Κβαρατσχέλια: Εξωγήινος σε... αναμμένα κάρβουνα (poll)

Κβαρατσχέλια: Εξωγήινος σε... αναμμένα κάρβουνα (poll)

Στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, εκεί όπου ο άνεμος κουβαλά αλάτι και μνήμη, το Κομπουλέτι μοιάζει να ζει σε έναν δικό του ρυθμό. Εκεί, στο γήπεδο της Τσέλε Αρίνα, το ποδόσφαιρο δεν είναι απλώς άθλημα, αλλά συνέχεια μιας παλιάς αφήγησης. Το όνομα του γηπέδου δεν είναι τυχαίο. Φέρει το βάρος μιας μορφής που ξεπέρασε το μέγεθος της εποχής της. Η ονομασία του σταδίου προέρχεται από τον Ρεβάζ Τσελεμπάτζε, μια εμβληματική μορφή της πόλης, ο οποίος υπήρξε μέλος της ιστορικής Ντιναμό Τιφλίδας που κατέκτησε το πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης το 1978. Το προσωνύμιο «Τσέλε» αποτελεί υποκοριστικό του ονόματός του και συνδέθηκε με έναν ποδοσφαιριστή που θεωρήθηκε κορυφαίος της εποχής του στη Γεωργία, σε σημείο που ορισμένοι τον παρομοίασαν ακόμη και με τον Πελέ, υπογραμμίζοντας το επίπεδο της αναγνώρισής του.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι Γεωργιανοί είχαν πάντα ιδιαίτερη ποδοσφαιρική τεχνική. Ναι, οι Γεωργιανοί ποδοσφαιριστές αποκαλούνταν συχνά «Βραζιλιάνοι της Σοβιετικής Ένωσης». Η παράδοση αυτή δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί σημείο αναφοράς για το γεωργιανό ποδόσφαιρο και το ταλέντο του Κβαρατσχέλια θεωρείται φυσική συνέχεια αυτής της σχολής.

Το όνομά του, που στα γεωργιανά σημαίνει «αναμμένο κάρβουνο», αποτύπωνε εύστοχα την ένταση και τη φλόγα του παιχνιδιού του, καθώς ξεχώριζε ήδη από μικρή ηλικία για την ικανότητά του να ξεφεύγει από κάθε μαρκάρισμα.

Ο Χβίτσα Κβαρατσχέλια αποδείχθηκε γρήγορα ότι υπερέβαινε τα όρια της δεύτερης κατηγορίας. Οι αναλύσεις των σκάουτερ έδειχναν έναν ποδοσφαιριστή με εντυπωσιακή τεχνική κατάρτιση και μέσο όρο άνω των δέκα επιτυχημένων ντριμπλών ανά αγώνα.

Η πορεία του στη συνέχεια επιβεβαίωσε τις προσδοκίες. Στη Serie A προκάλεσε άμεση αίσθηση με τη φανέλα της Νάπολι. Η εκρηκτική του εκκίνηση τον κατέστησε τον πιο παραγωγικό νεοφερμένο στην ιστορία του συλλόγου, ξεπερνώντας ακόμη και επιδόσεις καταξιωμένων παικτών.

Οι συγκρίσεις με τη «χρυσή» εποχή της Νάπολι της δεκαετίας του 1980, με παίκτες όπως ο Μαραντόνα και ο Καρέκα, ήταν αναπόφευκτες, ενώ τα μέσα ενημέρωσης και οι φίλαθλοι αναζητούσαν ήδη το νέο του παρατσούκλι, συνδέοντας τον με τη βραζιλιάνικη ποδοσφαιρική παράδοση της ομάδας. Ωστόσο, ο ίδιος ο παίκτης επέλεξε να παραμείνει προσγειωμένος, τονίζοντας ότι η σύγκριση με τον Μαραντόνα δεν είναι ούτε ρεαλιστική ούτε επιθυμητή, αλλά αποτελεί τιμή και ταυτόχρονα ευθύνη.

Η ικανότητά του να παραμένει απρόβλεπτος είναι ίσως το πιο καθοριστικό του χαρακτηριστικό, καθώς συνδυάζει τεχνική αρτιότητα, ταχύτητα και δημιουργικότητα με τρόπο που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την αμυντική του ανάγνωση. Έτσι, ο Κβαρατσχέλια συνεχίζει να ενσαρκώνει την ιδέα του σύγχρονου δημιουργικού επιθετικού, διατηρώντας παράλληλα ζωντανή την παράδοση του γεωργιανού ποδοσφαίρου.

image

Η φάση για την οποία τον αποκαλούν... εξωγήινο

Δεν είναι πάντα όλα τα παρατσούκλια ευλογημένα, ιδίως στα μεγάλα και βαριά ονόματα. Τις δύσκολες μέρες κολλούν πάνω στους ποδοσφαιριστές σαν ξένοι τίτλοι ευγενείας που δεν τους ανήκουν, σα μια σκιά που δεν φεύγει. Ο Χβίτσα Κβαρατσχέλια, είναι από εκείνους που κάθε φορά που ξεδιπλώνουν μια σειρά από ντρίμπλες, που γλιστρούν ανάμεσα στους αντιπάλους τους με το κεφάλι χαμηλά και το σώμα σε συνεχή κίνηση, προκαλούν σχεδόν ανακλαστικά το σχόλιο «Κβαραντόνα». Ένας παίκτης εξαιρετικά ταλαντούχος, ίσως υπερβολικά ταλαντούχος για να μετρηθεί εύκολα με λέξεις. Όμως τίθεται το ερώτημα: μπορεί πράγματι να συγκριθεί με τον Ντιέγο Αρμάντο Μαραντόνα, έναν θεό του ποδοσφαίρου; Στο Παρίσι, έμειναν άφωνοι με μια συγκεκριμένη στιγμή. Μια φάση που μοιάζει να συμπυκνώνει την ουσία του. Οκτώ δευτερόλεπτα, καθαρή απόσταξη.

Στο 24ο λεπτό του πρώτου ημιτελικού, με την Παρί πίσω στο σκορ, ο Κβαρατσχέλια κινείται διαρκώς πάνω στην αριστερή γραμμή, σαν εκκρεμές. Μέχρι εκείνη τη στιγμή έχει σχεδόν εξαφανιστεί από το παιχνίδι. Στο 23:50 ο Ντεζιρέ Ντουέ σηκώνει μια μπαλιά από το κέντρο, στην πλάτη του δεξιού μπακ της Μπάγερν, του Στάνισιτς, ο οποίος έχει ήδη χάσει τη θέση του από μια προσποίηση του Γεωργιανού. Ξαφνικά βρίσκεται σε μια άνιση κούρσα προς την περιοχή του.

Στο 23:55 τον προλαβαίνει. Και τότε ο «Κβάρα» ακουμπά τη μπάλα με το δεξί εξωτερικό, μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε φορές γύρω από τον αντίπαλο και τη στέλνει ψύχραιμα στην απέναντι γωνία. 1–1, στο 23:58. Στη συνέχεια απομακρύνεται χωρίς χαμόγελο.

Καμία επίδειξη, καμία υπερβολή. Μόνο μια εσωτερική ένταση, μια σιωπηλή βεβαιότητα ότι θα υπάρξει και συνέχεια. Ο πανηγυρισμός του είναι σχεδόν κρύος, σα να κυλάει «πάγος στις φλέβες».

Από το Μόναχο στο Παρίσι, η εικόνα είναι η ίδια, ένας παίκτης που επαναλαμβάνει το μοτίβο του. Από τα αριστερά συγκλίνει προς το κέντρο, έτοιμος είτε να σουτάρει είτε να πασάρει. Όλοι το γνωρίζουν. Και όμως δεν τον σταματούν. Το φώναζε και ο Αρίγκο Σάκι πως τον... έμαθαν οι αντίπαλοι, αλλά μάλλον δεν υπολόγισε σωστά.

Όταν η κίνηση αποτυγχάνει, όταν η πρώτη απόπειρα δεν πετύχει, επιστρέφει ξανά. Και ξανά. Ακόμη και μετά από συνεχόμενες αποτυχίες, επιμένει σαν να μην υπάρχει άλλη επιλογή. Στις ευρωπαϊκές νύχτες, όμως, ανεβαίνει επίπεδο. Στατιστικά: 18 γκολ, 14 αγώνες, 10 γκολ στο Champions League, 7 ασίστ. Σκοράρει κάθε 139 λεπτά στην Ευρώπη και κάθε 268 στο πρωτάθλημα.

Τα παρατσούκλια που τον συνοδεύουν γεννήθηκαν στην Ιταλία. Εκεί όπου έγινε πρωταθλητής με τη Νάπολι, αναβιώνοντας μνήμες μιας άλλης εποχής. Η σύγκριση με τον Μαραντόνα ήταν αναπόφευκτη, αλλά και βαριά.

Ο ίδιος παραμένει συγκρατημένος, σχεδόν προστατευμένος από την υπερβολή. Δεν ζητά τις συγκρίσεις, ούτε τις επιδιώκει. Τον ενδιαφέρει μόνο η εξέλιξη.

Στην Παρί Σεν Ζερμέν, η ταυτότητά του έχει πλέον αλλάξει μορφή. Δεν είναι μόνο ντρίμπλα και φαντασία· είναι και πειθαρχία, ένταση χωρίς τη μπάλα, συνεχής κίνηση. Ένας σύγχρονος επιθετικός που λειτουργεί μέσα σε σύστημα. Κι όμως, στις ευρωπαϊκές νύχτες, κάτι αλλάζει. Εκεί μοιάζει να απελευθερώνεται. Τα νούμερα το δείχνουν: σκοράρει πιο συχνά στην Ευρώπη απ’ ό,τι στο πρωτάθλημα. Το όνομά του παραμένει δύσκολο, σχεδόν απρόσιτο για πολλούς. Όμως στην ουσία του, δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο από ένα απλό: «Κβάρα».

image

Για τον Κβάρα το ποδόσφαιρο είναι σαν τη Disneyland

Από τη γενέτειρά του, τη Γεωργία, έπειτα στη Ρωσία και τελικά έως την Παρί Σεν Ζερμέν τον Ιανουάριο του 2025, ο Χβίτσα Κβαρατσχέλια έχτισε την άνοδό του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Μια πορεία που ανταμείβει τη δουλειά ενός ανθρώπου επίμονου και βαθιά παθιασμένου με το παιχνίδι. Προπονητές που διασταυρώθηκαν μαζί του στην πορεία αυτή καταθέτουν τη δική τους μαρτυρία.

Για όσους συνόδευσαν τα πρώτα του βήματα, παραμένει εκείνο το αφελές και γενναιόδωρο παιδί, φυσικά προικισμένο, με μοναδικό όριο τον ουρανό. Πίσω από τον Χβίτσα Κβαρατσχέλια, πρωταγωνιστή μιας σπουδαίας ευρωπαϊκής πορείας με την Παρί Σεν Ζερμέν, κρύβεται μια μεθοδική, σχεδόν χειροποίητη κατασκευή. Εκείνη ενός ποδοσφαιριστή που ανατράφηκε μέσα στην κουλτούρα της δουλειάς και διαμορφώθηκε μακριά από τα ευρωπαϊκά φώτα της προβολής.

Για τον Ρώσο τεχνικό, το «φυσικό ταλέντο» του Γεωργιανού διεθνούς (49 συμμετοχές, 22 γκολ) δεν θα είχε γνωρίσει την ίδια αναγνώριση, αν ο ίδιος δεν είχε δώσει στον εαυτό του τα μέσα για να υπηρετήσει τις φιλοδοξίες του. Πριν γίνει ένας από τους πιο καθοριστικούς παίκτες της Ευρώπης, ο Κβαρατσχέλια, σήμερα 25 ετών, ήταν αρχικά ένας αδύνατος και ντροπαλός έφηβος, που εκπαιδεύτηκε στη Ντιναμό Τιφλίδας και πέρασε από τη ΦΚ Ρουστάβι, πριν φύγει στα 17 του για τη Ρωσία.

Ο ατζέντης του επέμενε ασταμάτητα. Επαναλάμβανε συνεχώς ότι μεγάλωνε ένα σπουδαίο ταλέντο. Η Λοκομοτίβ πήγε στη Γεωργία και παρακολούθησε τους αγώνες του πολλές φορές. Η ομάδα γοητεύτηκε πολύ γρήγορα: «Είχε ντρίμπλα έξω από το συνηθισμένο. Αλλά κυρίως, έβλεπε πάντα τη συνέχεια της επίθεσης» είχε πει ο Σέμιν.

Ο πατέρας του τον ώθησε να πάει στη Μόσχα

Ο ίδιος πρώην ποδοσφαιριστής, ο πατέρας του «Κβάρα», ο Μπάντρι, πίεσε επίσης για αυτή τη μεταγραφή. «Ήξερε ότι στη Λοκομοτίβ υπήρχαν πάντα πολλοί Γεωργιανοί που έπαιζαν καλά και είχαν σημαντικό ρόλο», εξηγεί ο Σέμιν.

Η Μόσχα έγινε η πρώτη κατοικία του Κβαρατσχέλια εκτός Γεωργίας. Εκεί βρέθηκε και η παρουσία ενός συμπατριώτη του, του αμυντικού Σολομόν Κβιρκβέλια, για να διευκολύνει την προσαρμογή του. Αντί να επιλέξει τη ζωή στην πόλη, εγκαταστάθηκε στη βάση προπονήσεων του συλλόγου. Για να μην αποσπάται και «επειδή αγαπούσε υπερβολικά τη δουλειά», επιμένει ο Σέμιν. «Δεν τον είδα ποτέ να φεύγει πρώτος από τα αποδυτήρια. Πάντα έβρισκε επιπλέον ασκήσεις για τον εαυτό του: ντρίμπλες, τελειώματα, νέες προσποιήσεις... Μπορούσε να μείνει με την μπάλα 24 ώρες το 24ωρο».

Αυτό που τον ξεχωρίζει επίσης είναι μια σχεδόν παιδική σχέση με το παιχνίδι. «Για εκείνον, το ποδόσφαιρο είναι σαν τη Disneyland», περιγράφει ο Λεονίντ Σλούτσκι, που τον προπόνησε για τρία χρόνια στη Ρούμπιν Καζάν. «Αγαπάει σπλαχνικά το να παίζει. Δεν έχει σημασία το χρήμα, είτε πρόκειται για μια προπόνηση είτε για έναν τελικό Champions League».

Αγορασμένος έναντι 600.000 ευρώ από τη Ρούμπιν το καλοκαίρι του 2019, ο επιθετικός προερχόταν από μια πρώτη σεζόν με μόλις 10 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις με τη Λοκομοτίβ, όπου κατέκτησε και τον πρώτο του τίτλο, το Κύπελλο Ρωσίας.

Ο Σλούτσκι κατάλαβε αμέσως ότι είχε μπροστά του ένα φαινόμενο. «Ήταν σπουδαίος, τεχνικά ανώτερος. Συνήθως οι παίκτες ξέρουν να ντριμπλάρουν μόνο από τη μία πλευρά. Εκείνος μπορούσε να κάνει τη διαφορά και από τις δύο πτέρυγες. Όταν έχεις έναν τέτοιο παίκτη, ο ρόλος σου είναι να τον εξελίξεις, να κατανοήσεις τα όριά του και να τα σπρώξεις πιο πέρα, ώστε να αναδείξεις τη δύναμή του».

Εκείνη την εποχή, η αποτελεσματικότητα τού έλειπε ακόμη. «Μπορούσε να βάλει τρία γκολ σε κάθε παιχνίδι, αλλά πάντα αναζητούσε την όμορφη ενέργεια», συνεχίζει ο Σλούτσκι. «Του επαναλάμβανα: “Δεν έχει σημασία αν το γκολ δεν είναι όμορφο, πρέπει να σκοράρεις”».

Υπό την καθοδήγηση του, ο Γεωργιανός έμαθε επίσης να γίνεται πιο σκληρός. Πιο ολοκληρωμένος. Πιο ανθεκτικός πνευματικά. Ο Σλούτσκι αφηγείται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: μετά από μία σύγκρουση, ο Κβαρατσχέλια έμεινε στο έδαφος. Ο προπονητής του τον ταρακούνησε. «Αν είσαι τραυματίας, πες το μου και σε βγάζω». Ο παίκτης σηκώθηκε αμέσως: «Όχι, είμαι έτοιμος».

Ένα εθνικό είδωλο

Αυτή η ικανότητα να απορροφά τις απαιτήσεις εμφανίζεται ως ένα από τα μεγάλα γνωρίσματα της καριέρας του. «Όπου κι αν πηγαίνει, παίρνει το καλύτερο από κάθε προπονητή», συνεχίζει ο Σέμιν.

Στη Λοκομοτίβ, ο Κβαρατσχέλια γνώρισε το πολύ υψηλό επίπεδο. Στη Ρούμπιν, απέκτησε μεγαλύτερη αγωνιστική πυκνότητα. Στη Ντιναμό Μπατούμι της Γεωργίας, έγινε εθνικό είδωλο. «Το γήπεδο ήταν γεμάτο μόνο και μόνο για να τον δει να παίζει», θυμάται ο Σέμιν. «Όταν έφυγε τον Μάρτιο του 2022, η κατάσταση ήταν ιδιαίτερη λόγω του πολιτικού πλαισίου (η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία)», υπενθυμίζει ο Σλούτσκι. «Η FIFA είχε επιτρέψει στους παίκτες να αποχωρήσουν και η Ρούμπιν έχασε οκτώ παίκτες μονομιάς. Ο Χβίτσα μού εξήγησε την κατάστασή του, ήταν μια προσωπική απόφαση που συνδεόταν με την οικογένειά του. Επέστρεψε στη Γεωργία, αλλά ήδη γνώριζε ότι δύο μήνες αργότερα θα υπέγραφε στη Νάπολι». «Σήμερα είναι ο καλύτερος στον κόσμο στη θέση του», εκτιμά ο Βλαντίμιρ Βάις, πρώην ομοσπονδιακός προπονητής της Γεωργίας (2016–2020).

Ο Σλοβάκος δηλώνει ότι δεν έχει προπονήσει ποτέ καλύτερο παίκτη από εκείνον, με μοναδική εξαίρεση… «τον γιο μου, τον Βλαντίμιρ», που πέρασε από τις ακαδημίες της Μάντσεστερ Σίτι και σήμερα αγωνίζεται υπό τις οδηγίες του πατέρα του στη Σλόβαν Μπρατισλάβας.

«Στο ένας εναντίον ενός, στο ένας εναντίον δύο, ακόμη και στο ένας εναντίον τριών… ντρίμπλαρε τους πάντες». Η μεγαλύτερη λύπη του Σλοβάκου προπονητή παραμένει εκείνος ο αγώνας μπαράζ απέναντι στη Βόρεια Μακεδονία (0-1) τον Νοέμβριο του 2020, για την πρόκριση στο Euro, στον οποίο ο Κβαρατσχέλια αναγκάστηκε να απουσιάσει λόγω θετικού τεστ Covid. «Δεν καταφέραμε να σκοράρουμε χωρίς εκείνον», λέει ο Βάις.

Σαν να εξαρτιόταν ήδη τότε ολόκληρη η Γεωργία από αυτό το παιδί. Λίγα χρόνια αργότερα, βρίσκεται πλέον στην κορυφή του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Loading...take.quiz-maker.com Δημιουργία Μήνυμα στους Pol Papadopoulos

Φόρτωση BOLM...