ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Χάρη στην υπομονή και την στήριξη, ο Μαρτίνς άλλαξε το αγωνιστικό επίπεδο του Ολυμπιακού

Χάρη στην υπομονή και την στήριξη, ο Μαρτίνς άλλαξε το αγωνιστικό επίπεδο του Ολυμπιακού

Πέδρο Μαρτίνς

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την διδακτική ιστορία που δημιουργεί για το ελληνικό ποδόσφαιρο η περίπτωση «Ολυμπιακός – Μαρτίνς».

Η ιστορία του Ολυμπιακού της τελευταίας διετίας με τον Πέδρο Μαρτίνς είναι μια πάρα πολύ διδακτική ποδοσφαιρική ιστορία. Το δίδαγμά της είναι πολύ καθαρό: διδάσκει την αξία της υπομονής, που είναι μια μεγάλη αρετή, ειδικά όταν αυτή δεν έρχεται άκριτα και αβασάνιστα  και αντίθετα πηγάζει μέσα από την αξιολόγηση. Είναι η ιστορία ενός προπονητή, ο οποίος στην πρώτη του φορά μακριά από την χώρα του, στην πρώτη φορά που ανέλαβε μια ομάδα που απαιτεί από τον εαυτό της να παίζει επιθετικό ποδόσφαιρο που βασίζεται στην μεγάλη κατοχή της μπάλας, στην πρώτη του φορά σε ομάδα που κάνει πρωταθλητισμό δεν καταφέρνει μόνο να ξανακάνει τον Ολυμπιακό πρωταθλητή. Καταφέρνει να παρουσιάζει με συνέπεια και διάρκεια την καλύτερη ελληνική ομάδα, της οποίας το ποδόσφαιρο φτάνει να είναι ευρωπαϊκής τεχνολογίας, ευρωπαϊκού επιπέδου, ευρωπαϊκού ρυθμού.

Στα μάτια όσων μας αναλογεί η ευθύνη να επιχειρούμε να κατανοούμε και να αναλύουμε το ποδόσφαιρο που βλέπουμε από τις ελληνικές ομάδες, ο Πέδρο Μαρτίνς «φώναζε» με τη δουλειά του από τον πρώτο καιρό. Σε εκείνο τον καιρό θυμάμαι πολύ καλά τη στάση πολλών ποδοσφαιρόφιλων, αλλά και πολλών φίλων του Ολυμπιακού, των οποίων το μάτι δεν «γέμιζε» ο Πορτογάλος προπονητής και η εικόνα της ομάδας τους. Ευτυχώς για τον Ολυμπιακό, η διοίκησή του δεν έκανε polls το περασμένο καλοκαίρι για να αποφασίσει αν θα συνεχίσει μαζί του ή όχι. Ο Μαρτίνς αξιολογήθηκε μέσα από την ανάλυση της δουλειάς του και όχι μέσα από τα σχόλια που παρουσιάζονται κάτω από δημοσιογραφικά και «δημοσιογραφικά» κείμενα. Ο Ολυμπιακός επέμεινε, έδωσε χρόνο και εργαλεία, δηλαδή συνθήκες και ποδοσφαιριστές στον Πέδρο Μαρτίνς και σήμερα δρέπει τους καρπούς της επιλογής που έκανε το περασμένο καλοκαίρι. Βλέπει την ομάδα που εξελίσσει ο Πορτογάλος προπονητής να τυγχάνει καθολικής αναγνώρισης στην Ελλάδα και να ετοιμάζεται να παίξει σε ένα παιχνίδι τις πιθανότητές του για να βρεθεί στους 8 του Europa League. Είδε την ομάδα του να στέκεται στο επίπεδο της Τότεναμ, της Μπάγερν, της Αρσεναλ.

 

Η σύνδεση του Μαρτίνς με το κοινό στο Καραϊσκάκη

Ολο αυτό δεν συνέβη μόνο επειδή στήριξε η διοίκηση τον προπονητή. Συνέβη επειδή έκανε το ίδιο, από τον πρώτο καιρό, η κοινωνία των φίλων του Ολυμπιακού που συχνάζει στις κερκίδες του Καραϊσκάκη. Ο Μαρτίνς κατάφερε να συνδεθεί με αυτό το κοινό από πολύ νωρίς. Η ομάδα κέρδιζε χειροκρότημα ακόμη και στον καιρό που δοκιμαζόταν και δοκίμαζε τον κόσμο της. Αυτή η σύνδεση του κοινού με την ομάδα του Μαρτίνς είναι και ένα από τα μεγαλύτερα όπλα του Ολυμπιακού που έχει δημιουργήσει ο Πορτογάλος. Αν καταφέρει να κάνει νέα υπέρβαση ο Ολυμπιακός και να αποκλείσει την Γουλβς, θα είναι κρίμα που δεν θα έχει την ευκαιρία να ζήσει τη συνέχεια μαζί με τον κόσμο του στο Καραϊσκάκη. Όχι μόνο επειδή έτσι θα στερηθεί ένα μέρος της δυναμικής του, αλλά επειδή θα τους άξιζε, της ομάδας και του κόσμου, να το ζήσουν μαζί.

Τον είχα καταλάβει νωρίς τον Πέδρο Μαρτίνς. Και επειδή τα γραπτά μένουν, μπείτε στον κόπο να διαβάσετε σχόλια κάτω από τα κείμενα. Φυσικά στον οπαδό δεν αναλογεί η ευθύνη να έχει την επάρκεια γνώσεων για να αξιολογεί τον προπονητή. Το πρόβλημα για το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι ότι πολύ συχνά οι ιδιοκτήτες των ομάδων κάνουν το ίδιο επιφανειακές αξιολογήσεις και παρορμητικές κρίσεις της δουλειάς τον προπονητών. Και ότι συχνά επηρεάζονται από ανθρώπους που δεν έχουν το υπόβαθρο, την εμπειρία και την τεχνογνωσία για να αξιολογήσουν την δουλειά του προπονητή.

Την ημέρα που ο Ολυμπιακός αποφάσισε, το περασμένο καλοκαίρι, να στηρίξει και να υποστηρίξει ουσιαστικά την δουλειά του Μαρτίνς, έβαλε τη βάση για να αλλάξει, αγωνιστικά, επίπεδο. Και άλλαξε. Την ημέρα που στην  αγορά του ελληνικού ποδοσφαίρου θα αρχίσει να γίνεται ρουτίνα το να αποφασίζει ένας σύλλογος για το μέλλον της σχέσης του με έναν προπονητή με βάση την αξιολόγηση του έργου του και όχι τα σχόλια των media και των social media, το ελληνικό θα έχει αλλάξει επίπεδο.