«Πειράζει που είμαι μεγάλη φίρμα;» (vid)

Miltos+
«Πειράζει που είμαι μεγάλη φίρμα;» (vid)

bet365

Τι δουλειά έχει ο Φλωρινιώτης με δυο φίδια κι ένα δεμάτι αγκινάρες; Ο Μίλτος ο Νταλικέρης δίνει την απάντηση στις «ρετρό ιστορίες της Τρίτης»...

Τέτοιος καιρός ήταν, Σεπτέμβρης, ο ουρανός μουντός, έτοιμος όπως πάντα για βροχή κι εμείς γελαστοί, έτοιμοι όπως πάντα για κραιπάλη. Είχαμε μαζευτεί έξω από το γκαράζι του Μαστρομανέλου. Εκείνος μόλις είχε διώξει έναν πελάτη με σπασμένο αμορτισέρ -«Έλα αύριο, γιατί σήμερα έχω πολλή δουλειά. Είπα»- και είχε βγάλει έξω την ψησταριά που είχε φτιάξει με τα -σαν κουπιά- ...χεράκια του, σφάζοντας στα δύο ένα θερμοσίφωνα. «Πολλή δουλειά», ξεκάθαρα πια, και είπαμε να τον βοηθήσουμε. Πολλή δουλειά κι εμείς. Ψήναμε και πίναμε. Ή, μάλλον, πίναμε και ψήναμε. Ο Δεμπασκαλάς είχε κουβαλήσει από τον καφενέ του Μπάφα ένα τελάρο μπίρες, ο Παππούς, εγώ κι ο Πέτρος ο Αρμένης μια πεντόλιτρη νταμιτζάνα κρασί κι ένα πεντόκιλο μπριζόλες, ενώ ο Φώτης είχε κουβαλήσει -ως συνήθως- μόνο τον Φώτη. «Θα φτάκουνε;», ρώτησε ο Μαστρομανέλος, μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα του συνεργείου με μια δίλιτρη μπουκάλα τσίπουρο. Τον κοιτάξαμε με απορία στο βλέμμα, καθώς όταν ο Μαστρομανέλος καθόταν κάτω να πιει, δεν τον έφτανε ούτε ο Καλαμάς με ενσωματωμένο βρυσάκι. «Θα φτάκουνε. Είπα», κατέληξε και έληξε την κουβέντα, αφού πρώτα διευκρίνισε πως περίμενε να έρθουν κι ο Μπάφας ο καφετζής, μαζί με τον Πέτρο της Κουφής. Ε, κάτι θα φέρνανε κι αυτοί...

Πριν να έρθουνε, όμως και πριν να φέρουνε, εμείς είχαμε πιάσει δουλειά. Οι μπριζόλες είχαν ήδη ψηθεί και τότε, «για να μην καίνε τζάμπα τα ...κάρνα», ο Μαστρομανέλος εμφάνισε κι έριξε στη θράκα καμιά δεκαριά αγκινάρες, ίσαμε ένα κεφάλι μικρού παιδιού η καθεμία. «Αγκινάρες στα κάρβουνα, μάστορα; Μη μας πειράξουν», του είπε περιπαικτικά ο Φώτης, δηλώνοντας πως δεν είχε ξαναφάει ποτέ αγκινάρες. «Φάε κι άμα σε πειράξουν, πείραξέ τες κι εσύ. Είπα»! Αφού «είπε», έφαγε κι ο Φώτης, φάγαμε κι εμείς. Μέχρι να έρθουν ο Μπάφας κι ο Πέτρος της Κουφής, οι μπίρες είχαν τελειώσει, οι μπριζόλες επίσης, το κρασί σωνόταν κι οι αγκινάρες μαδιόνταν, φύλλο το φύλλο, στα στόματά μας. Ξαφνικά, ο Φώτης άρχισε να ξερνάει πάνω του και πάνω στο τραπέζι. Άλλο πάλι και τούτο. Πολλές φορές είχαμε γίνει όλοι μας «σώβρακα», αλλά τέτοιο μεθύσι δεν είχαμε ξαναματαδεί. Πριν καν προλάβουμε να πούμε ή να κάνουμε οτιδήποτε, ο Φώτης γκρεμίστηκε από την καρέκλα που καθόταν. Τον άρπαξα να τον σηκώσω και, ανάμεσα σε ξερατά και σάλια, πάλευε να μου πει πως δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Σε δευτερόλεπτα είχε αρχίσει να μπλαβιάζει. Ευτυχώς τότε εμφανίστηκε ο Πέτρος της Κουφής, που δεν είχε προλάβει να πιει σταγόνα (κυρίως γι΄ αυτό ευτυχώς - που δεν είχε πιει!), τον φόρτωσε στο αγροτικό και τον πήγε με χίλια -τρόπος του λέγειν- στο νοσοκομείο.

«Στο τσακ τον προλάβαμε», μας είπε ο γιατρός όταν μετά από περίπου μία ώρα αγωνίας βγήκε μαζί με τον Πέτρο της Κουφής από τα επείγοντα. Εμείς, που είχαμε ξενερώσει πίνοντας διαδοχικούς καφέδες που μας κέρναγε ο Μαστρομανέλος για να του φέρνουμε κι εκείνου από το κυλικείο, ρωτήσαμε μ΄ ένα στόμα, μια φωνή :«Τι έπαθε;»! «Αλλεργικό σοκ», αποφάνθηκε ο ντόκτορ και παραξενευτήκαμε. «Αλλεργία στο ποτό; Μα τόσες φορές έχει μεθύσει...», υπέβαλε την ένστασή του ως μελλοντικός δικηγόρος ο Παππούς. «Αλλεργία σε κάτι που έφαγε. Απλώς, το ποτό επιβάρυνε την κατάσταση». Όλοι μαζί αναφωνήσαμε «οι αγκινάρες» κι έκτοτε δεν έχω ξαναβάλει αγκινάρα στο στόμα μου, παρότι εμένα μια χαρά ήταν και το στομάχι μου και οι ανάσες μου. Ο Φώτης ήταν αλλεργικός στις αγκινάρες, όπως αλλεργική ήταν κι η μάνα του σε δαύτες, γι΄ αυτό και δεν τις είχε μαγειρέψει ποτέ στο σπίτι τους!

Όταν το ίδιο βράδυ είχε κάπως συνέλθει και αρχίσαμε να τον επισκεπτόμαστε στο δωμάτιο του νοσοκομείου, η δική μου «βάρδια» ταίριαξε με εκείνη του πατέρα του Φώτη, του περίφημου Σαυρογιώργη, και με εκείνη ενός μπάρμπα του, του Μπάμπη του Φίρμα. Τον Σαυρογιώργη τον φωνάζανε όλοι έτσι επειδή από πάντα βάσταγε στην τσέπη του μια πλαστική σαύρα που είχε ψωνίσει σ΄ ένα πανηγύρι και μ΄ αυτή μας φοβέριζε όταν ήμασταν μικροί, πως τάχα είναι ζωντανή και θα μας φάει. Τον Μπάμπη τον Φίρμα τον φωνάζανε έτσι επειδή το ΄χε λίγο χαμένο και παρίστανε τον Φλωρινιώτη: «Πειράζει που είμαι μεγάλη φίρμα;». Αφού δεν πείραζε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, εμάς τι να μας πειράξει;

 

Οι δυο μαζί, όμως, ο Σαυρογιώργης κι ο Φίρμας, μπροστά στο κρεβάτι του άρρωστου Φώτη, ήταν ένας συνδυασμός που πείραζε πολύ, ειδικά όταν ο Μπάμπης άρχισε τα ηθικοπλαστικά: «Να μην πίνεις, παιδί μου. Εμένα που με βλέπεις, δεν έχω μεθύσει ποτέ». «Δεν ξέρεις τι χάνεις, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας», του είπε ο Σαυρογιώργης, ο οποίος ακριβώς επειδή ο Μπάμπης ο Φίρμας ήταν εκτός θέματος, βγήκε κι εκείνος. «Εγώ μια φορά, σε ένα πανηγύρι, ήπια τόσο που δεν ήξερα πώς να γυρίσω σπίτι. Νύχτα ήταν, έχασα το δρόμο, ζαλίστηκα, δεν ξέρω τι έγινε, έπεσα κάτω από ένα γιοφύρι και κοιμήθηκα εκεί, στα χορτάρια μέσα. Ούτε που κοπανήθηκα μ΄ένοιαζε, ούτε η υγρασία, ούτε τίποτα. Ύπνος βαθύς. Ξύπνησα το πρωί από τον ήλιο. Μισάνοιξα τα μάτια και τι να δω; Δυο οχιές στα δύο μέτρα! Δυο οχιές σου λέω και δεν με φάγανε τόσες ώρες. Με τόσο πιοτί, ούτε τα φίδια δεν με πλησιάζανε», είπε την ιστορία του και τότε έδωσε μια γερή στα κάγκελα του κρεβατιού, τόσο γερή που ο Φώτης συνήλθε για τα καλά, κι από το μεθύσι κι από τις άτιμες τις αγκινάρες. «Έτσι θες να γίνεις, ρε χαμένε; Να μην σε πλησιάζουνε ούτε τα φίδια;», μούγκρισε ο Σαυρογιώργης κι έφυγε κουνώντας το κεφάλι τάχα απογοητευμένος, αφήνοντας πίσω εμένα και τον Φίρμα: «Να μη γίνεις έτσι, παιδί μου. Εμένα που με βλέπεις, δεν έχω μεθύσει ποτέ»!

«Δεν ξέρεις τι χάνεις», του είπε ο Φώτης που πλέον είχε έρθει στα ίσια του και ήταν ο κανονικός Φώτης που όλοι αγαπήσαμε. «Ρε ΄σύ μπάρμπα, ποιο είναι το καλύτερο κρασί, ξέρεις;», τον ρώτησε κι ο Φίρμας απάντησε: «Της Ζίτσας». «Και πού το ξέρεις ότι είναι καλό, αφού δεν έχεις μεθύσει ποτέ;», επέμεινε ο Φώτης. «Ε, σαν παιδί κι εγώ...», κατέβασε τον ήχο της φωνής, τα αυτιά και το κεφάλι ο Φίρμας, ευχήθηκε ένα «περαστικά» ξεψυχισμένο και πήγε να βρει τον Σαυρογιώργη. Τώρα που το σκέφτομαι, καλό του έκανε του Φώτη που δεν τον πλησιάζουνε ούτε τα φίδια, γιατί με τόσα ερπετά που έχει μπλεχτεί όλα αυτά τα χρόνια, μικρότερο κίνδυνο θα είχε αν έτρωγε κάθε μέρα αγκινάρες αλά πολίτα...

Μέχρι να ξαναφάω αγκινάρες, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...

Υ.Γ.: Τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, μπορείτε να τους γνωρίσετε καλύτερα στο μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμβιπή (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου. Για αυτό και ό,τι άλλο επιθυμείτε, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.