Όταν το κόμπλεξ ξεπερνάει την φαιά ουσία!

Αντώνης Καλκαβούρας Αντώνης Καλκαβούρας
Όταν το κόμπλεξ ξεπερνάει την φαιά ουσία!

bet365

Ο Αντώνης Καλκαβούρας θεωρεί την καθολική αναγνώριση του Μάϊκλ Τζόρνταν ως GOAT, πέραν πάσης αμφισβήτησης, εξηγεί γιατί σαν επιχειρηματίας κερδίζει πολλαπλάσια χρήματα απ’ όσα σαν παίκτης και παίρνει θέση γύρω από την κόντρα του με τον μακαρίτη general manager των Μπουλς και τους υποτιμημένους συμπρωταγωνιστές του.

Δεν ξέρω πως το βιώσατε εσείς, αλλά από τη στιγμή που ανακοινώθηκε η συμφωνία του ESPN με το Netflix κι έγινε γνωστή η ημερομηνία έναρξης στην προβολή των επεισοδίων του “The last dance” εκτός Αμερικής, το συναίσθημα που ένιωσα με γύρισε πολλά χρόνια πίσω. Στην εποχή της παιδικής ηλικίας, όταν περιμέναμε εν αγωνίως το ΠΣΚ για να κανονίσουμε ένα cinema ή όταν οι γονείς μας είχαν τάξει κάποιο δώρο και μετρούσαμε τον χρόνο ανάποδα για να φτάσει η πολυαναμενόμενη στιγμή…

Ο Τζόρνταν και κατ΄ επέκταση οι Μπουλς της δεκαετίας του ’90, άλλωστε, ήταν ο αθλητής και η ομάδα που έκαναν τα περισσότερα παιδιά της δικής μου γενιάς, να αγαπήσουμε παντοτινά το μπάσκετ, λίγα χρόνια μετά τον κεραυνοβόλο έρωτα, με τον οποίο είχαμε «χτυπηθεί» κατακέφαλα από την παρέα του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Φασούλα, του Φάνη και των υπόλοιπων παιδιών του ’87!

Το εντυπωσιακότερο, όλων, βέβαια, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι το πόσο γενναιόδωρη αποδείχτηκε η μοίρα απέναντι σ’ αυτόν τον πραγματικό ασύλληπτο αθλητή μετά το τέλος της καριέρας του. Γιατί σαν επιχειρηματίας, η «αυτού μεγαλειότης», είναι μακράν ο πλουσιότερος άνθρωπος που πέρασε ποτέ από τον αθλητισμό (μόνο το 2019 και μόνο από τη NIKE, έβγαλε 130 εκατομμύρια περισσότερα από τον ΛεΜπρόν Τζέϊμς, που είναι ο εν ενεργεία μπασκετμπολίστας με τα μεγαλύτερα κέρδη παγκοσμίως).

Όλα αυτά, βέβαια, μετά το μπάσκετ… Γιατί όσο έπαιζε, ο “Air” έβγαλε ψίχουλα σε σχέση με την αξία του (συνολικά 86,76 εκατομμύρια δολάρια σε καθαρές αποδοχές) και φυσικά σε σχέση με τα χρήματα που έβγαλαν οι μεταγενέστεροι απ’ αυτόν μπασκετμπολίστες ή που βγάζουν οι σημερινοί ΝΒΑers, που οφείλουν τα μέγιστα στην κληρονομιά που άφησε μέσα κι έξω από το γήπεδο.

Αυτό το “legacy”, λοιπόν, που λένε και οι Αμερικανοί, αποτελεί – σε όλα τα επίπεδα – την μεγαλύτερη συνεισφορά του σημερινού ιδιοκτήτη των Σάρλοτ Χόρνετς, στο μπάσκετ και κατ΄ επέκταση στην κουλτούρα των αθλητισμού. Κι αυτός είναι και ο λόγος που, 22 χρόνια μετά τα βασικά γυρίσματα του ντοκιμαντέρ, η μεγαλύτερη βιομηχανία των σπορ (NBA) σε συνεργασία με την τηλεόραση, αποφάσισαν να παρουσιάσουν αυτό το αριστούργημα, που θα διδάξει στις νεότερες γενιές την ιστορία ενός αθλητή-φαινομένου και συνάμα θα διαπλάσει χαρακτήρες, θα διαμορφώσει προσωπικότητες και θα δείξει τον δρόμο…

Για τα «αρρωστάκια» της εποχής και τους ήδη μυημένους στον χώρο του μπάσκετ την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, η πλοκή και η υπόθεση του «τελευταίου χορού» του Μάϊκλ Τζόρνταν και των Σικάγο Μπουλς, είναι λίγο πολύ γνωστές.

Η πρόσβαση στα «άδυτα» των 6 φορές πρωταθλητών του ΝΒΑ, όμως, η αποκάλυψη άγνωστων πτυχών στις κόντρες εκείνης της εποχής (μεταξύ παικτών, προπονητών και διοίκησης) και η σπάνια λεπτομέρεια που προσφέρουν στον τηλεθεατή τα στιγμιότυπα μέσα από στα αποδυτήρια και τις προπονήσεις, επιτρέπουν στην κοινή γνώμη να βγάλει πιο ασφαλή συμπεράσματα.

Και πέραν της πλήρους αποδοχής του αδιαμφισβήτητου πρωταγωνιστή, “Air Michael” (για τον οποίο μιλάμε και θα μιλάμε συνέχεια), να εκτιμήσει ακόμη περισσότερο τη συμβολή ανθρώπων που δεν έχουν τύχει της αναγνώρισης που δικαιούνται.

Κεφάλαιο Πίπεν

Ο πρώτος εξ’ αυτών και μακράν ο πιο αδικημένος, όχι μόνο λόγω της χαώδους δυσαναλογίας ανάμεσα στην αγωνιστική προσφορά του και την συνολική οικονομική του ικανοποίηση (σε 8 χρόνια, από τους «ταύρους» εισέπραξε συνολικά 25,35 εκατομμύρια δολάρια σε καθαρές αποδοχές), είναι ο “Ινδιάνος”. Για πάρα πολλά χρόνια, απόφοιτος του Σέντραλ Άρκανσο ήταν ο δεύτερος καλύτερος παίκτης του πρωταθλήματος (πίσω από τον Τζόρνταν) και ο παίκτης που θυσίασε το «εγώ» αλλά και τον τραπεζικό του λογαριασμό για χάρη της ομάδας (τη σεζόν 1997-98 ήταν 6ος σε αποδοχές στην ομάδα και 122ος σε όλο το ΝΒΑ).

Η αναγνώριση του Τζόρνταν (έστω κι αν ευγενικά δήλωσε αντίθετος με την απόφασή του Πίπεν να μην χάσει το καλοκαίρι του 1997 και να χειρουργηθεί στο ξεκίνημα της σεζόν) αλλά περισσότερο των υπολοίπων συμπαικτών του (αλλά και του οργανισμού) είναι μνημειώδης.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι μετά την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους της περιουσίας του, το ΝΒΑ έσπευσε να «τακτοποιήσει» τον Πίπεν στην θέση του πιο ακριβοπληρωμένου σχολιαστή στο ESPN και γενικότερα να φροντίσει ώστε να ζήσει μία άνετη ζωή. Ως ύστατο φόρο τιμής για την προσφορά του στην εκτόξευση της δημοτικότητας της λίγκας.

Κεφάλαιο Φιλ Τζάκσον

Στα δύο πρώτα επεισόδια του ντοκιμαντέρ, ο προπονητής με τους περισσότερους τίτλους (11) στο ΝΒΑ, δεν έχει μεγάλη συμμετοχή. Τα λίγα που λέει, όμως, σε συνδυασμό με την παρουσίαση της εμπάθειας που κυρίευσε το «αφεντικό» του, απέναντι του, επιτρέπουν στους γνωρίζοντες να καταλάβουν πόσο θεμελιώδης και κομβικός ήταν ο ρόλος του στην «δυναστεία» των «ταύρων».

Στον άλλο πλανήτη του αθλήματος, άλλωστε, ο general manager είναι ο θεσμικός προϊστάμενος του οργανισμού, δηλαδή ο άνθρωπος που έχει επιλεγεί από τον πρόεδρο και την ιδιοκτησία, για να πάρει όλες τις αποφάσεις στο αγωνιστικό τμήμα.

Ο κοντόχοντρος και αντιτουριστικός για την κοινωνία μίας επαγγελματικής λίγκας, Τζέρι Κράουζ, λοιπόν, ήταν ο άνθρωπος που επέλεξε τον Φιλ Τζάκσον και πίστεψε ότι η πανέξυπνη και πανίσχυρη προσωπικότητά του, μπορούσε να διαχειριστεί το τεράστιο «εγώ» του Τζόρνταν, σε συνδυασμό με την αξία του Πίπεν και την χρησιμότητα του εκκεντρικού Ρόντμαν κατά κύριο λόγο. Και πέτυχε διάνα στην επιλογή του.

Αν και θεωρώ την δουλειά του «Ζεν Μάστερ» πιο απαιτητική και πολύπλοκη από την αντίστοιχη του Πίπεν, του κατεβάζω ελαφρώς τον βαθμό δυσκολίας και σύγκρισης, πολύ απλά γιατί ο «Ινδιάνος» ήταν παίκτης και ουσιαστικά παιδί, ενώ ο Τζάκσον είχε περάσει από το στάδιο του μπασκετμπολίστα και πέραν της παικτικής εμπειρίας, διέθετε και μία σπάνια ευφυΐα και ικανότητα στην επικοινωνία και την διαχείριση των προσωπικοτήτων. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι όλοι έπιναν νερό στο όνομά του, γεγονός που προήλθε μέσα από την επιτυχή αντιμετώπιση δεκάδων κρίσεων και το οποίο τον κατέστησε όχι απλά αναντικατάστατο, αλλά χαωδώς πιο δημοφιλή από το «αφεντικό» της ομάδας.

Βασικότερη απόδειξη των παραπάνω, πέραν φυσικά των προφανών δηλώσεων υποστήριξης όλων των παικτών (αλλά και των πέντε επιπλέον τίτλων που κατέκτησε αργότερα με τους Λέϊκερς), είναι η αποκάλυψη ότι ακόμη και ο «εκλεκτός» του Κράουζ για να τον αντικαταστήσει (ο τότε προπονητής του Αϊόβα Στέϊτ, Τιμ Φλόϊντ), ζήτησε από τον ιδιοκτήτη των Μπουλς να διατηρήσει τον Τζάκσον στην θέση του, μέχρι να επέλθει ο φυσικός «θάνατος» της δυναστείας των «ταύρων».

Η διάνοια του πρώην παίκτη των Νικς (πρωταθλητής το 1970 και το 1973) και των Νετς, εξηγείται και από τον τίτλο που διάλεξε για το εγχειρίδιο που μοίρασε στους παίκτες του στο ξεκίνημα της τελευταίας χρονιάς (1997-98), που δεν ήταν άλλος από τον ομώνυμο του ντοκιμαντέρ: “The last dance”. Αυτό μόνο προφητεία δεν είναι…

Κεφάλαιο Τζέρι Κράουζ

Πρόκειται ίσως για τον πιο αμφιλεγόμενο πρωταγωνιστή της πιο επιτυχημένης αυτοκρατορίας στα χρονικά του παγκοσμίου μπάσκετ και σύμφωνα με τον τρόπο που παρουσιάζεται η ιστορία, είναι μακράν το πιο «μαύρο πρόβατο» του οργανισμού. Κι αυτό είναι εν πολλοίς άδικο, από την στιγμή που ο Κράουζ δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή…

Σε κάθε παραμύθι, όμως, για κάθε σούπερ ήρωα (Τζόρνταν) υπάρχει κι ένας παλιάνθρωπος, που συμβολίζει τον κακό και θέλει να τον εξοντώσει για να του πάρει τη δόξα.

Η ιστορία του ντοκιμαντέρ – όπως εύστοχα έγραψε η “Chicago Tribune” παρουσιάζει τον Τζόρνταν ως τον καλόκαρδο κι ευαίσθητο αλλά ανίκητο, Τζέϊμς Μποντ, τον μεγαλομέτοχο Τζέρι Ρέϊνσντορφ, ως τον Godfinger και τον gm Τζέρι Κράουζ, ως τον Oddjob, δηλαδή ως το πρωτοπαλίκαρό του που έχει αναλάβει την βρώμικη δουλειά. Κι αυτό είναι και ο λόγος που όλοι ανυπομονούμε να δούμε πως θα εξελιχθεί η ταινία, έστω κι αν γνωρίζουμε το happy end!

Δεν υπάρχει αμφιβολία, όμως, ότι ο μακαρίτης (έφυγε από τη ζωή το 2017 σε ηλικία 77 ετών) πρώην γενικός διευθυντής, είχε τεράστια συμβολή στην επιτυχία των Μπουλς. Αυτός επέλεξε τον Πίπεν και τον Κούκοτς, αυτός έφερε τον Ρόντμαν, αυτός «ανακάλυψε» τον Φιλ Τζάκσον και «έστειλε» τον “bodyguard” του Τζόρνταν (Τσαρλς Όκλεϊ) στους Νικς για χάρη του Μπιλ Κάρτραϊτ.

Η επίδρασή όμως, θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη και η υστεροφημία του δεν θα είχε (αδίκως) πληγεί, αν ο πρώην scouter δεν είχε μεγαλώσει εν μέσω bullying λόγω της εμφάνισής του και δεν είχε αποκτήσει τεράστια κόμπλεξ, που του προκαλούσαν συνεχώς την ανάγκη της αυτοεπιβεβαίωσης και την αίσθηση ότι δεν παίρνει το μερίδιο της πίτας που του αναλογεί.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, όμως, όπως και στην μεγάλη οθόνη και το θέατρο που τα φώτα στρέφονται πάντα στους αστέρες του cinema κα τους ηθοποιούς που πατάνε στο σανίδι, έτσι και στον αθλητισμό, οι μεγάλοι πρωταγωνιστές είναι πάντα αυτοί που διαμορφώνουν το αποτέλεσμα εντός αγωνιστικού χώρου.

Το μεγάλο λάθος του Κράουζ ήταν κατά πρώτον η αδυναμία να καταλάβει ότι οι Μπουλς ήταν η αθλητική έκδοση των Beatles, κατά δεύτερον το μίσος που ανέπτυξε απέναντι στον “Ζεν Μάστερ” και κατά τρίτον η επιμονή του να διαλύσει το οικοδόμημα που ο ίδιος συνέθεσε. Με στόχο να το ξαναφτιάξει και να πείσει όλον τον κόσμο, ότι τίποτε δεν θα συνέβαινε χωρίς αυτόν…

Πρέπει κάποιος να είναι πολύ στενόμυαλος κι εγωκεντρικός και να έχει μεγαλώσει με σύνδρομα καταδίωξης, για να δυσκολεύεται τόσο πολύ να αποδεχθεί το σπάνιο μεγαλείο του Τζόρνταν, τη μοναδικότητα του Πίπεν και την πνευματική ανωτερότητα του Τζάκσον. Στη ζωή και τον αθλητισμό, άλλωστε, όταν πέφτει η αυλαία πάντα παίρνεις αυτό που σου αναλογεί…

Το τέλος της δυναστείας των Μπουλς, βρήκε τον Τζόρνταν ως τον αδιαμφισβήτητο GOAT και μετέπειτα ως τον πλουσιότερο αθλητή όλων των εποχών. Ο Πίπεν κέρδισε την μεγαλύτερη αναγνώριση που θα μπορούσε να αποδοθεί στον δεύτερο καλύτερο παίκτη μίας ομάδας, ενώ ο Φιλ Τζάκσον κατέκτησε πέντε ακόμη πρωταθλήματα και θεωρείται ο κορυφαίος προπονητής στην ιστορία του ΝΒΑ.

Όσο για τον Κράουζ, πέντε χρόνια μετά την διάλυση της ομάδας του 1998, απέτυχε παταγωδώς στον στόχο της αναδόμησης, παραιτήθηκε από general manager (με ρεκόρ 96-292 στην τελευταία 5ετία) και από «αφεντικό» της κορυφαίας ομάδας όλων των εποχών, υποβιβάστηκε στον ταπεινό ρόλο του scouter σε διάφορες ομάδες του μπέιζμπολ, μέχρι αποσυρθεί από το προσκήνιο ξεχασμένος και λησμονημένος…

Υγ.1: Η δήλωση του Τζόρνταν, πριν την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ, ότι «ο κόσμος θα δει έναν απαίσιο χαρακτήρα», ήταν το ιδανικό αλατοπίπερο για την μερίδα των τηλεθεατών που δεν λογίζονται στους basketball maniacs.

Υγ.2: Η αποκάλυψη ότι το ποτό που πίνει καθώς αφηγείται διάφορες στιγμές της καριέρας του, είναι το brand τεκίλας που ανήκει σε εταιρία συμφερόντων του (συμμετέχουν η ιδιοκτήτρια των Λέϊκερς, Τζίνι Μπας , το αφεντικό των Σέλτικς, Ουάϊς Γκράουσμπεκ και ο μεγαλομέτοχος των Μπακς, Ουές Έντενς), αποδεικνύει ότι πόσο master του επιχειρείν και γιατί βγάζει υπερπολλαπλάσια χρήματα ως επιχειρηματίας απ’ όσα ως παίκτης. Ούτε μία μικρή λεπτομέρεια στην τύχη…

Υγ.3: Ο συνδυασμός μίσους και κόμπλεξ του Κράουζ γίνεται ξεκάθαρα αντιληπτός από την ατάκα του προς τον ήδη 5 φορές πρωταθλητή του ΝΒΑ, Φιλ Τζάκσον, λίγο πριν την έναρξης της τελευταίας του σεζόν στους Μπουλς. «Ακόμη κι αν τελειώσεις την κανονική περίοδο με 82-0, το καλοκαίρι τα μαζεύεις και ξεκουμπίζεσαι…»

Μάθε πού θα δεις ζωντανά όλους τους αγώνες σήμερα μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta.

Αντώνης Καλκαβούρας
Αντώνης Καλκαβούρας

Στην συγκεκριμένη στήλη θα βρείτε αντικειμενικά καταγεγραμμένη άποψη γύρω από τα μπασκετικά δρώμενα και μπόλικη ανάλυση, ενίοτε σε συνδυασμό και με ρεπορτάζ. Το Gazzetta, άλλωστε, μπορεί να μπήκε στην καθημερινότητα μου στη μέση της έως τώρα δημοσιογραφικής διαδρομής (2008), ωστόσο, εδώ και 13 χρόνια αποτελεί την πιο σύγχρονη και ταχύτερη πλατφόρμα ενημέρωσης και ένα μέσο στο οποίο απολαμβάνω από την πρώτη μέρα να δουλεύω. Και σίγουρα το μόνο από τα πολυάριθμα στα οποία έχω εργαστεί και εργάζομαι (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδα, περιοδικό), το οποίο εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνεται ευχάριστη εμμονή για τους αναγνώστες αλλά και για όλους εμάς τους συντελεστές. Να χαιρόμαστε λοιπόν τη νέα του έκδοσή του και να το εξελίσσουμε συνεχώς!