Κώστας Λάμπρου στο Gazzetta: «Hμουν ο «κύριος Σουβλάκης» κι έφτασα να πάρω νταμπλ με τον Αγιαξ και να παίξω με Τεν Χαγκ και Σλοτ»
«Όταν ήμουν έφηβος είχα συνεχώς τραυματισμούς και γi’ αυτό με απέρριπταν όλοι. Οι γονείς μου μία μέρα μου είπαν ότι αν θέλω και δεν μπορώ άλλο, να γυρίσουμε στην Ελλάδα. Εγώ καθόμουν στο παράθυρο και τους είπα: "δεν πρόκειται να φύγω από εδώ αν παίξω στο υψηλότερο επίπεδο". Δεν σκέφτηκα ούτε μία στιγμή να τα παρατήσω».
Το να αποφασίζεις σε τόσο νεαρή ηλικία να αφήσεις το σπίτι, τους φίλους και τη χώρα σου για να πας σε μία άλλη πόλη για να κυνηγήσεις το όνειρο του, προϋποθέτει πολλές δυσκολίες. Για τον Κώστα Λάμπρου, αυτές έγιναν ακόμα περισσότερες όταν αντιμετώπισες προβλήματα τραυματισμού και ένιωσε αρκετές φορές την απόρριψη πριν βρει την... Ιθάκη του.
Το πείσμα και η τρέλα για το ποδόσφαιρο ήταν αρκετή για να καταφέρει να καθιερωθεί και να γίνει επαγγελματίας στην Ολλανδία, φτάνοντας μέχρι τη Φέγενορντ αλλά και τον Άγιαξ. «Υπομονή και επιμονή» έλεγε ο πατέρας του. Η συμβουλή που τον άφησε για μισή ζωή στη χώρα της τουλίπας.
Ο 33χρονος πορτιέρε, μέλος πλέον της Μπρέντα, μίλησε στο Gazzetta και άνοιξε την καρδιά του για τα όσα έχει ζήσει στην πορεία του στα ολλανδικά γήπεδα, τις ιστορίες πίσω από τα γάντια αλλά και το ελληνικό ποδόσφαιρο.
«Πέρασα δύσκολα με τραυματισμούς όταν ήμουν μικρός, είχα δοκιμαστεί στην Τσέλσι στα 13 μου»
- Θέλω για αρχή να «συστήσεις» στον κόσμο τον μικρό Κώστα και πώς ξεκίνησε το ποδόσφαιρο...
«Λοιπόν, μέναμε στο Αλιβέρι, από τη Β' δημοτικού, η μοναδική ακαδημία στην Εύβοια ήταν του Σούλη Παπάς. Με είχε ρωτήσει ο μπαμπάς μου αν θα ήθελα να με γράψει ποδόσφαιρο και κάπως έτσι ξεκίνησα. Ο μπαμπάς έπαιζε ποδόσφαιρο όποτε είχα τα ερεθίσματα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά από την πρώτη στιγμή ήθελα να γίνω τερματοφύλακας. Δεν έπαιξα ποτέ σε άλλη θέση, είχα κολλήσει με αυτή τη θέση. Άλλα παιδάκια έλεγαν πως θέλουν να βάζουν γκολ, εγώ ήθελα να κάνω μόνο βουτιές. Είχα κόλλημα σου λέω.
Έτσι ξεκίνησα στη Χαλκίδα, πηγαινοερχόμουν με τον πατέρα μου πέντε με έξι φορές την εβδομάδα. Άλλες φορές, όταν δούλευε, αναγκαστικά πήγαινα με το ΚΤΕΛ. Μου έδινε η μαμά μου το κινητό της και πήγαινα μία ώρα για να κάνω προπόνηση. Ήμουν τρίτη δημοτικού σκέψου και μετά στο γύρνα με έπαιρνε ο πατέρας μου. Άλλες εποχές τότε βέβαια. Τώρα δεν γίνονται αυτά καταλαβαίνεις».
- Ποιον είχες ως είδωλο;
«Από Έλληνες μου άρεσε πολύ ο Ελευθερόπουλος, μετά ο Νικοπολίδης και γενικά, επειδή έχει να κάνει και με το ύψος μου μεγαλώνοντας, κοιτούσα περισσότερο Κασίγιας, Περούτσι, Μπουφόν».
- Υπάρχει κάποια συμβουλή που θυμάσαι ακόμα;
«Αρχικά, οι γονείς μου δεν με πίεσαν ποτέ. Αυτό ήταν το θετικό. Ήθελα πολύ να παίζω ποδόσφαιρο. Ήμουν 10-11 ετών και πήγαινα και έπαιζα σε 5Χ5 σε τουρνουά με εταιρίες και τέτοια. Μία συμβουλή που θυμάμαι μέχρι σήμερα είναι αυτή του πατέρα μου που πάντα μου έλεγε: «να έχεις υπομονή και επιμονή, αυτός που δουλεύει αργά ή γρήγορα ανταμείβεται».
- Ο Άγιαξ πώς προέκυψε;
«Παίζαμε με την ακαδημία που ήμουν πανελλήνιο στο 5Χ5 και είχαμε βγει πρωταθλητές δύο φορές. Και θυμάμαι είχαμε παίξει με τον Παναθηναϊκό, είχαμε κερδίσει και ο προπονητής του Παναθηναϊκού είχε πει: "αν είχαμε τέτοιο τερματοφύλακα, θα το είχαμε πάρει εμείς". Είναι πράγματα που μου είχαν πει οι γονείς και οι προπονητές μου. Κάποια στιγμή πήγαμε σε ένα τουρνουά και ο προπονητής που ήταν στη Μικτή, πήγε στον Ατρόμητο και με πήγε εκεί.
Ο Ατρόμητος συμμετείχε σε μία διοργάνωση στη Ριζούπολη με άλλες μεγάλες ομάδες όπως η Λεβερκούζεν, Πάρμα, Άγιαξ. Εκεί με είδε πρώτη φορά ο Άγιαξ. Μετά το δεύτερο τουρνουά, φτιάχτηκε μία ομάδα που λεγόταν "Ελπίδα" με ταλέντα από όλη την Ελλάδα και παίζαμε με ευρωπαϊκές ομάδες. Ήρθε η δεύτερη επαφή με τον Άγιαξ, με κάλεσαν να πάω στην Ολλανδία να με τεστάρουν, πήγα κανονικά, γύρισα στην Ελλάδα και όταν έγινε ξανά τουρνουά στη Βάρη.
Παίξαμε με την Ίντερ αρχικά και μόλις με είδε ένας μάνατζερ, με κάλεσε για προπόνηση στις ακαδημίες της Τσέλσι. Ήταν το καλοκαίρι του 2004, όταν πήρε η Ελλάδα το ευρωπαϊκό. Ο Μουρίνιο ήταν προπονητής εκεί και βγάλαμε και φωτογραφία μαζί. Πέρασα τα τεστ, μου ζήτησαν να κάτσω παραπάνω, είχαμε πάει με τον πατέρα μου και τον μάνατζερ.
Ήμουν 12 χρονών τότε και μέναμε στο Stamford Bridge στην αρχή, μετά για να συνεχίσω τα τεστ, μας πήγαν σε ένα άλλο ξενοδοχείο που ήταν τραγικό. Ήμουν και εγώ μικρός τότε και δεν ήθελα να κάτσω. Τώρα που το σκέφτομαι μ@@@@κιες βέβαια γιατί τι είναι να κάτσεις τρία βράδια; Αλλά τότε ήταν πολύ… κάπως.
Στην Ολλανδία, τη δεύτερη φορά που πήγα, έμεινα με τους γονείς του Ράιτζιγκερ. Ήθελε ο Άγιαξ να τεστάρει συμπεριφορές εκτός γηπέδου ουσιαστικά. Το 2005 αποφασίσαμε να μετακομίσουμε στην Ολλανδία. Πίστευαν σε εμένα, ήμουν 13-14 ετών και αποφάσισα να πάω με τη μητέρα μου. Ο πατέρας μου δούλευε στην Ελλάδα και ο αδερφός μου σπούδαζε στην Κομοτηνή (γέλια). Μόλις μπήκα στην ακαδημία του Άγιαξ άλλαξαν όλα για εμένα».
- Τι εννοείς; Προς το καλύτερο;
«Στην αρχή οι εφημερίδες έγραφαν για ένα ταλέντο από την Ελλάδα που πήγε στην Ολλανδία αλλά μετά από λίγους μήνες, στον Άγιαξ μου είπαν: "είσαι πολύ καλός αλλά από τα τεστ που κάνουμε, βλέπουμε ότι σαν τερματοφύλακας δεν θα βγεις πολύ ψηλός". Και ήθελαν να μην συνεχίσουμε την συνεργασία. Θέλαμε να τελειώσουμε τη σεζόν για να πάω αλλού. Τελικά πήγα σε μία ερασιτεχνική ομάδα όπου έκλεισα τη χρονιά. Σε ένα παιχνίδι τραυματίζομαι σοβαρά γιατί έπεσα στο έδαφος με λυγισμένο το γόνατο και έπαθα μερική ρήξη πρόσθιου χιαστού. Ευτυχώς με ανέλαβε ο Άγιαξ για να κάνω την αποθεραπεία μου. Είχα νέο τραυματισμό αργότερα με κάταγμα στο δάκτυλο και δεν μπορούσα να παίξω για δύο μήνες. Μετά από όλα αυτά, πήγα για δοκιμαστικά στην Άντερλεχτ, η οποία δεν ήθελε να πληρώσει για να μείνουν και οι γονείς μου, οπότε έφυγα. Πήγα στην Σπάρτα Ρότερνταμ, κάνω προπόνηση, πάω πολύ καλά αλλά στη δεύτερη προπόνηση ένιωσα ενόχληση στον χιαστό και απορρίπτομαι».
- Είχες σκεφτεί να σταματήσεις;
«Δεν σκέφτηκα ούτε μία φορά να σταματήσω το ποδόσφαιρο».
«Ο Ρόι ΜακΚάι ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είδα όταν μπήκα στα αποδυτήρια της ανδρικής ομάδας»
- Γενικά είχες δυσκολίες προσαρμογής;
«Δεν ήταν εύκολο. Χρειάστηκε να ενηλικιωθώ πιο γρήγορα από τα γεγονότα. Είσαι μία ξένη χώρα με τη μητέρα σου, κανείς από τους δύο δεν μιλάει πολύ καλά αγγλικά και τον πρώτο χρόνο χρειάστηκε να πάω σε διεθνή σχολείο για να μάθω. Στην αρχή, έπαιρνα τηλέφωνο τον πατέρα μου, τον ρωτούσα να μου εξηγήσει στα ελληνικά πως ανοίγεις λογαριασμό στην τράπεζα, μου τα έλεγε, πήγαινα στο google translate σε έναν υπολογιστή, μετάφραση και πήγαινα με τη μητέρα μου στην τράπεζα. Λίγο έτσι, λίγο αλλιώς, βγάζαμε τη δουλειά. Ωριμάζεις με όλα αυτά που ζεις. Δεν έχεις εφηβικά χρόνια αλλά έτσι πρέπει».
- Και τελικά πώς βρέθηκες στη Φέγενορντ;
«Έχει φτάσει τέλος Μαΐου, δεν έχουμε βρει τίποτα. Τελικά, μιλήσαμε με τον Ράιτζιγκερ μήπως μας βρει κάτι ο ατζέντης του. Εκείνος ήρθε να με δει και λίγο πριν κλείσουν στα ρόστερ, ήθελαν έναν τερματοφύλακα στην Κ17 της Φέγενορντ. Πάω δύο μέρες, έκανα δοκιμαστικά, τους άρεσα και δέχθηκαν να μας πληρώνουν διαμέρισμα για να μένω με τη μητέρα μου».
- Πότε υπέγραψες το πρώτο σου επαγγελματικό συμβόλαιο;
«Στα 16 μου, μού έδωσαν το πρώτο μου επαγγελματικό συμβόλαιο. Για 2,5+2 χρόνια ήταν η συμφωνία και από εκεί και πέρα πήγαιναν όλο και καλύτερα τα πράγματα. Ξεκίνησα με την Κ19 και το καλοκαίρι με πήγαν στην προετοιμασία με την πρώτη ομάδα επειδή ο πρώτος τερματοφύλακας ήταν τραυματίας. Ήταν πολύ γρήγορο και για εμένα ήταν πολύ ωραία στιγμή γιατί πήρα μία ανταμοιβή για τα όσα είχα περάσει. Σκέψου ότι πριν μετακομίσω στο Ρότερνταμ, οι γονείς μου με είχαν ρωτήσει αν κουράστηκα και αν θέλω να γυρίσουμε στην Ελλάδα. Και εγώ τους είπα, κοιτώντας έξω από το παράθυρο: "δεν θα γυρίσω στην Ελλάδα. Θα γυρίσω μόνο αν έχω παίξει στο υψηλότερο επίπεδο στην Ολλανδία". Το είχα βάλει σκοπό. Και μόλις πήγα στην πρώτη ομάδα της Φέγενορντ έμεινα με το στόμα... ανοιχτό».
- Πώς έμαθες ότι θα είσαι με την πρώτη ομάδα;
«Είχα πάει διακοπές, με πήραν τηλέφωνο για να μου το πουν ότι θα πάω προετοιμασία και θυμάμαι που μπαίνω στα αποδυτήρια και ο πρώτος παίκτης που βλέπω μπροστά μου, ήταν ο Ρόι Μακάι που είχε επιστρέψει στη Φέγενορντ. Είναι απίστευτο στα 16 με 17 σου να κάνεις προπόνηση με τέτοια άτομα και τέτοιους παίκτες.
Σκέψου έχει τύχει να πετύχω τον Ρόι Μακάι στο αεροδρόμιο και κάτσαμε να πιούμε ένα καφέ μαζί και μιλάγαμε για τα παλιά, για τις ιστορίες μας. Είναι κάτι πολύ ωραίο. Και από εκεί και πέρα έπαιζα με την δεύτερη ομάδα, με την Κ19 ή όσοι δεν έπαιζαν από την αποστολή των ανδρών, έπαιζαν στη δεύτερη ομάδα που είχε ματς τις Δευτέρες».
- Θυμάσαι κάποια ιστορία από τα πρώτα σου επαγγελματικά βήματα;
«Μου έχει μείνει χαρακτηριστικά μία στιγμή στη Φέγενορντ. Θυμάμαι ότι ήταν Τρίτη και ήμουν στο σχολείο. Την ώρα του μαθήματος χτύπησε το τηλέφωνο μου και το βγάζω κρυφά κάτω από το θρανίο και είδα ότι είναι ο προπονητής τερματοφυλάκων της πρώτης ομάδας. Λέω στη δασκάλα να βγω έξω για να μιλήσω στο τηλέφωνο. Ο προπονητής μου είπε: "Μπορείς να έρθεις για προπόνηση με την πρώτη ομάδα τώρα; Επειδή ο πρώτος τερματοφύλακας έχει ένα τραυματισμό και την Πέμπτη έχουμε να παίξουμε UEFA Cup στη Σουηδία με την Κάλμαρ". Τι να σου πω τώρα; (γέλια). Ξεκινάω να τρέχω. Έπρεπε να αλλάξω δύο μετρό, πήρα τη μητέρα μου να μου ετοιμάσει την τσάντα για να βρεθούμε στο κέντρο ώστε να μην χάσω χρόνο. Βρισκόμαστε, μου φέρνει την τσάντα, πάω στην προπόνηση και μετά την προπόνηση βγήκε η αποστολή. Μετά το μεσημεριανό έρχεται ο κόουτς και λέει την αποστολή. Είχαν μέσα τους δύο πρώτους τερματοφύλακες και θα έπαιρνε και εμένα γιατί ο πρώτος, ο Τίμερ, δεν ήταν έτοιμος. Και τότε λέει ο Μακάι: "Γιατί να πάρεις τον Τίμερ που είναι τραυματίας; Ο Σουβλάκης πήγε πολύ καλά στην προπόνηση γιατί να μην τον πάρεις μαζί στην αποστολή;" Δεν με έλεγε Κώστα, με έλεγε «ο Σουβλάκης» (γέλια). Δεν ξέρω πόσο επηρέασε αυτό την απόφαση του προπονητή αλλά έτσι έγινε. Πήγαμε δύο τερματοφύλακες αποστολή και ήταν η πρώτη μου φορά σε επίσημο ματς. Ήμουν 17 ετών τότε και μου έχει μείνει αυτό. Ήμουν στο δωμάτιο με τον Φαν Ντάικ που ήταν 41 χρονών. Εγώ 17 και εκείνος 41 (γέλια)».
«Η ιστορία με τον Κούμαν, ο Σαμαράς στην Εθνική και η ματσάρα κόντρα στη Φέγενορντ»
- Πες μου για τον Ρόναλντ Κούμαν...
«Εγώ τον συμπαθούσα πολύ γιατί έχει εμφανισιακά αυτό το ολλανδικό, το σκληρό αλλά είναι ωραίος τύπος. Είναι περισσότερο μάνατζερ από προπονητής αλλά είχε μία απίστευτη προσωπικότητα. Έμπαινε στα αποδυτήρια και δεν μιλούσε κανένας από σεβασμό. Μας έλεγε ότι μπορούμε να μιλάμε (γέλια). Ήταν εργασιομανής. Θα σου πω και μία ιστορία μαζί του.
Με πονούσε για αρκετό διάστημα ο καρπός. Και μου έχουν βγάλει να πάω για κάτι εξετάσεις να δούμε τι είναι. Είναι την περίοδο με τις εθνικές και είχα ρεπό Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή. Έτσι βγάζω εισιτήρια να έρθω Ελλάδα Πέμπτη απόγευμα αλλά είχα τις εξετάσεις. Μου είπαν ότι ο γιατρός έκλεισε το ραντεβού, οπότε έπρεπε να συνεννοηθώ με τον κόουτς.
Μπαίνω λοιπόν μέσα στο γραφείο του, εκείνος ήταν όρθιος πίσω από την καρέκλα του, με κοιτάει με το βλέμμα και μου λέει: "κάποιες φορές πρέπει να κάνουμε θυσίες για το ποδόσφαιρο, χαλάμε τα Σαββατοκύριακα μας αλλά πρέπει να πας για εξετάσεις". Και την ώρα που πάω να φύγω, σηκώνει το κεφάλι και με λοξό ύφος και λέει: "Πας καλά; Δεν πρόκειται να χαλάσεις το Σαββατοκύριακο σου για να πας για εξετάσεις, θα τις βγάλεις τη Δευτέρα, να πας στην οικογένεια σου". Είχε κατανόηση και προσιτός σαν άνθρωπος».
- Είχες αγωνιστεί και στην Εθνική Ελπίδων. Είχες ξεχωρίσει κάποιον ποδοσφαιριστή ως ταλέντο;
«Αυτός που ξεχώριζε ήταν ο Κυριάκος Παπαδόπουλος. Θυμάμαι ότι είχα κάνει παίξει κόντρα στην Αγγλία που είχε Στέρλινγκ τότε και άλλα αστέρια. Εμείς είχαμε ομάδα γεμάτη ταλέντο. Ο Νίνης, ο Σιόβας, ο Κουτσιανικούλης, ο Παπαδόπουλος, ο Φορτούνης. Δυνατά ονόματα που έκαναν γεμάτη καριέρα. Ειδικά ο Κυριάκος όμως, πήγαινε τρένο και αν δεν είχε τραυματισμούς, θα πήγαινε ακόμα ψηλότερα».
- Υπήρξε και μία κλήση με την Αντρών...
«Είχα μία κλήση και μοναδική κλήση το 2012. Ήταν ο Καρνέζης, ο Καραγκούνης, ο Κατσουράνης, ο Σάντος ως προπονητής. Θυμάμαι που ήμουν στο αεροπλάνο πριν πάω και έρχεται μία αεροσυνοδός και μου λέει ότι είναι ένας συμπαίκτης μου μπροστά. Και αναρωτιόμουν ποιος μπορεί να είναι… Και ήταν ο Γιώργος Σαμαράς που πετούσε από την Σκωτία, ήταν στη Σέλτικ τότε. Με κάλεσε να κάτσω μαζί του, να μιλήσουμε παρότι δεν είχα υπάρξει στην αντρών. Είχε παίξει και στην Ολλανδία, οπότε μιλήσαμε και για τις εμπειρίες του».
- Τι θυμάσαι από εκείνη την κλήση;
«Ήταν προκριματικά του Μουντιάλ. Ήμασταν στο ξενοδοχείο και καθόμουν στο δωμάτιο. Και μου στέλνει ο Σαμαράς μήνυμα: "μικρέ, είμαι στο δωμάτιο με τα παιδιά, έλα να κάτσεις μαζί μας". Και πήγα και τα παιδιά με... αγκάλιασαν. Να τους γνωρίσεις καλύτερα. Ήταν εξαιρετικά παιδιά, υπήρχε τρομερό κλίμα και είναι από τις στιγμές που θυμάσαι».
- Σε είχε απογοητεύσει όταν αποφασίστηκε να φύγεις από τη Φέγενορντ για τη Βίλεμ; Ως ένα βήμα πίσω;
«Όχι, ίσα-ίσα το έβλεπα ως ένα βήμα για να δείξω την αξία μου και να πάρω παιχνίδια. Μάλιστα, θα σου πω και μία ιστορία με τη Φέγενορντ που μου είχαν πει άνθρωποι της ομάδας. Στο πρώτο παιχνίδι που έπαιξα ως αντίπαλος της Φέγενορντ, μου είπαν ότι είχαν δώσει βάρος στα στημένα και στις σέντρες επειδή ήμουν κοντός και δεν θα μπορούσα στο ψηλό παιχνίδι. Και παίζουμε εκείνο το παιχνίδι και πραγματικά δεν πρέπει να έχασα ούτε μία έξοδο! Ήμουν στην καλύτερη εντεκάδα της εβδομάδας σκέψου. Είχε ένα παίκτη η Φέγενορντ που ήταν 1,90, κάνω έξοδο και ήταν το κεφάλι του στο γοφό μου. Είχαμε κερδίσει στην έδρα της με 2-1 και γράψαμε ιστορία με τη Βίλεμ. Με τον Άγιαξ φάγαμε γκολ στα 28" και έλεγα πόσα θα μαζέψω (γέλια). Και τελικά το γυρίσαμε. Ήταν απίστευτο εκείνο το βράδυ»
- Συναίσθημα να κερδίζεις σε τέτοιες έδρες;
«Σου δίνει δύναμη μία τέτοια νίκη, ειδικά όταν παίζουν μεγάλα ονόματα στον αντίπαλο. Παίρνεις αυτοπεποίθηση γιατί σκέφτεσαι ότι αφού μπορείς να νικήσεις τέτοια ονόματα, τότε μπορείς να το κάνεις με όλους».
- Με τη Βίλεμ έκανες φουλ χρονιές και μετά έρχεται ξανά ο Άγιαξ. Πώς συνέβη η επαφή;
«Έκανα φουλ σεζόν σε αυτά τα τρία χρόνια. Η Βίλεμ ήθελε να με ανανεώσει αλλά ο προπονητής τερματοφυλάκων που με είχε παλιά, πήγε στον Άγιαξ. Με πήρε τηλέφωνο γιατί είχαν πρόβλημα στη συγκεκριμένη θέση και είπε πως με θέλουν. Δεν γίνεται να πεις όχι στον Άγιαξ. Έτσι αποφάσισα να πάω. Ήταν ο Ονάνα εκεί, ο οποίος στο ντεμπούτο του, είχε χάσει από εμάς όταν ήμουν στη Βίλεμ. Για αυτό τον λόγο όταν συναντηθήκαμε στον Άγιαξ, γελάγαμε για εκείνο το παιχνίδι.
Ξεκίνησα ως τρίτος, ο δεύτερος τερματοφύλακας είχε κάποιους τραυματισμούς, έπαιξα μερικά ματς την πρώτη σεζόν, με ανανέωσαν για ακόμα ένα χρόνο, έπαιξα και άλλα ματς. Ήταν καταπληκτική η δεύτερη σεζόν στον Άγιαξ, τότε που κάναμε την πορεία στο Champions League. Είχαμε φοβερή ομάδα, είχαμε αποκλείσει τη Γιουβέντους του Ρονάλντο, τη Ρεάλ Μαδρίτης... είχαμε τον Ονάνα, τον Ντε Λιχτ, τον Νέρες, τον Φαν ντε Μπεκ, τον Ντε Γιονγκ. Είχαμε πολύ ωραία ομάδα και με προπονητή τον Ντε Χαγκ».
«Μετέφραζα την εντεκάδα της ΑΕΚ όταν παίξαμε με τον Άγιαξ, ήταν όνειρο που πάτησα στο Μπερναμπέου»
- Πώς ήταν η εμπειρία κόντρα στην ΑΕΚ;
«Ήταν πολύ ωραία εμπειρία. Θυμάμαι που με είχαν βάλει να μεταφράσω εντεκάδα από την ελληνική εφημερίδα για το πώς θα ξεκινήσει η ΑΕΚ. Ήταν σαν να γυρίζεις σπίτι σου στην Ελλάδα. Είχαν έρθει να με δουν φίλοι, οικογένεια και ήταν ιδιαίτερο που ήμουν εναντίον ελληνικής ομάδας ακόμα και αν δεν αγωνίστηκα».
- Ποιο ήταν το μυστικό για την τρελή πορεία στο Champions League;
«Είχαν φοβερό κλίμα. Το σύστημα του Τεν Χάγκ βγήκε με άριστο τρόπο. Ήταν όλοι επαγγελματίες, έκαναν σωστή ζωή έξω από το γήπεδο. Κάθε ματς που περνούσε και έπαιρναν πρόκριση, έλεγες: "Γιατί όχι να μην περάσουμε και το επόμενο;". Και το πίστευες όλο και περισσότερο. Ήμασταν οικογένεια. Μετά από παιχνίδια βγαίναμε για φαγητό, για καφέ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Ντε Λιχτ, που ήταν μόνο 18 ετών και πριν το παιχνίδι με τη Γιουβέντους, είπε στα αποδυτήρια: "Πάμε και να χαρούμε το παιχνίδι και πιστέψτε με ότι αν το ευχαριστηθούμε, μπορούμε να πάρουμε δυνατό αποτέλεσμα σε αυτή την έδρα". Ήταν πολύ όμορφο το μήνυμα που έδωσε και ας ήταν 18 ετών».
- Τι θα θυμάσαι για πάντα από εκείνο το ταξίδι;
«Δεν θα ξεχάσω όταν έγινε η κλήρωση. Το όνειρο που έχεις ως παιδί να πατήσεις στο χορτάρι του Σαντιάγκο Μπερναμπέου. Είχα πάρει τον πατέρα μου τηλέφωνο και του έλεγα ότι ακόμα και που δεν έπαιζα, θα πατούσα το χορτάρι με το σήμα του Άγιαξ. Ήταν ξεχωριστή στιγμή για εμένα πραγματικά. Δεν το πίστευα. Ήταν καθηλωτικό γήπεδο. Επιβλητικό! Χάνεσαι.»
- Ποιον είδες από κοντά και ήταν σαν όνειρο;
«Το είχα με τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Όταν τον είδα στη φυσούνα πριν βγουν στον αγωνιστικό χώρο και πέρασα από δίπλα του. Τον Σέρχιο Ράμος επίσης αλλά και τον Νόιερ με την Μπάγερν Μονάχου. Θυμάμαι όταν αποκλείσαμε τη Γιουβέντους, ήρθε ο Σέζνι στο πούλμαν μας, ανέβηκε και μας έδωσε συγχαρητήρια για τη νίκη και την πρόκριση».
- Άγιαξ - Φέγενορντ. Σύστησε μας αυτό το ντέρμπι...
«Αισθάνεσαι ότι έρχεται το τοπ παιχνίδι της χρονιάς. Της Φέγενορντ είναι πιο φανατικοί από αυτούς του Άγιαξ. Στην τελευταία προπόνηση πριν το ντέρμπι μπορεί να έρθουν 2.000 οπαδοί για να στηρίξουν, όταν είσαι στο πούλμαν και πας για το γήπεδο, αισθάνεσαι ότι η πόλη ζει για αυτό το ντέρμπι, έχει τον παλμό. Το μίσος στο λεωφορείο από τους αντίπαλους οπαδούς φαίνεται».
- Με τον Τεν Χάγκ τι σχέση είχες;
«Ήταν απόμακρος στην επαφή. Δεν ήταν δυνατός στην επικοινωνία αλλά όταν είσαι face to face μαζί του, μπορούσες να μιλήσεις. Νιώθεις άνετα και νιώθεις ότι μπορεί να σε βοηθήσει. Στην Ολλανδία λένε πάντα: "προτού ρωτήσεις, το «όχι» είναι δεδομένο αλλά το «ναι» μπορείς να το κερδίσεις". Δηλαδή αν δεν ρωτήσεις, το όχι είναι δεδομένο ενώ αν ρωτήσεις, μπορεί και να σου πει και ναι. Αποκτάς την νοοτροπία στην Ολλανδία. Μεγάλη προσωπικότητα ο Τεν Χαγκ».
- Τι θυμάσαι από το πρωτάθλημα με τον Άγιαξ;
«Ήταν μαγικό. Έγινε και η φιέστα στην πλατεία και είχαμε πάνω από 100-150 χιλιάδες κόσμο γιατί είχαμε κάνει και το νταμπλ. Ήταν μαγική στιγμή αλήθεια. Είχα παίξει μερικά παιχνίδια κιόλας, οπότε υπήρχε συμμετοχή στις δύο κατακτήσεις και το χάρηκα πάρα πολύ. Χαρακτηριστικά θυμάμαι τους πανηγυρισμούς στο γήπεδο, τις φωτογραφίες που βγάλαμε, τα συναισθήματα μας... θα μείνουν αξέχαστα στο μυαλό μου. Έχω και μία φωτογραφία που κρατάω και τα δύο κύπελλα».
«Ο Σλοτ με ζήτησε στη Φέγενορντ, αυτές τις αποκρούσεις δεν θα ξεχάσω»
- Τι ακολούθησε μετά;
«Μετά πήγα στη Φίτεσε αλλά θεωρώ πως δεν ήταν πολύ καλή επιλογή. Ήταν ο Πάσβιρ εκεί και ενώ δεν ήταν πολύ καλά λόγω των τραυματισμών, ο τύπος έκανε απίστευτη σεζόν. Έπιανε τα πάντα, δουλευταράς... δεν γινόταν να πεις κάτι. Τότε αρχίζεις να αναθεωρείς λίγο γιατί δεν έχεις παιχνίδια στα τρία χρόνια και θεωρείς ότι πρέπει να κάνεις ένα βήμα πίσω για να πας μπροστά. Έτσι αποφάσισα να πάω στη Βααλβάϊκ. Σωθήκαμε και μετά πήγα στην Τσβόλε γιατί είχα καλή πρόταση αλλά το καλοκαίρι που πήγα έφυγαν 14 παίκτες, οπότε καταλαβαίνεις... Πέσαμε κατηγορία και παρότι είχα αποφασίσει να μείνω, ήρθε η πρόταση από τη Βίλεμ. Επειδή είχα την αγάπη για την ομάδα, αποφάσισα να πάω που ήταν στη δεύτερη κατηγορία. Δεν εξελίχθηκαν ούτε εκεί τα πράγματα όπως θα ήθελα, δεν είχα σταθερή θέση. Και έτσι έφυγα από εκεί».
- Και η Φέγενορντ πώς εμφανίστηκε;
«Από το πουθενά, χωρίς να έχω έρθει σε επαφή με κανέναν, ήρθε ένας συμπαίκτης μου στην ομάδα και με ρώτησε αν ισχύει για τη Φέγενορντ (γέλια). Εγώ δεν ήξερα τίποτα, τους έλεγα: "τι λέτε ρε παιδιά; Δεν υπάρχει κάτι". Φαντάσου νόμιζα ότι έλεγαν για τη Ρόντα επειδή είχαμε μιλήσει πιο πριν. Φεύγω από την προπόνηση, πήγα σπίτι, την άλλη μέρα είχαμε ρεπό και το βράδυ με πήρε ένας γνωστός μου και μου ανέφερε τη Φέγενορντ. Μου είπε: "δεν είναι σίγουρο αλλά έχω τηλέφωνο από τον Άρνε Σλοτ για να μάθει πληροφορίες για σένα γιατί ενδιαφέρεται". Και την άλλη μέρα, πήγα για προπόνηση και μετά όταν γύρισα σπίτι, με πήρε ο Σλοτ και μου είπε πως έχει ακούσει τα καλύτερα για εμένα, ότι ξέρει την ποιότητα μου με την μπάλα στα πόδια και ότι θέλει έναν έμπειρο για τρίτη λύση στους τερματοφύλακες. Ήταν Κυριακή και Τετάρτη-Πέμπτη είχα κλείσει και πήγα να υπογράψω στη Φέγενορντ».
- Πες μου λίγα λόγια για τον Άρνε Σλοτ...
«Προπονητάρα ο Άρνε Σλοτ, πολύ ωραίος τύπος, δεν ένιωθες ότι δεν υπολογίζεσαι. Υπήρχε πρόγραμμα στις προπονήσεις, στο γυμναστήριο, οι αποφάσεις που έπαιρνε, πάντα με καλούσε στο γραφείο να με ενημερώσει. Επικοινωνιακός άνθρωπος και εξαιρετικός στη δουλειά του και είχε πολύ καλή ομάδα».
- Και από εκεί γιατί έφυγες;
«Το καλοκαίρι είχα ένα κάταγμα στον καρπό και δεν ήθελαν να με ανανεώσουν για να μπει ένας πιο νεαρός σε ηλικία. Ωστόσο ήρθε πρόταση για τον Μπάιλο από τη Σάουθαμπτον και με υπολόγιζαν. Τελικά χάλασε η μεταγραφή του και πήγαν όλα πίσω. Είχα προτάσεις από Β' Εθνική στην Ολλανδία αλλά δεν ήθελα επειδή είχα κακή εμπειρία στη δεύτερη θητεία με τη Βίλεμ και έμεινα ελεύθερος μέχρι τον Γενάρη. Η Μπρέντα με ήθελε το καλοκαίρι και τελικά με πήρε τώρα για να μπω σε ρυθμό και να κάνω προπονήσεις. Εύχομαι να αγωνιστώ μέχρι το τέλος της σεζόν και το καλοκαίρι βλέπουμε. Η ομάδα είπε ότι αν είναι ευχαριστημένη και μείνουμε στην πρώτη κατηγορία, ίσως ανανεώσουμε αλλά δεν είναι σίγουρο».
- Μέχρι τώρα στην καριέρα σου, ποιες αποκρούσεις και κόντρα σε ποιους σου έχουν μείνει στο μυαλό;
«Έχω αποκρούσει ένα πολύ δύσκολο φάουλ του Τάντιτς. Μετά είναι ένα παιχνίδι με την PSV, ο Ντεπάι κάνει σέντρα από τα αριστερά, εγώ είμαι στο πρώτο δοκάρι και η μπάλα πάει στο δεύτερο όπου ο Βαϊνάλντουμ καρφώνει με κεφαλιά ουσιαστικά σε κενή εστία και πετάγομαι και τη βγάζω σε κόρνερ. Επίσης ο Ζίγιεχ έχω αποκρούσει 1-2 σουτ αλλά έχω φάει και ένα απίστευτο φάουλ από εκείνον. Έχω και μία ντρίμπλα στον Βέγκχορστ με τη μπάλα στα πόδια αλλά και ένα πέναλτι που έπιασα από τον Κόπμαϊνερς που τώρα παίζει Αταλάντα».
- Ποιο γκολ που δέχθηκες σε πόνεσε περισσότερο;
«Παίζαμε με Φίτεσε εντός έδρας και έγινε μία σέντρα - σουτ από τα δεξιά, σηκώνω τα χέρια να τη μαζέψω αλλά βρίσκει στο ένα χέρι με τα φάλτσα και μπαίνει μέσα στα δίχτυα μου. Με λίγα λόγια, την έβαλα μόνος μου (γέλια)».
«Θα ήθελα να αγωνιστώ στην Ελλάδα, ανεκπλήρωτο όνειρο να παίξω στην Εθνική και στο Champions League»
- Είχες ποτέ πρόταση από Ελλάδα;
«Δεν είχα επίσημη πρόταση. Είχα διαβάσει φήμες για ΠΑΟΚ ή Άρη αλλά επίσημη κρούση δεν είχα δεχθεί. Είμαι ανοικτός να παίξω στην Ελλάδα και το έχω πει και στο παρελθόν αν προκύψει κάτι. Έφυγα σε μικρή ηλικία και θα ήθελα να ζήσω το ελληνικό ποδόσφαιρο. Με τα καλά και τα κακά του. Είσαι πιο κοντά στην οικογένεια σου και γενικά έχει πολλά θετικά. Θα ήθελα να αγωνιστώ στην Ελλάδα. Τώρα δεν ξέρω αν θα γίνει αλλά είμαι ανοιχτός».
- Παρακολουθείς ελληνικό πρωτάθλημα;
«Υπάρχουν στιγμές που παρακολουθώ έντονα, υπάρχουν στιγμές που δεν προλαβαίνω. Είναι ανάλογα το πρόγραμμα και παρακολουθώ και το ολλανδικό πολύ. Φέτος ας πούμε έχω δει λίγο το ελληνικό πρωτάθλημα. Ο Ολυμπιακός είναι πιο δυνατός από πέρσι και ο Παναθηναϊκός είναι κάπως στα άσχημα του».
- Πώς ένιωσες για την κατάκτηση του Ολυμπιακού στο περσινό Conference League;
«Ήταν τρομερό συναίσθημα και στιγμή για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Δεν το πολυσυζήτησαμε με τους συμπαίκτες μου εδώ γιατί ο τελικός ήταν προς το τέλος της σεζόν. Σκέψου είχα έρθει στην Ελλάδα για διακοπές αλλά ήταν φοβερό που το πήρε ο Ολυμπιακός. Ανεβάζει την αξία του ελληνικού ποδοσφαίρου κατακόρυφα».
- Η καλύτερη στιγμή της καριέρας σου;
«Το πρωτάθλημα με τον Άγιαξ, όταν έπαιξα στο Φέγενορντ-Άγιαξ και έζησα αυτό το ντέρμπι από μέσα στα 23 μου. Αδιανόητη στιγμή αλήθεια. Ανατριχιάζω που το σκέφτομαι. Ήμουν παιδάκι όταν περνούσα μπροστά από το γήπεδο της Φέγενορντ και ονειρευόμουν να παίξω σε ένα τέτοιο ντέρμπι και έφτασε αυτή η στιγμή να παίξω σε τέτοιο ματς. Όπως και το γεγονός ότι φόρεσα το έμβλημα του Άγιαξ και κατέκτησα το νταμπλ, κάτι που ήταν το όνειρο με το οποίο έφυγα από την Ελλάδα, ήταν σαν παραμύθι για εμένα».
- Δυσκολότερος αντίπαλος;
«Ο δυσκολότερος αντίπαλος που είχα αντιμετωπίσει ήταν ο Ζίγιες, που είχε ένα απίθανο αριστερό πόδι. Επίσης ο Αλέ, όταν ήμουν στη Βάλβαϊκ που έπιασε ένα αδιανόητο σουτ και ήταν πολύ καλός και ο Κούντους που τώρα είναι στη Γουέστ Χαμ».
- Σε ποιο ρόστερ ελληνικής ομάδας θα ήθελες να παίξεις;
«Θα ήθελα να είμαι στην ομάδα του Ολυμπιακού που πήρε το Conference League, να είμαι στην ΑΕΚ στην πρώτη σεζόν του Αλμέιδα που πήρε το νταμπλ αλλά και που μπήκε στο νέο της γήπεδο. Επίσης και τη χρονιά που ο Ολυμπιακός κέρδισε με 6-2 τη Λεβερκούζεν, ήμουν πιτσιρικάς τότε αλλά θα ήθελα να είμαι εκεί να το ζήσω».
- Θα ήταν υπερήφανος ο μικρός Κώστας Λάμπρου;
«Θεωρώ θα ήταν υπερήφανος. Θα περίμενε και κάτι παραπάνω επειδή έχω πολλά όνειρα σαν άνθρωπος. Για αυτό δουλεύω και παλεύω για να φτάσω ακόμα ψηλότερα και να πετύχω πράγματα. Έχω αυτή την σπίθα και την όρεξη. Σίγουρα θα είναι υπερήφανος όμως, έχω ζήσει πάρα πολλά, έχω πετύχει πάρα πολλά και είμαι χαρούμενος που έκανα υπερήφανους και τους δικούς μου ανθρώπους».
- Τι όνειρο έχει μείνει ανεκπλήρωτο;
«Είναι δύο. Το πρώτο είναι το Champions League, να παίξω ένα παιχνίδι σε αυτή τη διοργάνωση γιατί έχω φτάσει τόσο κοντά και τόσο μακριά παράλληλα αλλά να παίξω και στην Εθνική Ανδρών»