠΑΟΚ είχε κερδίσει με 4-0 και πραγματικά η ατμόσφαιρα ήταν απίστευτη. Αδιανόητη».
- Γιατί δεν παρέμεινες στις ακαδημίες του ΠΑΟΚ μετά την αποχώρηση του πατέρα σου;
«Ήταν αδύνατο να μείνω. Όπου πήγα ήταν απλά επειδή ακολούθησα την οικογένεια μου. Όταν φύγαμε για το Βέλγιο, πήγα μαζί με τους γονείς μου και τα αδέρφια μου, όπως γινόταν και σε κάθε ομάδα. Ο λόγος ήταν επειδή εκείνη την περίοδο, δεν ήταν ο στόχος να γίνω ποδοσφαιριστής αλλά να μείνει η οικογένεια δεμένη. Αυτό ήταν το πιο σημαντικό. Για τους γονείς μου έπρεπε να μείνω συγκεντρωμένος στα μαθήματα μου και όχι στο ποδόσφαιρο».
- Έμαθες ελληνικά;
«Έμαθα αρκετές λέξεις. Οι περισσότερες είναι βρισιές βέβαια (γέλια). Στην Κύπρο μιλούν παντού ελληνικά οπότε έχω μάθει κάποια πράγματα. Τα πρώτα που έμαθα ήταν το "άσπρο-μαύρο" επειδή ήταν τα χρώματα του ΠΑΟΚ».
«Με τα αδέρφια μου προσπαθούσαμε συνέχεια να βάλουμε το γκολ που έβαλε πατέρας μου κόντρα στον Νικοπολίδη αλλά δεν γινόταν...»
- Πάμε στον πατέρα σου. Ποιο παιχνίδι από την καριέρα του θυμάσαι μέχρι και τώρα;
«Κάθε παιχνίδι που έπαιξε. Αλλά θα σου πω ένα συγκεκριμένο. Ήταν με την Εθνική Πορτογαλίας κόντρα στη Γερμανία στο EURO 2000. Δεν το θυμάμαι το παιχνίδι αλλά είχε σκοράρει τρία γκολ και η χώρα μας είχε κερδίσει 3-0. Ήταν το καλύτερο παιχνίδι της καριέρας του. Εγώ ήμουν στην εξέδρα αλλά δεν θυμάμαι το παιχνίδι. Το έχω δει από βίντεο το τέλειο χατ-τρικ γιατί σκόραρε με δεξί, αριστερό και κεφάλι. Δυστυχώς δεν το θυμάμαι λόγω ηλικίας. Όμως όπως σου είπα, νιώθω υπερήφανος για κάθε αγώνα του όπως και για τα αδέρφια μου».
- Ποια ήταν η συμβουλή που σου έδωσε και δεν θα ξεχάσεις ποτέ;
«Να μην τα παρατάω ποτέ και να δίνω τα πάντα στο γήπεδο. Αυτά τα δύο τα έχω πάντα στο μυαλό μου όσα χρόνια παίζω ποδόσφαιρο. Κάνω τα πάντα στο μάξιμουμ γιατί αν το κάνω, μετά το σκέφτομαι και το μετανιώνω. Ο πατέρας μου το είχε πει αυτό. Δεν έχει σημασία αν νικήσεις ή χάσεις αλλά όταν γυρνάς σπίτι να ξέρεις ότι έδωσες τα πάντα στο γήπεδο! Κι αυτό κρατάω!»
- Αν σου δινόταν η ευκαιρία, θα ήθελες να τον έχεις προπονητή;
«Δύσκολη ερώτηση φίλε (γέλια). Θα πω ναι, γιατί σαν προπονητής είναι εξαιρετικός. Ανεβάζει το επίπεδο των ποδοσφαιριστών και αυτό είναι πολύ καλό για εμένα γιατί θα μπορούσα να εξελιχθώ στα... χέρια του. Όταν παίζω, δίνω το 100% και θέλω να νικήσω, οπότε αν έχω τον πατέρα μου στον πάγκο, θα δώσω ακόμα περισσότερο για να παλέψω για εκείνον. Θα ήταν ωραίο αλλά δεν νομίζω να γίνει (γέλια). Ήταν προπονητής στους δύο αδερφούς μου. Ποτέ δεν ξέρεις αλλά δεν νομίζω να συμβεί».
- Θυμάσαι κάποια ιστορία μαζί του;
«Έχω μία αστεία κάπως. Ένα πράγμα που μετανιώνει ο πατέρας μου είναι πως δεν κέρδισε κανέναν τίτλο με τον ΠΑΟΚ. Ήθελε να κατακτήσει πολλούς τίτλους με την ομάδα και να σταματήσει και με αυτόν τον τρόπο την καριέρα του. Όταν έφτασε στην Ελλάδα, έχασε ένα πέναλτι κόντρα στον Νικοπολίδη του Ολυμπιακού και μετά ήταν ένα παιχνίδι κυπέλλου κόντρα στην ίδια ομάδα, σκόραρε ένα απίστευτο γκολ απέναντι στον ίδιο τερματοφύλακα. Μόλις γύρισε σπίτι, όλοι αρχίσαμε να γελάμε και του λέγαμε "έπρεπε να χάσεις ένα πέναλτι για να πετύχεις ένα τέτοιο γκολ;". Άρχισε να γελάει και μας είπε: "Αν βάλετε το ίδιο γκολ, τότε να έρθετε να μου μιλήσετε" (γέλια). Κανείς δεν το κατάφερε (γέλια). Το προσπαθούσαμε συνέχεια και δεν το πετύχαμε ποτέ. Είχαμε μία πολύ ωραία περίοδο στον ΠΑΟΚ γιατί μας άρεσε η Θεσσαλονίκη, όλοι γνώριζαν τον πατέρα μου και τον αγαπούσαν. Έπαιξε σε τόσες χώρες και πλέον δεν γίνεται να μην μιλήσει για τον ΠΑΟΚ. Δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του με άλλη ομάδα στην Ελλάδα».
- Πες μου και για τον μικρό σου αδερφό, τον Φρανσίσκο, ο οποίος αγωνίζεται στη Γιουβέντους. Φαινόταν από μικρός ότι θα κάνει τέτοια καριέρα;
«Όταν ήταν παιδί είχαμε δει όλοι ότι το ταλέντο του είναι διαφορετικό από κάθε παιδί που ήταν στην ηλικία του. Δούλεψε πάρα πολύ και σε συνδυασμό με το ταλέντο του πήρε τον σωστό δρόμο και τώρα είναι στο επίπεδο που βρίσκεται. Σκέψου ότι η διαφορά του φαινόταν και σε μικρά πράγματα. Όλοι είμαστε δεξιοπόδαροι και εκείνος ήταν ο μόνος αριστεροπόδαρος. Όλα ήταν διαφορετικά σε εκείνον (γέλια). Διαφορετικός με την καλή έννοια (γέλια)».
- Ήταν και εκείνος στις ακαδημίες μαζί σου;
«Ναι, ναι ήταν στις ακαδημίες του ΠΑΟΚ όπως και όλα τα αδέρφια μου. Ήμασταν αρκετά μικροί οπότε ο ΠΑΟΚ δεν μας κράτησε. Ο στόχος άλλωστε ήταν να είμαστε όλη η οικογένεια μαζί».
«Θα ήθελα να παίξω στην Ελλάδα και να ζήσω όλα αυτά που θυμάμαι από παιδί»
- Ποιος είναι ο απολογισμός σου από την σεζόν στην Ανόρθωση;
«Είμαι πολύ καλά, νιώθω χαρούμενος με όσα έχω πετύχει μέχρι στιγμής. Ήθελα να εξελιχθώ σαν ποδοσφαιριστής, να προσφέρω στην ομάδα και να πετύχω πράγματα. Η Ανόρθωση μπήκε σε μία νέα εποχή οπότε όλα είναι καινούργια. Θέλαμε να πάμε πιο μακριά στο κύπελλο αλλά αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Θεωρώ ότι έχουμε καλή ομάδα, καλούς ποδοσφαιριστές και ολοκληρώσαμε όσο καλύτερα γινόταν τη σεζόν».

- Θα ήθελες να παίξεις στην Ελλάδα;
«Θα ήθελα να παίξω στην Ελλάδα. Έμεινα εκεί όσο ήμουν παιδί και όλες οι αναμνήσεις που έχω με το πάθος των οπαδών, με κάνουν να θέλω να ζήσω κάτι παρόμοιο ως ποδοσφαιριστής. Δεν ξέρω πότε θα γίνει αλλά θα ήταν πολύ ωραίο να αγωνιστώ εκεί. Λατρεύω αυτή την πίεση, αυτό το πάθος που υπάρχει».
- Γιατί αποχώρησες από την Ανόρθωση;
«Αποχώρησα καθώς υπήρχε όρος στο συμβόλαιο μου για να αποχωρήσω ελεύθερος αν το θέλω τον Ιούνιο. Το ενεργοποίησα και τα έκανα όλα μετά από συζήτηση το κλαμπ. Η ομάδα το σεβάστηκε όπως σέβομαι και εγώ την Ανόρθωση σε μεγάλο βαθμό. Πήρα αυτή την απόφαση επειδή θα ήθελα μία νέα πρόκληση στην καριέρα μου. Δεν ξέρω που θα πάω. Τώρα είμαι διακοπές με την οικογένεια μου και προετοιμάζομαι ενόψει της νέας σεζόν. Έχω μόνο καλά να πω για την Ανόρθωση και την ευχαριστώ πάρα πολύ για όσα μου πρόσφερε. Πέρασα πολύ ωραία εκεί, είχα μία πολύ καλή σεζόν και τους ευχαριστώ όλους στο κλαμπ και εύχομαι τα καλύτερα».
- Κλείνοντας, θα ήθελα να σε ρωτήσω αν ο μικρός Σέρτζιο θα ήταν υπερήφανος για αυτά που έχει καταφέρει ο μεγάλος...
«Είμαι υπερήφανος αλλά θέλω ακόμα περισσότερα. Χαίρομαι με όσα έχω πετύχει αλλά θέλω να κατακτήσω και να παίξω σε ακόμα υψηλότερο επίπεδο. Θέλω την πίεση γιατί σε κάνει καλύτερο ποδοσφαιριστή και για αυτό την αναζητώ σε κάθε πρόκληση της καριέρας μου».