Διαιτητολαγνεία

ΑΦΟΥ ΜΑΣ ΧΑΛΑΕΙ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ, ΓΙΑΤΙ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ;

Διαιτητολαγνεία

Διαιτητολαγνεία

Ο Τάσος Κολλίντζας γράφει για το Σίτι – Μπαρτσελόνα και για το αθεράπευτο βίτσιο του Έλληνα να βλέπει το ποδόσφαιρο, πάνω απ' όλα, ως ένα παιχνίδι διαιτητικών λαθών.

Το παιχνίδι της Μάντσεστερ Σίτι με την Μπαρτσελόνα το περίμενα με ανυπομονησία. Είμαι φαν του αγωνιστικού στυλ και των δύο ομάδων και παρά το γεγονός ότι δεν περίμενα βροχή από γκολ (βρισκόμαστε άλλωστε στη φάση νοκ άουτ του Τσάμπιονς Λιγκ) ήλπιζα ότι τουλάχιστον θα βλέπαμε ένα καλό ματς. Χρειάστηκαν δέκα – δεκαπέντε λεπτά για να καταλάβω ότι αυτό δεν θα γινόταν. Όταν το πρώτο φαβορί για την κατάκτηση της Πρέμιερ Λιγκ κατεβαίνει στο γήπεδο της για να παίξει την Μπαρτσελόνα όπως θα το έκανε η Οσασούνα μέσα στο “Καμπ Νόου”, τι απαιτήσεις μπορεί να έχει κανείς να δει ένα πραγματικά μεγάλο ματς.

 

Η σημερινή Μπαρσελόνα δεν είναι η Μπαρτσελόνα του Πεπ Γκουαρδιόλα. Όπως εύστοχα είχε επισημάνει σε δηλώσεις του ο Τάτα Μαρτίνο νωρίτερα μέσα στη σεζόν, δεν είναι δυνατό να έχεις κάθε χρόνο την καλύτερη ομάδα όλων των εποχών. Και όμως, οι αντίπαλοί της συνεχίζουν να την αντιμετωπίζουν με το ίδιο δέος και φόβο όπως την ασταμάτητη Μπαρτσελόνα των προηγούμενων χρόνων. Δεν έχω βαρεθεί να βλέπω την Μπαρτσελόνα. Έχω βαρεθεί να βλέπω όλους τους υπόλοιπους να μην αντέχουν να την κοιτάξουν στα μάτια. Με εξαίρεση την Μπάγερν πέρσι και τη Ρεάλ Μαδρίτης τα δύο τελευταία χρόνια, δεν έχει υπάρξει άλλη ομάδα που να κατέβει στο γήπεδο για να παίξει τους “μπλαουγκράνα” στα ίσια.

 

Ο πολύς κόσμος κάθεται να δει ένα παιχνίδι της Μπαρτσελόνα, ειδικά τα μεγάλα ματς του Τσάμπιονς Λιγκ, περιμένοντας να απολαύσει θέαμα. Και συχνά μένει να γκρινιάζει στο τέλος για την ανούσια κατοχή της μπάλας, για το βαρετό “τίκι – τάκα”, για το Μέσι που δεν περνάει όλη την αντίπαλη άμυνα και δεν πετυχαίνει χατ τρικ σε κάθε παιχνίδι. Από που και ως που όμως είναι υποχρεωμένη η Μπαρτσελόνα σε κάθε αγώνα της να παίζει για δύο; Όχι μόνο για τη Λεβάντε και την Βικτόρια Πλζεν αλλά και για τη Γιουνάιτεντ, τη Σίτι, τη Μίλαν. Για ομάδες δηλαδή που βάσει ιστορίας, ονόματος ή μπάτζετ θα έπρεπε να αισθάνονται αρκετά δυνατές ώστε να την παίξουν ως ίσο προς ίσο. Τουλάχιστον μέσα στο γήπεδό τους.

 

Αλλά....τι κάθομαι και γράφω; Ποιος ενδιαφέρεται πραγματικά γι' αυτά. Αν κρίνω από τις αντιδράσεις στα social media αλλά και από τα σχόλια κάτω από το ρεπορτάζ του αγώνα, κανείς δεν θέλει να μιλήσει για το ματς. Αν κάνετε τον κόπο να μπείτε στο σχετικό άρθρο στη πρώτη σελίδα του gazzetta θα δείτε ότι το 90% των σχολίων από κάτω έχουν να κάνουν με τη διαιτησία. Το θέμα μας δεν είναι η Μπαρτσελόνα ούτε η Σίτι. Ούτε ο Μέσι, ο Τουρέ, ο Μαρτίνο ή ο Πελεγκρίνι. Είναι ο Γιόνας Έρικσον και οι αποφάσεις του. Η “Ουεφαλόνα” και η σφαγή της Σίτι.

 

Όπου σφαγή, η απόφαση του διαιτητή να σφυρίξει πέναλτι στην ανατροπή του Μέσι από τον Ντεμικέλις. Σε μια φάση που εγώ προσωπικά, βλέποντάς τη live, φώναξα πέναλτι και αποβολή (και συνεχίζω να τη βλέπω έτσι και μετά από 15 ριπλέι). Σφαγή γιατί λες και αν δεν έδινε το πέναλτι ο Έρικσον, η Σίτι παίζοντας με δέκα από το 54' δεν θα έχανε από την Μπαρτσελόνα. Μια σφαγή που συν τοις άλλοις συμπεριλαμβάνει κι ένα γκολ της Μπαρτσελόνα που κακώς ακυρώθηκε ως οφσάιντ...

 

Δεν θέλω να παίξω το δικηγόρο της Μπαρτσελόνα – και της κάθε Μπαρτσελόνα. Ούτε είμαι τόσο ρομαντικός ή αφελής για να πιστεύω ότι τα πάντα κρίνονται μέσα στις τέσσερις γραμμές. Ακόμα και σε επίπεδο Τσάμπιονς Λιγκ. Αρνούμε όμως να δω το ποδόσφαιρο ως ένα παιχνίδι διαιτητικών αποφάσεων γύρω από το οποίο κινούνται – σε ρόλο κομπάρσου - μια μπάλα με 22 ποδοσφαιριστές.

 

Διαιτητολαγνεία. Εκεί μας έχει οδηγήσει η σαπίλα του ελληνικού ποδοσφαίρου. Σε συνδυασμό με την αιώνια κουτοπονηριά μας βεβαίως. Εμείς δεν τρώμε κουτόχορτο όπως ο υπόλοιπος κόσμος. Ξέρουμε να διαβάζουμε πίσω από τις γραμμές και να αναγάγουμε τα πάντα σε θεωρίες συνομωσίας και διεργασίες παρασκηνίου. Ειδικά τις αποτυχίες μας. Αφού κατά βάθος μας “χαλάει” το ποδόσφαιρο. Γιατί ασχολούμαστε;