Scudetto με υπογραφή Κίβου: Η Ίντερ δεν άφησε τίποτα στην τύχη

Scudetto με υπογραφή Κίβου: Η Ίντερ δεν άφησε τίποτα στην τύχη

Στον 45χρονο Ρουμάνο Κριστιάν Κίβου μπορεί να αποδοθεί ένα σημαντικό μέρος αυτής της ιστορίας του πρωταθλήματος. Ο προκάτοχός του, Σιμόνε Ιντσάγκι, είχε καθοδηγήσει την Ίντερ για αρκετά χρόνια με την έντονη προσωπικότητα και τη φήμη ενός προπονητή που ζούσε το ποδόσφαιρο με πάθος, ένταση και σχεδόν εμμονική αφοσίωση στην τακτική. Κινούνταν διαρκώς στην άκρη του πάγκου με το στενό κοστούμι του, μιλούσε γρήγορα και με σαφήνεια, ενώ οι τακτικές του επιλογές αποσπούσαν τον θαυμασμό κορυφαίων συναδέλφων του, όπως ο Πεπ Γκουαρδιόλα. Απολάμβανε επίσης τη βαθιά εκτίμηση των οπαδών της Ίντερ, μέχρι τη στιγμή που, γύρω από τον χαμένο τελικό του Champions League του 2025 απέναντι στην Παρί Σεν Ζερμέν με 0-5, άρχισε να διαφαίνεται πως θα ακολουθούσε τις οικονομικές προτάσεις της Σαουδικής Αραβίας.

Η αντικατάστασή του αποτέλεσε εξαιρετικά δύσκολη αποστολή, ακόμη περισσότερο επειδή ο διάδοχος ήταν ένας σχεδόν πρωτοεμφανιζόμενος προπονητής. Ο Κίβου ήρθε πριν από την έναρξη της σεζόν από την Πάρμα, όπου είχε εργαστεί ως πρώτος προπονητής μόλις για τρεις μήνες, και αρχικά έμοιαζε ξένος προς το περιβάλλον της κορυφής. Ακόμη και η εικόνα του δημιούργησε αντιδράσεις: λευκά sneakers, χωρίς γραβάτα, μια διαφορετική γενιά και ένα διαφορετικό στυλ από όσα είχαν συνηθίσει στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Ωστόσο, σε αγωνιστικό επίπεδο στηρίχθηκε στην παρακαταθήκη του Ιντσάγκι χωρίς να επιχειρήσει θεαματικές τομές.

Επένδυσε στη συνέχεια και κυρίως στη διαχείριση των ανθρώπων, βρίσκοντας γρήγορα επαφή με τους ποδοσφαιριστές του, τους οποίους παρέλαβε σε έντονη ψυχολογική πτώση μετά το βαρύ 0-5. Δεν τους προσέγγισε μόνο ως προπονητής, αλλά και ως πρώην ποδοσφαιριστής που είχε βιώσει αντίστοιχες πιέσεις, επιλέγοντας άλλοτε την αυστηρότητα και άλλοτε την επιβράβευση ως μέσα παρακίνησης.

Η σεζόν δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Ο αποκλεισμός από τη Μπόντο/Γκλιμτ στο Champions League και τα ντέρμπι που δεν κερδήθηκαν απέναντι στη Μίλαν αποτελούν σαφή αρνητικά σημεία. Ωστόσο, μέσα από τη σύγκριση με τους βασικούς ανταγωνιστές αναδεικνύεται πιο καθαρά η ουσία της επιτυχίας. Ο Μασιμιλιάνο Αλέγκρι είχε επισημάνει πριν την έναρξη της χρονιάς ότι στις τελευταίες 15 ή 16 κατακτήσεις πρωταθλήματος μόνο μία δεν βασίστηκε στην καλύτερη άμυνα, αποτυπώνοντας τη διαχρονική λογική της Serie A. Πράγματι, η τάση για επιθετικό ποδόσφαιρο παραμένει περιορισμένη, με συχνά χαμηλά σκορ και μικρό μέσο όρο τερμάτων. Παρ’ όλα αυτά, η Ίντερ αποτέλεσε εξαίρεση.

Ο Κίβου αντέτεινε ότι στη σύγχρονη εποχή η άμυνα από μόνη της δεν επαρκεί για την κατάκτηση ενός τίτλου, θέση που επιβεβαιώθηκε στην πράξη. Η Ίντερ σημείωσε 82 γκολ στη σεζόν, αριθμό κατά 23 μεγαλύτερο από τη δεύτερη καλύτερη επίθεση, εκείνη της Κόμο. Παράλληλα, ομάδες με πιο επιθετική φιλοσοφία, όπως εκείνες των Σεσκ Φάμπρεγας και Τζαν Πιέρο Γκασπερίνι, δεν κατάφεραν να επιδείξουν την απαιτούμενη σταθερότητα. Την ίδια στιγμή, οι βασικοί ανταγωνιστές παρουσίασαν αδυναμίες: η Νάπολι επηρεάστηκε από τραυματισμούς, η Μίλαν έχασε βαθμούς απέναντι σε θεωρητικά υποδεέστερους αντιπάλους και η Γιουβέντους παρέμεινε ασταθής. Αν και σε ένα σημείο ο τίτλος έμοιαζε να έρχεται εύκολα, η συνολική εικόνα το διαψεύδει. Οι 82 βαθμοί, η κυριαρχία στα στατιστικά στοιχεία και η συνολική λειτουργία της ομάδας επιβεβαιώνουν ότι η επιτυχία δεν ήταν συγκυριακή.

Σε αυτό συνέβαλε και η οικονομική σταθερότητα του συλλόγου, που κατέγραψε σημαντική κερδοφορία, ενισχύοντας τη δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Η Ίντερ παρουσιάζει μια σπάνια ισορροπία ανάμεσα σε αγωνιστική αποτελεσματικότητα και διοικητική οργάνωση, γεγονός που ενισχύει την προοπτική διατήρησης της κυριαρχίας της. Από το 2019 και έπειτα, με μόνη εξαίρεση μία τρίτη θέση, βρίσκεται σταθερά στις δύο πρώτες θέσεις, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελεί πλέον τον βασικό άξονα του ιταλικού ποδοσφαίρου.

image

Κίβου με αριθμούς που θα ζήλευε ο… Μουρίνιο

Ο Κριστιάν Κίβου απέκτησε πολύ γρήγορα πλήρη αξιοπιστία στον πάγκο της Ίντερ. Υπήρξε ιδιαίτερα προσεκτικός στο να μην αλλοιώσει τη λειτουργική βάση που είχε δημιουργήσει ο Ιντσάγκι, διατηρώντας τη δομή και ενισχύοντας την κάθετη ανάπτυξη. Η αυτοματοποίηση των γραμμών παρέμεινε το κύριο χαρακτηριστικό της ομάδας, κάτι που αποτυπώνεται και στην υπεροχή της στις ακολουθίες άνω των 10 πασών. Η ροή του παιχνιδιού ήταν σταθερά υψηλού επιπέδου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συνεργασία Μπαστόνι και Ντιμάρκο στην αριστερή πλευρά.

Η μη ολοκλήρωση της μεταγραφής του Αντεμόλα Λούκμαν δεν αποδείχθηκε τελικά πρόβλημα, καθώς απέτρεψε την ανάγκη προσαρμογών που θα διατάρασσαν τη συνοχή. Ο Κίβου στηρίχθηκε στο καθιερωμένο 3-5-2 και επικεντρώθηκε στη διαχείριση του συνόλου. Παράλληλα, επιβεβαίωσε την επιλογή του με αποτελεσματική καθοδήγηση και σταθερότητα, ακόμη και σε δύσκολες περιόδους. Στο τέλος της σεζόν, κατέγραψε σημαντικά επιτεύγματα: έγινε ο 5ος προπονητής στην ιστορία της Ίντερ που κατακτά τίτλο στην πρώτη του χρονιά, ενώ πέτυχε ποσοστό νικών 74%, υψηλότερο από εκείνα των Κόντε (68%), Ιντσάγκι (66%) και Μουρίνιο (64%).

Σε επίπεδο ρόστερ, η διαχείριση υπήρξε εξίσου καθοριστική. Παρά την αποτυχία ενίσχυσης με έναν εξτρέμ υψηλής δημιουργικότητας, το βασικό πρόβλημα της προηγούμενης χρονιάς –η έλλειψη αξιόπιστων εναλλακτικών– αντιμετωπίστηκε. Η διαφορά αποτυπώθηκε άμεσα: από τα 5 γκολ των Ταρεμί (1) και Αρναούτοβιτς (4), η ομάδα πέρασε στα 11 των Πίο Εσπόζιτο (6) και Μπονί (5), οι οποίοι πρόσφεραν ένταση και τακτική συνέπεια. Ο Πίο Εσπόζιτο αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες θετικές εκπλήξεις, ενώ ο Σούτσιτς συνέβαλε καθοριστικά στην πορεία στο Κύπελλο. Ο Ακάντζι ενίσχυσε την άμυνα με φυσική παρουσία και δημιουργία από πίσω, καταγράφοντας τις περισσότερες επιτυχημένες πάσες μεταξύ των αμυντικών.

Η καλύτερη διαχείριση των εναλλακτικών, σε συνδυασμό με την πρόωρη έξοδο από το Champions League, επέτρεψε στον Κίβου να περιορίσει την επιβάρυνση και να διατηρήσει υψηλό επίπεδο απόδοσης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι βασικοί ποδοσφαιριστές επανήλθαν στο προσκήνιο. Ο Φεντερίκο Ντιμάρκο ξεχώρισε με 17 ασίστ και 6 γκολ, φτάνοντας τις 23 συμμετοχές σε τέρματα, επίδοση χωρίς προηγούμενο για αμυντικό. Ο Λαουτάρο Μαρτίνες παρέμεινε ηγετική μορφή με 16 γκολ και 4 ασίστ, επηρεάζοντας καθοριστικά την απόδοση της ομάδας.

image

Οι πρωταγωνιστές που έκαναν τη διαφορά

Παράλληλα, ο Τουράμ συνέχισε με σταθερή παραγωγικότητα, ενώ ο Τσαλχάνογλου, παρά τους τραυματισμούς, διατήρησε τον ρόλο του ρυθμιστή με μέσο όρο ενός γκολ ανά 183 λεπτά. Ο Ζιελίνσκι βελτίωσε σημαντικά την απόδοσή του, φτάνοντας τα 6 γκολ, με καθοριστικό εκείνο απέναντι στη Γιουβέντους. Ο Μπαρέλα επέστρεψε δυναμικά στο τέλος, επιβεβαιώνοντας τον ηγετικό του ρόλο, ενώ ο Μπαστόνι, παρά τις δυσκολίες, διατήρησε τη δημιουργική του συμβολή από την άμυνα.

Το μοναδικό σαφές μειονέκτημα της Ίντερ εντοπίζεται στα αποτελέσματα απέναντι στους βασικούς ανταγωνιστές. Πέρα από μία νίκη επί της Γιουβέντους και μία ισοπαλία με τη Νάπολι, τα υπόλοιπα αποτελέσματα ήταν αρνητικά. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική εικόνα δεν επηρεάζεται ουσιαστικά. Η Ίντερ ολοκλήρωσε τη σεζόν με 81 γκολ, 16 clean sheets και πρωτιά σε όλες τις βασικές επιθετικές κατηγορίες: τελικές στην εστία, επαφές μέσα στην περιοχή, γκολ από μακρινές αποστάσεις, γκολ από κοντά, γκολ με κεφαλιά και γκολ από στατικές φάσεις.

Σε ένα πρωτάθλημα 38 αγωνιστικών, οι συγκυρίες μπορούν να επηρεάσουν στιγμές, όχι όμως τη συνολική κατάταξη. Η διάρκεια παραμένει το απόλυτο κριτήριο αξιολόγησης και εκεί η Ίντερ δεν άφησε περιθώρια αμφισβήτησης. Η σταθερότητα, η ποιότητα του ρόστερ, η σωστή διοικητική λειτουργία και η ικανότητα του Κίβου να διαχειριστεί την μετάβαση από την εποχή Ιντσάγκι σε μια νέα αγωνιστική πραγματικότητα, οδήγησαν σε μια κατάκτηση που δεν ήταν αποτέλεσμα συγκυριών αλλά ξεκάθαρης ανωτερότητας. Η Ίντερ απέδειξε ότι ήταν, συνολικά και αγωνιστικά, η ισχυρότερη ομάδα της Serie A.

@Photo credits: Getty Images/Ideal Image
Φόρτωση BOLM...