Ματσιούλις στο Gazzetta: «Σταμάτησα γιατί επτά γυναίκες στηρίζονται σε εμένα»

Ματσιούλις στο Gazzetta: «Σταμάτησα γιατί επτά γυναίκες στηρίζονται σε εμένα»

Από ένα σχεδόν άπιαστο όνειρο στην οδό Μπαρσάουσκα 66, κάπου στο Κάουνας, σε όλα τα γήπεδα της Ευρώπης. Με μία πορτοκαλί μπάλα αγκαλιά. Και την παιδική ανάμνηση ότι μια ημέρα το μπάσκετ θα γίνει η ζωή του. Μία διαδρομή γεμάτη απογοητεύσεις, τραυματισμούς, σωματικό πόνο, ιδρώτα. Μα και πολλά χαμόγελα. Περισσότερα από καθετί αρνητικό βίωσε ο Γιόνας Ματσιούλις. Ένας εθνικός ήρωας για την πατρίδα του, ένας ρολίστας πολυτελείας για κάθε ομάδα που αγωνίστηκε.

Το τελευταίο κεφάλαιο στην καριέρα του έγραφε ΑΕΚ. Ο Ματσιούλις μιλάει στο Gazzetta για πρώτη φορά από τη στιγμή που αποφάσισε ότι το τέλος ήρθε για τον παίκτη Γιόνας.

Μία απόφαση ουχί εύκολη. Όπως παραδέχεται, ο παίκτης δεν μπορεί να... σκοτωθεί. Παρά μόνο να περιοριστεί.

Κάποτε, ο Ερίκ Καντονά είχε παρομοιάσει την απόφασή του να σταματήσει το ποδόσφαιρο ως μία «αυτοκτονία».

Ο Ματσιούλις δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Το είχε αποφασίσει καιρό πριν. Γιατί η οικογένειά του ήθελε κοντά της τον μπαμπά Γιόνας, τον σύζυγο Γιόνας. Και ήταν καιρός να βάλει στην άκρη το δικό του εγωισμό.

Τι αφήνει ξωπίσω του; Μία γεμάτη καριέρα. Γεμάτη από τίτλους. Και τις φανέλες ιστορικών ομάδων: Της πρώτης και μεγάλης αγάπης του, της Ζαλγκίρις Κάουνας. Του έξι φορές πρωταθλητή Ευρώπης, Παναθηναϊκού. Του τεράστιου συλλόγου που ακούει στο όνομα της Ρεάλ Μαδρίτης. Και της «βασίλισσας» του ευρωπαϊκού μπάσκετ, της ΑΕΚ. Και φυσικά της Εθνικής Λιθουανίας, με τα τέσσερα κερδισμένα μετάλλια σε EuroBasket και Παγκόσμια Κύπελλα.

image

Μακριά από τις συμμορίες

Πώς ήταν η παιδική σου ηλικία;

«Ημουν ένα ενεργό παιδί. Με παραπανίσια ενέργεια, απ' ότι θα έπρεπε. Όλοι αναρωτιόντουσαν τι συμβαίνει με εμένα! Πάντα έτρεχα, έπαιζα, σκαρφάλωνα συνεχώς σε δέντρα. Και η μητέρα μου με πήγε να παίξω μπάσκετ. Νομίζω ότι θα με πήγαινε σε οποιοδήποτε σπορ, μόνο και μόνο για να απελευθερώσω ενέργεια.

Διάλεξε όμως το μπάσκετ λόγω του μπαμπά μου. Ήμουν 7.5 ετών όταν πήγα στην ακαδημία του Σαμπόνις».

Ήταν αυτό που λέμε, έρωτας με την πρώτη ματιά;

«Όχι! Εκείνα τα χρόνια κανείς δεν είχε το ενδιαφέρον που υπάρχει πλέον για το μπάσκετ. Ήταν λίγο μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και κανείς δεν περίμενε ότι το μπάσκετ μπορεί να αποτελέσει ένα μέσο βιοπορισμού για έναν άνθρωπο και την οικογένειά του.

Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να έχω μία απασχόληση. Αυτό ζητούσαν και οι γονείς μου. Να μείνουμε μακριά από τις συμμορίες που είχαν σχηματιστεί μετά τη Σοβιετική Ένωση. Οι γονείς μας ήθελαν να μη γίνουμε εγκληματίες. Ήταν διαφορετικά τα πράγματα εκείνα τα χρόνια. Πέρασα 10 χρόνια τρέχοντας, να δημιουργήσω καλή φυσική κατάσταση, να μάθω τα βασικά του αθλήματος. Και φυσικά να τα επαναλαμβάνω για εβδομάδες. Αυτό έπρεπε να κάνουμε τότε, η επανάληψη των πάντων είχε σκοπό να τα μάθουμε καλύτερα.

Τώρα τα παιδιά παίζουν σε αγώνες από την πρώτη στιγμή».

Πώς ήταν να φοράς τη φανέλα της Ζαλγκίρις;

«Αρχίζεις δειλά με τα πρώτα βήματα. Στις Εθνικές ομάδες, στα κλιμάκια. Οταν καταλαβαίνεις ότι μπορείς να γίνεις επαγγελματίας, θέλεις να αγωνιστείς στους καλύτερους. Και η Ζαλγκίρις είναι η καλύτερη ομάδα. Όχι μόνο για το μπάσκετ, αλλά και για το πολιτικό κομμάτι που πρεσβεύει.

Η Εθνική ομάδα της Λιθουανίας και η Ζαλγκίρις είναι το ίδιο καμάρι».

«Είχα συμφωνήσει για άλλη μία σεζόν με τον Παναθηναϊκό, αλλά δεν ξέρω τι έγινε»

Ακολούθησε ο Παναθηναϊκός, ο οποίος σε εμπιστεύτηκε σε μία κρίσιμη καμπή της καριέρας σου...

«Εκείνη τη σεζόν είχαν αποχωρήσει σχεδόν όλοι από τον Παναθηναϊκό, ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς, οι παίκτες που είχε στο ρόστερ της η ομάδα.

Προερχόμουν από ένα σοβαρό τραυματισμό, μία ρήξη χιαστού, αλλά είχα κάνει μία καλή χρονιά στο Μιλάνο.

Το... διαβατήριό μου για να βρω την επόμενη ομάδα μου ήταν το Προολυμπιακό τουρνουά στη Βενεζουέλα, όπου πήραμε την πρόκριση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου.

Είχα επανέλθει και όποιος είχε αμφιβολία γι' αυτό, άλλαξε γνώμη. Κάπως έτσι ήρθε η πρόταση από τον Παναθηναϊκό.

Είχα προλάβει να παίξω και στο φινάλε της προηγούμενης σεζόν με τη Σιένα.

Ο Παναθηναϊκός είναι ομάδα ίδια με τη Ζαγκίρις, δεν μπορείς να αρνηθείς την πρότασή της».

Ποια είναι η καλύτερη και ποια η χειρότερη ανάμνησή του από τον Παναθηναϊκό;

«Ήταν δύο υπέροχα χρόνια με τέσσερις τίτλους. Ήμασταν μέρος του rebuilding του Παναθηναϊκού και στην αρχή υπήρχαν αμφιβολίες για το τι μπορούσαμε να πετύχουμε. Το αποδειξαμε! Και αυτή είναι η καλύτερη ανάμνησή μου. Όσα πετύχαμε αυτά τα δύο χρόνια.

Ποια είναι η χειρότερη; Το γεγονός ότι δεν καταφέραμε να πάμε στο Final Four. Απέναντι στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας δεν ήταν εύκολο, αλλά με την Μπαρτσελόνα είχαμε την ευκαιρία. Εκείνο το τρίποντο του Σάδα μας στέρησε το όνειρο.

Αλλά περάσαμε υπέροχα, είχαμε οικογενειακή ατμόσφαιρα, οι ξένοι παίκτες είχαμε καλή χημεία μεταξύ μας».

Σου είχε γίνει πρόταση ανανέωσης μετά τη διετία;

«Είχα συμφωνήσει για άλλη μία σεζόν, αλλά δεν ξέρω τι έγινε. Εκείνη τη σεζόν είχε αναλάβει ο Ντούσκο Ιβάνοβιτς, δεν γνωρίζω αν ήταν δική του απόφαση ή της διοίκησης. Έφυγα μετά το δεύτερο πρωτάθλημα και άφησα τα παντα στην Αθήνα. Το αυτοκίνητό μου, τα πράγματα στο σπίτι μου.

Κάποια στιγμή δέχτηκα ένα τηλέφωνο από τον ατζέντη μου, ο οποίος με ενημέρωσε ότι ο Παναθηναϊκός δεν με ήθελε άλλο. Επειδή δεν είχα buy out στο συμβόλαιό μου, εγώ δεν ήθελα να λυθεί το συμβόλαιο έτσι.

Δύο εβδομάδες αργότερα επέστρεψα στην Αθήνα για να μαζέψω τα υπάρχοντά μου και να παραδώσω το σπίτι.

Οδηγώντας στην επιστροφή για τη Λιθουανία μου τηλεφώνησε ξανά ο ατζέντης μου. Και μου είπε ότι υπάρχει πρόταση από τη Ρεάλ Μαδρίτης. Αυτό που του είπα ήταν, “δεν με ενδιαφέρουν τα λεφτά, πες τους «ναι»”.

Η Ρεάλ με ήθελε και το 2008, αλλά τότε χάλασα εγώ τη συμφωνία. Δεν ήμουν έτοιμος να αγωνιστώ σε μία ομάδα γεμάτη αστέρια και το ακύρωσα. Τότε σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει λόγος να πάω σε μία ομάδα, ακόμη και αν αυτή είναι η Ρεάλ, για να είμαι στον πάγκο της. Προτίμησα να μείνω στη Ζαλγκίρις».

image

«Όταν είσαι στη Ρεάλ, όλοι θέλουν να σε νικήσουν»

Πώς είναι να αγωνίζεσαι για τη Ρεάλ, έχει πίεση;

«Για εμένα όχι, αυτά είναι για αθλητές που δεν θέλουν να δώσουν το 100%, που δεν είναι συνηθισμένοι στην πίεση. Ήξερα ότι στη Ρεάλ τα πάντα είναι διαφορετικά, η ομάδα πρέπει να κατακτά τη EuroLeague. Πίεση υπάρχει και στη Ζαλγκίρις και στον Παναθηναϊκό, αλλά όταν είσαι στη Ρεάλ, όλοι θέλουν να σε νικήσουν για να δείξουν ότι δεν αξίζεις να βρίσκεται στο ρόστερ.

Έμεινα στη Μαδρίτη για τέσσερα χρόνια, τέσσερα καλά χρόνια.

Η Ρεάλ είχε αστέρια παντού, όπως και οι προηγούμενες ομάδες μου, ο Παναθηναϊκός και η Ζαλγκίρις. Είχαμε τη δυνατότητα να περνάμε χρόνο με τις οικογένειές μας, κάναμε πολλά πράγματα μαζί με τους συμπαίκτες και έχουμε πολλές ιστορίες.

Αλλά αυτές που θα κρατάω για πάντα είναι οι μοναδικές στιγμές μετά από την κατάκτηση της EuroLeague. Ήταν μία κούπα που ήρθε μετά από πολλά χρόνια, τη θέλαμε όλοι. Και ο κόουτς, ο Πάμπλο Λάσο. Και εκείνη τη σεζόν υπήρχαν πολλές φήμες ότι δεν κάνει για την ομάδα και μπορεί να απολυθεί».

«Κοντά στον Διαμαντίδη κατάλαβα πολλά για το μπάσκετ»

Έχεις αγωνιστεί στο πλευρό πολλών μεγάλων παικτών του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Πώς το έζησες;

«Στη Ρεάλ δεν ήμουν σταρ. Ήμουν περισσότερο βοηθητικός παίκτης. Ήμουν ο 6ος παίκτης από τον πάγκο. Ένας ρόλος που πάντα δεχόμουν. Αισθανόμουν την υποστήριξη των συμπαικτών μου, ήξεραν ότι είμαι εκεί γι' αυτούς. Αυτός ο ρόλος στο παρκέ με βοήθησε να παίζω τόσα χρόνια.

Είχα παίξει απέναντι στον Δημήτρη Διαμαντίδη, αλλά το να είμαι κοντά του ήταν τόσο διαφορετικό. Κατάλαβα πολλά για το μπάσκετ.

Βέβαια, στην Ισπανία το μπάσκετ ήταν διαφορετικό, αλλά βρήκα τον τρόπο να διαλέγω το στυλ του μπάσκετ που πρεπει να παίξω και να παίξουμε ως ομάδα».

Κάποιοι θεωρούνότι το καλύτερο σου παιχνίδι με τη φανέλα της Λιθουανίας ήταν αυτό απέναντι στη Κροατία, στον ημιτελικό του EuroBasket 2013;

«Όχι, δεν ήταν το καλύτερο. Αν έπρεπε να διαλέξω ένα, θα ήταν αυτό απέναντι στη Γεωργία το 2015, στο EuroBasket (σ.σ.: Είχε πετύχει 34 πόντους στη φάση των προημιτελικών). Γενικότερα, η διετία 2013-2015 είναι η καλύτερη στην καριέρα μου, ήταν γεμάτη τίτλους, με καλό μπάσκετ».

Πάμε και στην ΑΕΚ, την τελευταία ομάδα της καριέρας σου. Τι αγάπησες και τι όχι;

«Ήταν τρία καλά χρόνια. Είχαμε καλούς παίκτες, βετεράνους, αλλά μην ξεχνάμε ότι κατακτήσαμε το Κύπελλο και το Διηπειρωτικό. Και παίξαμε και έναν τελικό στο BCL.

Όσοι παίκτες ήρθαμε στην ΑΕΚ δεν το κάναμε για τα χρήματα, αλλά για να το διασκεδάσουμε και να παίξουμε μπάσκετ. Αλλά λόγω των χρεών δεν μπορούσαμε να πάρουμε κάποιους παίκτες.

Ήταν καλά χρόνια, και για εμάς και για την ομάδα, με τίτλους. Δεν μπορώ να πω κάτι για το σύλλογο της ΑΕΚ. Αλλά είμαι εκνευρισμένος γιατί η ομάδα μου χρωστάει ακόμα χρήματα. Η ΑΕΚ είναι ένα θρύλικο κλαμπ, δεν αφορά κανένα πρόσωπο και δεν πρέπει να χαθεί.

Αν ο πρόεδρός της συνεχίσει να κάνει τα ίδια, δεν ξέρω πόσο μπορεί να τον ανεχτεί η FIBA. Περιμένω να πληρώσουν το χρέος που έχουν απέναντί μου».

image

«Ήθελα να παίξω ακόμη ένα χρόνο, αλλά δεν υπήρχαν καλές προσφορές»

Πότε αποφάσισες ότι ήρθε το τέλος;

«Στο ματς με τον Προμηθέα είχα κατασταλάξει στο 99% ότι θα ήταν το τελευταίο ματς. Μόνο η Ζαλγκίρις θα με ήθελε και αυτή ως 13ο-14- παίκτη. Τσέκαρα τα πάντα. Δεν μπορώ να αρχίσω μία σεζόν χωρίς να έχω στόχους. Είμαι εθισμένος στις νίκες».

Πόσο εύκολο είναι να «σκοτώσεις» τον παίκτη μέσα σου;

«Είναι αδύνατο να το κάνεις. Μπορείς να τον περιορίσεις λίγο, αλλά μόλις βάλεις ξανά τη φανέλα, θέλεις να νικήσεις. Το ίδιο αισθάνθηκα και στο φιλικό για την απόσυρση του Γκουστάβο Αγιόν, πριν από μερικές ημέρες. Γυρίζαμε επί 14 χρόνια, από ομάδα σε ομάδα, από χώρα σε χώρα. Έπρεπε να δω τα “θέλω” της οικογένειάς μου. Να ζήσουμε διαφορετικά.

Η απόφαση ήταν εύκολη, αλλά δεν μπορείς να “σκοτώσεις” τον παίκτη. Ειδικά αν παίζεις σε υψηλό επίπεδο, θέλω να κερδίζω πάντα».

Πώς είναι η ζωή χωρίς το μπάσκετ;

«Είμαι περισσότερο μπαμπάς. Είμαι εκεί για τις δραστηριότητες της οικογένειάς μου, βάζω τα παιδιά για ύπνο περισσότερες φορές, τα παίρνω ή τα πηγαίνω στο σχολείο. Αυτό μπορούσα να το κάνω και στην Αθήνα. Ήταν τέτοιο το πρόγραμμα των προπονήσεων που μου το επέτρεπε. Αλλά όταν έπαιζα μπορεί να ήμουν στο σπίτι για δύο εβδομάδες και μετά να έλειπα για τρεις, λόγω των απανωτών ταξιδιών. Λατρεύω που περνάω χρόνο με την οικογένειά μου.

Θα συνέχιζα για έναν ακόμα χρόνο, ίσως στην ΑΕΚ. Αν ήθελαν να με κρατήσουν. Η οικογένειά μου όμως ήθελε να γυρίσουμε. Η κόρη μου πήγε στην 6η τάξη και είναι σε μία κρίσιμη καμπή, όπου αν αργήσει να πάει σε λιθουανικό σχολείο θα είναι δύσκολη η προσαρμογή της αργοτερα

Είπαμε να γυρίσουμε. Ήθελα να παίξω ακόμη ένα χρόνο, αλλά δεν υπήρχαν καλές προσφορές. Δεν το κάνω για τα λεφτά, αλλά για τις επαγγελματικές συνθήκες. Λίγες ομάδες μπορούν να μου προσφέρουν αυτό που θέλω. Στη Ρίτας δεν ήθελα να πάω και δεν είχα και προσφορά.

Δεν θα μπορούσα να είμαι με την οικογένειά μου. Είπα ότι δεν αξίζει.

Παράλληλα, μία ομάδα θα με ήθελε να είμαι ο ηγέτης της, να σκοράρω. Και η πίεση θα πέσει όλη πάνω μου. Προτίμησα να μείνω στο σπίτι μου. Τότε αποφάσισα να πάω στις εκλογές της ομοσπονδίας, με τον Άρβιντας Σαμπόνις, αλλά τελικά δεν εκλέχθηκε.

Προτίμησα να γίνω μέλος της Νεβέζις. Με τον προπονητή της, τoν Γκεντιμίνας Πετράουσκας γνωρίζομαι από τότε που ήμουν επτά ετών. Με κάλεσε σε μία προπόνηση, να μοιράζω τις γνώσεις μου. Και μου άρεσε να έχω αυτό το ρόλο. Ήταν καλή η μετάβαση. Τελικά έμεινα ως sports director. Μαζί φτιάξαμε την ομάδα, ένα νεανικό σύνολο, με νέες και φρέσκιες ιδέες. Μου αρέσει αυτός ο ρόλος».

Λίγο προτού αποσυρθείς «έχασες» τον μπαμπά σου. Τώρα που έχεις σταματήσει και θα είχες χρόνο μαζί του, σου λείπει περισσότερο;

«Ήταν εντελώς απρόσμενο. Ήταν υγιής. Ήταν η ημέρα της Ανεξαρτησίας της Λιθουανίας, έκανε κάποιες δουλειές και “έφυγε” ξαφνικά. Αυτός ήταν ο λόγος που έπαιξα μπάσκετ. Ερχόταν σε πολλά ματς, ήταν στη ζωή μου. Μπορούσαμε να μιλάμε με τις ώρες για το μπάσκετ. Ήταν σκληρό. Μιλούσαμε για τον καιρό που θα σταματήσω το μπάσκετ από το 2020 και τι θα κάνουμε.

Όταν ξεκίνησε η σεζόν με την καραντίνα του κορονοϊού, δεν πίστευα ότι θα έφευγα από τη Λιθουανία, αλλά τελικά ξεκίνησε η σεζόν με την ΑΕΚ και το Final 8 του BCL στην Αθήνα.

Τα παιχνίδια συνεχίστηκαν και εγώ έμεινα στην Αθήνα. Θέλαμε να περάσουμε χρόνο μαζί, αλλά αυτή είναι η ζωή. Πέρσι χάσαμε και τον πεθερό μου. Ήταν ένα διπλό χτύπημα, “έφυγε” άλλος ένας άνθρωπος μικρός σε ηλικία. Ήταν ένα σοκ για όλους μας. Τα παιδιά δεν μπορούσαν να κοιμηθούν για ένα μήνα. Ένα από τα κίνητρα για να φτάσω στην απόφαση της απόσυρσης ήταν και αυτό. Επτά γυναίκες στηρίζονται σε εμένα. Με χρειάζονται. Και εγώ είμαι εδώ για να βοηθήσω.

Ο μπαμπάς μου είχε αναλάβει τόσα πολλά, μας έδινε τόσο μεγάλη βοήθεια και τώρα καλύπτω εγώ το κενό. Προτιμώ να λένε ότι θα έπρεπε να συνεχίσω να παίζω, παρά ότι θα έπρεπε να είχα σταματήσει από χρόνια».

@Photo credits: INTIME, Χρήστος Ζωίδης