Στέλιος Τζούτζης στο Gazzetta: Από τα μονά με τα αδέρφια Αντετοκούνμπο στην κορυφή του NCAA!

Στέλιος Τζούτζης στο Gazzetta: Από τα μονά με τα αδέρφια Αντετοκούνμπο στην κορυφή του NCAA!

Photo Credit: Χρήστος Ζωίδης

Το Gazzetta φωτίζει την άγνωστη αλλά εκπληκτική ιστορία του Στέλιου Τζούτζη, που έφυγε το 2004 από τα Σεπόλια σε ηλικία 16 ετών και σήμερα, στα 38 του, είναι assistant-coach και general manager στο πανεπιστήμιο Liberty και ο μοναδικός Έλληνας προπονητής με δαχτυλίδι στο κολεγιακό πρωτάθλημα.

Μας χωρίζουν κάτι λιγότερο από 48 ώρες για τον εφετινό τελικό του NCAA, στον οποίο τελικά δεν θα έχουμε «ελληνική» συμμετοχή και την ευκαιρία να ξαναγράψουμε ιστορία. Για την πλειοψηφία των απανταχού Ελλήνων μπασκετόφιλων του κολεγιακού πρωταθλήματος, η καρδιά χτυπούσε για το Ιλινόι του «δικού μας» Αντρέι Στογιάκοβιτς, που διεκδίκησε την πρόκριση, αλλά ηττήθηκε με 71-62 στον ημιτελικό από το Κονέκτικατ

Πόσο «δικό μας» είναι το παλικάρι με το νο2 των Fighting Illini; Πολύ περισσότερο, πάντως, από τον πατέρα του, τον μεγάλο Πέτζα Στογιάκοβιτς, υπό την έννοια ότι εκείνος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη από Ελληνίδα μάνα (Αλέκα Καμηλά), μεγάλωσε με τα ελληνικά ήθη και έθιμα και μιλάει την γλώσσα μας φαρσί!

Ας του ευχηθούμε, λοιπόν, να είναι υγιής και αν τελικά επιστρέψει και του χρόνου στο κολέγιο, να έχει ξανά την ευκαιρία να φτάσει τόσο κοντά σε κάτι τόσο σπουδαίο και τόσο δύσκολο. Να γίνει ο δεύτερος Έλληνας που θα κατακτήσει τον τίτλο στο κολεγιακό πρωτάθλημα (ο πρώτος ήταν ο Απόστολος Ρούμογλου, που έχει δύο δαχτυλίδια, αλλά χωρίς καθόλου συμμετοχή στους τελικούς) και ο τρίτος γηγενής μπασκετάνθρωπος που έχει ζήσει με απόλυτη επιτυχία την “March Madness”.

O πρώτος που τα κατάφερε είναι το πρόσωπο της διδακτικής ιστορίας που θα διαβάσετε παρακάτω και μάλιστα όπως την διηγείται ο ίδιος πρωταγωνιστής! Ο λόγος για τον σημερινό assistant-coach και general manager της κολεγιακής ομάδας του Liberty (εδρεύει στο Lynchbourg της Βιρτζίνια), που πριν από 22 χρόνια ήταν ένα συνηθισμένος Αθηναίος έφηβος με έφεση στο μπάσκετ και ο οποίος, απέναντι σε όλα τα προγνωστικά, επέλεξε να ζήσει το όνειρό του! Aκολουθώντας τον πιο δύσκολο δρόμο.

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, ο Στέλιος Τζούτζης. Από την παιδική ομάδα του Τρίτωνα και τα μονά στο ανοιχτό γήπεδο στα Σεπόλια, παρεούλα με τον Θανάση και τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, στην κρύα επαρχία της Βιρτζίνια. Εκεί που έμελλε να στηθεί στην αφετηρία μίας διαδρομής, η οποία τον οδήγησε μέχρι τον κολεγιακό τίτλο του 2019 με τους Καβαλίερς του UVA (ως μέλος του staff του μελλοντικού hall of famer coach, Τόνι Μπένετ) και τον ευλόγησε, να απολαμβάνει την καθημερινότητα μέσα από την μεγάλη του αγάπη: την «πορτοκαλί μπάλα».

Και αυτό χάρη στην ευκαιρία που είχε να συνδυάσει το μπάσκετ με τις σπουδές, οι οποίες αποτέλεσαν το όχημα για την περαιτέρω εξέλιξη του.

Στις 5 χιλιάδες λέξεις που ακολουθούν, θα διαβάσετε για τις εμπειρίες που αποκόμισε, τα εμπόδια που ξεπέρασε στο high school και στο junior college, για τα εφόδια που πήρε στο πανεπιστήμιο και για τους ανθρώπους που τον βοήθησαν...

Για το πως ο πάγκος ισορρόπησε και υπερκέρασε την επιθυμία του να βρίσκεται μέσα στο παρκέ, αλλά και για το πως οι γνωριμίες του με μεγάλα ονόματα της προπονητικής, «ξεκλείδωσαν» μία πόρτα που δεν ανοίγει εύκολα για κάποιον που δεν είναι δουλευταράς και πλήρως αφοσιωμένος σε αυτό που κάνει...

O Στέλιος Τζούτζης (νο32) με την φανέλα των Bishops στο High School

Κωδικός «υποτροφία σε high school», 22 χρόνια πριν!

Ας αρχίσουμε από το προφανές... Πίσω στο μακρινό 2004, όταν ήσουν 16 χρόνων, δεν ήταν καθόλου εύκολη και συνηθισμένη – όπως τώρα – η απόφαση που πήρες να πας στην Αμερική και να συνδυάσεις το μπάσκετ με τις δύο τελευταίες τάξεις του λυκείου... Πως προέκυψε;

«Για να είμαι ειλικρινής, από πολύ μικρός είχα μία μεγάλη αγάπη για το κολεγιακό μπάσκετ και επιθυμία να ζήσω αυτή την εμπειρία από κοντά. Κατάπινα όλα τα δημοσιεύματα της εποχής και τα όποια highlights έδειχνε το TV Magic, ενημερωνόμουν δειλά-δειλά μέσω internet για τα τεκταινόμενα στο NCAA και όταν έτυχε να επικοινωνήσω αυτό το όνειρο σε έναν Έλληνα προπονητή, τον Σωτήρη τον Βούκια, αυτόματα παρουσιάστηκε μία ευκαιρία, λόγω της γνωριμίας του με τον coach στο high school που τελικά με επέλεξε. Με έφερε σε επαφή και θα τον ευγνωμονώ πάντα, άρχισε μία επικοινωνία, έστειλα σε video παιχνίδια που είχα παίξει στο παιδικό πρωτάθλημα και με το κλιμάκιο της ΕΣΚΑ, αλλά και μία ατομική προπόνηση και μέσα σε διάστημα λίγων μηνών, μου έδωσαν υποτροφία. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και ένα ψηλό παιδί που είχε παίξει στο Boise State και εν συνεχεία τον έφερε στην Αθήνα ο Παναθηναϊκός και έμενε στην γειτονιά μου! Ο συγχωρεμένος ο Κώστας Αυγερινός, που είχε ύψος 2,17 και τα καλοκαίρια που επέστρεφε από την Αμερική, ερχόταν στο ανοιχτό του Τρίτωνα και παίζαμε μονά, οπότε μου είχε μιλήσει για τις εμπειρίες του και ουσιαστικά μου είχε ενδυναμώσει το “μικρόβιο”…»

Και ξαφνικά χτυπάει ένα τηλέφωνο και σου λένε «μπες σε ένα αεροπλάνο κι έλα;»...

«Κάπως έτσι! Απλά το 2004 υπήρχε μία ιδιαιτερότητα με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και αυτός ήταν ο λόγος που άργησα να πάω, γιατί όταν έφτασα, η σχολική χρονιά είχε ήδη ξεκινήσει για 2-3 εβδομάδες... Κι αυτό γιατί η αμερικανική πρεσβεία είχε κλείσει την εξυπηρέτηση του κοινού για την έκδοση της visa και ουσιαστικά υπολειτουργούσε με ένα προσωπικό ασφαλείας μόνο για τους Αμερικανούς πολίτες. Οπότε, μου πήρε αρκετό χρόνο για να κάνω τα χαρτιά μου... Παρ’ ότι την απόφαση, την είχα πάρει πολύ νωρίτερα, κάπου στον Μάιο εκείνης της χρονιάς...»

Πως το πήραν οι γονείς σου; Επρόκειτο για μία πολύ επαναστατική απόφαση για εκείνη την εποχή...

«Δεν μπορώ να πω ότι ήταν εναντίον, αλλά δεν μου είπαν και από την πρώτη στιγμή “σήκω και πήγαινε αγόρι μου”! Συζητήσαμε, βάλαμε κάτω όλα τα δεδομένα και επειδή οι γονείς μου ήθελαν πάντα να σπουδάσω, καταλήξαμε ότι τα συν ήταν πολύ περισσότερα. Ειδικότερα από την στιγμή που, 20 και πλέον χρόνια πριν, το μπάσκετ ήταν ασφαλής δρόμος για να μπει κάποιος σε ένα κολέγιο και να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του.»

Πόσο διαφορετική ήταν η μετάβαση στο αμερικανικό σύστημα τότε, σε σχέση με το τώρα, που λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας, όλες οι αποστάσεις έχουν «μειωθεί»...

«Ναι καμία σχέση! Πολύ πιο δύσκολη σε όλα τα επίπεδα και κυρίως στο κομμάτι της επικοινωνίας. Γενικά η προσαρμογή ήταν δύσκολη και με την καθημερινότητα, με την γλώσσα αλλά και με τα μαθήματα.»

Ήξερες καλά αγγλικά πριν φύγεις και ήσουν καλός μαθητής;

«Μέτριος ήμουν και στα δύο και ξαφνικά από το 53ο Λύκειο Αθηνών στα Σεπόλια, βρέθηκα στο Virginia Episcopal School, που βρίσκεται στο Lynchbourg της Βιρτζίνια, εδώ ακριβώς που βρίσκομαι και τώρα! Επρόκειτο για ένα τεράστιο πολιτισμικό σοκ! Ξαφνικά από ‘κει που πήγαινα σχολείο με φόρμες, έπρεπε να κάθε μέρα να είμαι ντυμένος με σακάκι, πουκάμισο και γραβάτα, ενώ στην αρχή αντιμετώπισα μεγάλη δυσκολία και στο μαθησιακό κομμάτι λόγω της διαφορετικής γλώσσας. Γενικά η πρώτη χρονιά ήταν πολύ δύσκολη. Αλλά βοηθήθηκα πολύ από τους ανθρώπους του σχολείου, που ήταν πολύ ευγενικοί και πρόθυμοι να σου λύσουν το οποιοδήποτε πρόβλημα και σε έκαναν να αισθανθείς σαν μέλος της οικογένειάς τους.»

Ποιες είναι οι πρώτες δύσκολες θύμησες που σου έρχονται στο μυαλό και λες «πω πω τι έχω περάσει...»;

«Το πρώτο εξάμηνο είχα μεγάλες δυσκολίες με τα μαθήματα γιατί φεύγεις από την Ελλάδα και ξαφνικά τα κάνεις όλα στα αγγλικά. Αλλά και κοινωνικά δεν ήταν εύκολο, παρ’ ότι υπήρχαν και αρκετά παιδιά, περίπου 40, από την Ευρώπη! Γενικά ήταν ένα αρκετά μεγάλο ιδιωτικό σχολείο με περισσότερα από 400 μαθητές που έμεναν στο εσωτερικό του σε εστία και το πιο μεγάλο “αγκάθι” ήταν η προσαρμογή στην διαφορετική κουλτούρα ζωής. Εκείνη την στιγμή δεν το καταλαβαίνεις, γιατί σου φαίνονται όλα παράξενα. Πολύ απλά γιατί στην αρχή δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Διαφορετικά ωράρια, διαφορετικές συνήθειες, διαφορετικό στυλ διατροφής, ένα εντελώς άλλο περιβάλλον από αυτό που είχα συνηθίσει σε ένα δημόσιο στην καρδιά της Αθήνας.»

Μπασκετικά;

«Η ομάδα συμμετείχε στην καλύτερη ιδιωτική λίγκα της Πολιτείας της Βιρτζίνια και ειδικότερα στα δέκα πρώτα παιχνίδια, τα βρήκα πολύ δύσκολα στο κομμάτι της ταχύτητας και της αθλητικότητας. Μέχρι λίγο μετά τα Χριστούγεννα, ψαχνόμουν!»

Η ομάδα ήταν καλή;

«Πάρα πολύ καλή, ειδικά τον πρώτο χρόνο που πήγα ήταν πολύ υψηλού επιπέδου!»

image

Η εμπειρία του αμερικανικού γυμνασίου και το junior college!

Ωραία! Φτάνεις εκεί στα 16 σου και μπαίνεις στην σχολική διαδικασία. Πόσο χρόνο σου πήρε να αντιληφθείς ποιος είσαι, τι θέλεις, ποια κατεύθυνση θα πάρεις;

«Σε εκείνη την ηλικία, μέχρι να τελειώσω το high school, το μόνο που είχα στο μυαλό μου είναι το πως θα παίξω επαγγελματικό μπάσκετ. Όταν τελείωσα το σχολείο και είχα στην πλάτη μου δύο πολύ επιτυχημένες σεζόν και σε ατομικό και σε ομαδικό επίπεδο – είχαμε φτάσει σε δύο συνεχόμενα Final 4 του πολιτειακού πρωταθλήματος – ήμουν πολύ ικανοποιημένος από την εξέλιξή μου σαν παίκτης. Οπότε πήρα την απόφαση να συνεχίσω στην Αμερική, συνδυάζοντας σπουδές και μπάσκετ, πάντα με απώτερο σκοπό να επιστρέψω στην Ελλάδα για να παίξω στην Α1 Κατηγορία.»

Ποια είναι η εικόνα που σου έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη από το high school και ακόμη και τώρα, όταν ταξιδεύεις σε εκείνα τα χρόνια σου έρχεται πάντα στο μυαλό;

«Η πρώτη μέρα! Που έφυγα από μία μεγαλούπολη σαν την Αθήνα και βρέθηκα σε μία μικρή αμερικανική κωμόπολη, σαν αυτές που βλέπουμε στις ταινίες και το βράδυ που έφτασα και με πήγε ο προπονητής στην εστία, όπου όλοι ετοιμάζονταν να κοιμηθούν. Ήταν σαν αμερικανικό cinema! Δε θα ξεχάσω ποτέ που το επόμενο πρωί, μπήκα για πρώτη φορά στην τάξη για να παρακολουθήσω στα αγγλικά το μάθημα της ιστορίας και κάθισα σε αυτό το μονοθέσιο θρανίο. Αισθανόμουν πάρα πολύ άβολα και προσπαθούσα να μην το δείξω. Εν συνεχεία πήγαμε σε έναν τόπο συγκέντρωσης, σαν εκκλησία, όπου εκεί κάναμε ομαδική προσευχή τρεις φορές την εβδομάδα. Εκεί με σύστησαν για πρώτη φορά σε όλα τα παιδιά και τους καθηγητές του σχολείου, ως νεοσύλλεκτο και ήταν μία στιγμή τόσο έντονη, που πραγματικά δεν θα βγει ποτέ από την μνήμη μου. Δεν πίστευα ότι ζω κάτι τέτοιο...»

Ποιο ήταν το επόμενο βήμα;

«Εξασφάλισα μία υποτροφία σε ένα junior college στο Ιλινόϊ, το Ρεντ Λέικ, που βρίσκεται σε μία μικρή πόλη, περίπου 1,5 ώρα νοτιοανατολικά του Σαιντ Λουις. Ήταν σίγουρα μία ιδιαίτερη εμπειρία, αλλά όπως και σε όλους τους σταθμούς στην Αμερική, στάθηκα αρκετά τυχερός από την άποψη ότι «έπεσα» σε πολύ καλούς προπονητές, όπως ο Τζον Γουίντχαμ στο σχολείο και ο Τιμ Γουίλς στο JuCo, που ήταν και εξαιρετικοί σαν άνθρωποι και τους ευχαριστώ θερμά για την στήριξή τους. Η ομάδα ήταν πολύ υψηλού επιπέδου και συμμετείχε σε μία από τις πιο ανταγωνιστικές περιφέρειες της λίγκας, ενώ για όσους δεν γνωρίζουν τι εστί junior college, πρόκειται μία διαδικασία που σκληραγωγεί αρκετά όποιον γίνεται μέρος της. Και αυτό γιατί αυτά τα προγράμματα, συνήθως βρίσκονται σε απομονωμένα σημεία της αμερικανικής επαρχίας και όλοι οι παίκτες τα χρησιμοποιουν σαν σκαλοπάτι για να πάρουν μία υποτροφία σε πανεπιστήμια, οπότε κάθε προπόνηση είναι κάτι σαν “ο θάνατός σου και η ζωή μου”! Εκεί που ήμουν εγώ, είχε τρομερό κρύο και για να σου δώσω να το καταλάβεις, είναι κάτι σαν να παίζεις στην Σιβηρία. Ένα από τα μεγαλύτερά μου κέρδη σε αυτά τα δύο χρόνια που έπαιξα στο junior college, ήταν οι φιλίες που έκανα – τις οποίες και διατηρώ ακόμη – και με βοήθησαν να αντέξω σε όλες αυτές τις λεγόμενες “κακουχίες”. Γενικά αυτή η διετία θεωρώ ότι με ωρίμασε πολύ σαν άνθρωπο και με σκλήρυνε, γιατί έφυγα από ένα πολύ προστατευμένο περιβάλλον όπως αυτό του high school και τρόπον τινά βρέθηκα σε ένα “πεδίο μάχης” με φόντο το μπάσκετ, μέσα από το οποίο κατάφερα να επιβιώσω και να βγω νικητής

Ποιο είναι το περιστατικό που σε έχει στιγματίσει από το junior college;

«Το πρώτο παιχνίδι που παίξαμε απέναντι σε ένα κολέγιο που ήταν στο νο5 της Αμερικής και λεγόταν South West Illinois. Παίξαμε σε ένα γήπεδο που είχε γεμίσει από το ξεκίνημα της προθέρμανσης και σταδιακά, καθώς πλησίαζε η ώρα για το τζάμπολ, έβλεπα να έρχονται και να κάθονται στις θέσεις του αγωνιστικού χώρου, μία σειρά από ονομαστούς προπονητές πανεπιστημίων, τους οποίους τα προηγούμενα χρόνια έβλεπα στην τηλεόραση! Από το Κεντάκι, το Λούιβιλ και όλα τα τριγύρω σημαντικά πανεπιστημιακά προγράμματα, όπως για παράδειγμα ο Ρόι Ουίλιαμς του Κάνσας! Και το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι με τον συγκεκριμένο, μετά από 10 χρόνια έμελλε να ήμασταν αντίπαλοι στους πάγκους, όταν εγώ πλέον ήμουν μέλος του staff του Ουέικ Φόρεστ.»

Χάσατε σε εκείνο το ματς;

«Όχι μόνο χάσαμε, αλλά ήμουν και πολύ έξω από τα νερά μου γιατί πραγματικά είχα σαστίσει από την ατμόσφαιρα που σου περιέγραψα.»

Η επικοινωνία με τους δικούς σου πίσω στην Ελλάδα, πως ήταν τότε και με τι συχνότητα γινόταν;

«Στην αρχή με χρονοκάρτα για διεθνείς κλήσεις και μία φορά την εβδομάδα, ενώ προϊόντος του χρόνου προέκυψε και το Skype, που για εκείνη την εποχή ήταν πολύ πρωτοπορειακό μέσο επικοινωνίας. Τα καλοκαίρια, πάντως, επέστρεφα πίσω για διακοπές».

Ο Στέλιος Τζούτζης στο πλευρό του coach ΜακΚέι

Το πτυχίο στα χρηματοοικονομικά και η επιστροφή στα... θρανία!

Και μετά την διετία στο JuCo, φεύγεις από το Ιλινόι και πας που;

«Στο πανεπιστήμιο Μάνσφιλντ που είναι 2ης κατηγορίας και βρίσκεται στην βόρεια Πενσιλβάνια, στα σύνορα με το βόρειο κομμάτι της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, περίπου 2 ώρες οδικώς από το Ρότσεστερ. Δεν φαντάζεσαι τι κρύο έχει εκεί!»

Τι συνάντησες εκεί;

«Εξίσου καλή εμπειρία, σε μία πολύ ανταγωνιστική λίγκα, από την οποία αρκετά παιδιά έκαναν καριέρα στην Ευρώπη, με προεξάρχοντα, τον Στίβεν Ντένις. Εμείς δεν είχαμε σπουδαίο ρόστερ, ωστόσο, το επίπεδο ήταν πολύ υψηλότερο από το JuCo και αυτά τα δυο χρόνια με βοήθησαν πολύ.»

Ποια είναι η στιγμή που θυμάσαι περισσότερο;

«Μετά από 4 χρόνια ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείεες, τότε είχα προσαρμοστεί για τα καλά στην καθημερινότητα και την κουλτούρα της Αμερικής, αλλά και στην προπόνηση του κολεγιακού μπάσκετ, μου είχαν κάνει εντύπωση κάποια παιδιά με τα οποία είχαμε παίξει αντίπαλοι και ήταν τρομεροί αθλητές και στη συνέχεια έκαναν αισθητή την παρουσία τους σαν επαγγελματίες. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Ντι Μποστ (σ.σ.: έπαιξε στην Μονακό, την Βιλερμπάν, την Χίμκι, την Γαλατασαράι και την Ζάλγκιρις, καθώς επίσης και στην Εθνική Βουλγαρίας ως “νατουραλιζέ”) από το Μισισίπι Στέιτ, που ξεχώριζε για την έκρηξη και την ταχύτητά του, αλλά και ο Άντριου Νίκολσον από το Σεντ Μποναβέντουρ, που αργότερα έγινε draft στο νο19 του από τους Ορλάντο Μάτζικ κι έπαιξε 5 χρόνια στο ΝΒΑ (σ.σ.: από το 2017 έως και πέρυσι, έπαιξε στην Κίνα και συνεχίζει στην Κορέα). Ο τελευταίος ήταν ίσως ο πιο κυριαρχικός παίκτης που έχω αντιμετωπίσει ποτέ...»

Στην διάρκεια της διαδρομής, πότε αποφάσισες τι ήθελες να σπουδάσεις;

«Πάντα ήθελα να σπουδάσω κάτι γύρω από τα χρηματοοικονομικά, οπότε είχα κατασταλλάξει από τα χρόνια του high school ότι ήθελα να ασχοληθώ με τις οικονομικές επιστήμες. Και αυτό έπραξα μετά τα δύο πρώτα χρόνια της γενικής εκπαίδευσης. Το 2010 πήρα το πτυχίο μου και για να είμαι ειλικρινής αυτό που ήθελα περισσότερο να κάνω, ήταν να γυρίσω στην Ελλάδα και να παίξω επαγγελματικό μπάσκετ. Τα καλοκαίρια που επέστρεφα, έκανα προπονήσεις άλλοτε με το Αιγάλεω και άλλοτε με τον Ίκαρο Καλλιθέας, οπότε είχα πάρει γεύση από το κορυφαίο επίπεδο της Α1 Κατηγορίας. Αλλά επειδή σταδιακά είχα αρχίσει να καταλαβαίνω ότι δεν θα έκανα κάτι σπουδαίο και θα ήμουν ένας μέτριος παίκτης που θα έπαιζε είτε στην Α2, είτε στις μικρές ομάδες του επαγγελματικού πρωταθληματος, άρχισα να ψάχνω κάτι που θα μου παρείχε ένα πιο ασφαλές μέλλον. Η αυτογνωσία, ξέρεις, έρχεται σιγά-σιγά με τα χρόνια... Μετά από 6 χρόνια στην Αμερική είχα καταλήξει ότι δεν είχα το μεγάλο πακέτο για να κάνω κάποια σπουδαία καριέρα σαν παίκτης. Ήμουν καλός αθλητής για την Ελλάδα, αλλά πολύ μέτριος για το αμερικάνικο επίπεδο. Αλλά από μικρός παρακολουθούσα πολύ μπάσκετ και καταλάβαινα πολύ το παιχνίδι, οπότε έβρισκα πάντα τον ρόλο μου.»

Πότε άρχισα να μπαίνει μέσα σου το «μικρόβιο» της προπονητικής;

«Κατ’ αρχάς, θέλω να σου πω ότι από μικρός, ήμουν πολύ τυχερός γιατί πάντα είχα εξαιρετικούς προπονητές! Από τα πρώτα μου χρόνια στο μπάσκετ στον Τρίτωνα με τον Χρήστο τον Κατσαρό, που ήταν και ένας εκπληκτικός άνθρωπος, πραγματικός δάσκαλος αλλά και coach από τα ΤΕΦΑΑ Αθήνας, μέχρι το high school, το junior college και το πανεπιστήμιο. Επίσης μετά από τόσα χρόνια μεγάλης μάχης και πίεσης υπό δύσκολες συνθήκες και ανταγωνισμού με υπέρτερους παίκτες και αθλητές, έρχεται κάποια στιγμή η ώρα της ψυχικής και της πνευματικής φθοράς αλλά και του αδειάσματος. Είχα αρχίσει να χάνω την μπασκετική φλόγα! Αυτό σε συνδυασμό με τις απολαβές που υπήρχαν στην Ελλάδα για τους παίκτες του επιπέδου μου, με έκαναν να στραφώ προς την αμερικανική αγορά για μία πρώτη δουλειά. Τότε, βέβαια, στην Αμερική τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα στο να βρει κάποιος ένα εργασιακό περιβάλλον που θα του έβγαζε επαγγελματική visa, οπότε σκέφτηκα να ζητήσω βοήθεια από το σχολείο που τελείωσα στο Λιντσμπουργκ. Για καλή μου τύχη, υπήρχε μία κενή θέση στο τμήμα που ρύθμιζε τα οικονομικά του εκπαιδευτικού οργανισμού, οπότε με προσέλαβαν! Προς μεγάλη μου έκπληξη, όμως, όταν πήγα, με ρώτησαν αν παράλληλα θα ήθελα να εργαστώ ως βοηθός του head coach στην ομάδα, που πριν από κάποια χρόνια μου είχε δώσει υποτροφία.»

Έτσι απλά άρχισαν όλα;

«Ακριβώς! Εν τω μεταξύ όταν πήγα, έναν χρόνο πριν είχαν προσλάβει ένα πρώην παίκτη του πανεπιστημίου του Βιρτζίνια, τον Κέρτις Στέιπλς, που είχε γίνει draft στο NBA, είχε παίξει και στην Ευρώπη και τώρα είναι scouter στους Πίστονς. Δεν το πολυσκέφτηκα όταν μου έκαναν την πρόταση, ωστόσο, από την πρώτη μέρα που ανέλαβα και αυτά τα καθήκοντα, αισθάνθηκα μία τόσο μεγάλη μπασκετική ευεξία που είπα μέσα μου ότι “αυτό ήταν κάλεσμα ζωής”! Εντελώς ξαφνικά ένιωσα ότι ξαναβρήκα την φλόγα που είχα χάσει στο μπάσκετ και αυτή η προπονητική εμπειρία μου στο high school ήταν κάτι σαν όνειρο. Γιατί την ξεκίνησα χωρίς προσδοκίες και μέσα σε λίγα χρόνια καταφέραμε να φτάσουμε το σχολείο σε επίπεδο εθνικής αναγνώρισης. Την πρώτη μου χρονιά, κατακτήσαμε τον πολιτειακό τίτλο. Στην πενταετία που έμεινα εκεί, πήγαμε ισάριθμες φορές στο Final 4, παίξαμε σε τέσσερις τελικούς και πήραμε δύο τρόπαια, ενώ συνολικά στείλαμε 23 παιδιά στο κολεγιακό μπάσκετ.»

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκεί «ερωτεύτηκες» το coaching και είπες ότι «εδώ είμαστε»;

«Σίγουρα και σε αυτό έπαιξε ρόλο το ότι είχα την ελευθερία για να στήνω όλο το επιθετικό κομμάτι της ομάδας, οπότε οι επιρροές μου ήταν από τα plays και την μεθοδολογία του Ζέλικο Ομπράντοβιτς και του Δημήτρη Ιτούδη. Γιατί κακά τα ψέματα, μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, η δική μου μπασκετική κουλτούρα σημαδεύτηκε απ’ όσα είχα δει από την σχολή του “Ζοτς” και του coach Ιτούδη αργότερα... Και σε αυτό το σημείο, νιώθω μεγάλη ανάγκη να ευχαριστήσω όλους τους Έλληνες προπονητές που με έχουν βοηθήσει στην διάρκεια όλης αυτής της διαδρομής! Που έχουν ανταποκριθεί σε όλες τις επικοινωνίες που χρειάστηκα κι έχουν μοιραστεί μαζί μου κομμάτια της φιλοσοφίας τους. Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάνω στον coach Ιτούδη, στον coach Μπαρτζώκα και το επιτελείο του, τον coach Σφαιρόπουλο, τον coach Σπανούλη και φυσικά ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Βαγγέλη Ζιάγκο και στον Αχιλλέα Δεμέναγα.»

O Ντίνος Μήτογλου με τον συμπαίκτη του στον Ουέικ Φόρεστ, Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ

Το ξεκίνημα της προπονητικής στο NCAA, ο Μήτογλου, ο Μάνινγκ και ο Ντάνκαν!

Ποια είναι η στιγμή που θυμάσαι περισσότερο από την 5ετία σαν assistant coach στο Virginia Episcopal School;

«Σίγουρα η χαρά που πήρα όταν κατακτήσαμε το πρώτο πρωτάθλημα και φυσικά η μεγάλη τιμή που ένιωσα όταν γνώρισα από κοντά τον coach Σιζέφσκι και τον coach Μπένετ, οι οποίοι επισκέφτηκαν αυτοπροσώπως την προπόνησή μας για να κάνουν recruiting κάποιους από τους παίκτες μας! Σκέψου ότι μετά από κάποια χρόνια, ήμουν στενός συνεργάτης με τον δεύτερο και αντίπαλος με τον πρώτο!»

Ο επόμενος σταθμός ποιος ήταν;

«Το Liberty University στο οποίο βρίσκομαι και τώρα, σαν graduate assistant. Υπάρχουν δύο θέσεις ή και παραπάνω στο προπονητικό επιτελείο, στις οποίες προσλαμβάνονται αντίστοιχοι προπονητές που κάνουν το μεταπτυχιακό τους και ταυτόχρονα βρίσκονται στις υπηρεσίες του staff της ομάδας. Δηλαδή το κολέγιο τους επιδοτεί το master και ταυτόχρονα τους έχει και στο payroll. O δικός μου ρόλος ήταν το players’ development με ατομικές προπονήσεις στους παίκτες αλλά και η προετοιμασία του video. Τότε ήταν ο πρώτος χρόνος του τωρινού μας προπονητή, του coach ΜακΚέι, τον οποίο είχα γνωρίσει τα προηγούμενα χρόνια από τις επισκέψεις του Βιρτζίνια στο σχολείο μας για recruiting, τότε που ήταν associate head coach των Καβαλίερς.»

Κάπως έτσι, λοιπόν, παρεισήφρησες στον «μαγικό κόσμο» του κολεγιακού μπάσκετ... Τι σου έχει μείνει από την πρώτη σου διετία στο Liberty;

«Ήταν η πρώτη πολύ ρομαντική μπσκετική περίοδος της ενασχόλησης με την πρώτη κατηγορία του NCAA και αυτό που μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση, ήταν το πόσο μεγάλη έμφαση δίνονταν στις λεπτομέρειες και το πόσο πολύπλοκη και απαιτητική ήταν η δουλειά του προπονητή σε αυτό το επίπεδο. Είχα την ευκαιρία να κάνω σπουδαίες γνωριμίες, να κάνω ατομικές στον Κέϊλεμπ Χόμσλι, που φέτος παίζει στην Μπαχτσέσεχίρ και να εξελιχθω ακόμη περισσότερο στο αντικείμενό μου, σε βαθμό που άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου να ακολουθεί πλέον αυτόν τον δρόμο ως καριέρα.»

Τι μεταπτυχιακό έκανες;

«Sports management! Το έκανα μέσα σε έναν χρόνο, γιατί αμέσως μετά, μου δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψω στο staff του Wake Forest.»

Πως προέκυψε αυτή η πρόταση;

«Ήθελαν έναν προπονητή με εξοικείωση με το video και το scouting αλλά και με γνώσεις από την ευρωπαϊκή αγορά, για να μπορέσουν να φέρουν κάποια παιδιά από τα δικά μας μέρη. Πάλι μέσω του recruiting στο high school, είχα γνωριστεί με τον coach Μάνινγκ, οπότε μου τηλεφώνησαν.»

Και πήγες εκεί και βρήκες τον Μήτογλου; Τον ήξερες από που;

«Ακριβώς! Για την ακρίβεια τον βρήκα εκεί, αλλά είχα φέρει τους ανθρώπους της ομάδας σε επαφή μαζί του από την προηγούμενη σεζόν, γιατί τον ήξερα από την Ελλάδα. Είχα δώσει τις πληροφορίες που χρειάζονταν για τον Ντίνο, στον πρώτο βοηθό προπονητή, τον Ράντολφ Τσίλντρες που είχε παίξει στους Πόρτλαντ Τρέιλ Μπλέιζερς στο ΝΒΑ και αργότερα στην Ιταλία και τον επόμενο χρόνο που με προσέλαβαν, τον συνάντησα εκεί.»

Με τον Ντίνο πόσο καιρό συνυπήρξατε;

«Ενάμιση χρόνο! Στο Wake Forest ο ρόλος μου ήταν director of players development και ταυτόχρονα είχα το κομμάτι του video για το scouting και το international recruiting.»

O Ντάνι Μάνινγκ πως ήταν σαν προσωπικότητα;

«Ένας gentleman, ένας εξαιρετικός άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τους παίκτες του και μία προσωπικότητα λίγο πιο συντηρητική, με τεράστια έφεση στο κομμάτι της επίθεσης. Και αν δεις όλα τα παιδιά που ξεπήδησαν από το συγκεκριμένο πρόγραμμα, με προεξάρχοντα τον Τζον Κόλινς που έπαιξε στην Ατλάντα και στην Γιούτα και τώρα είναι στους Κλίπερς, θα αντιληφθείς ότι είχαν μεγάλη πρόοδο στην ατομική βελτίωση, σε σχέση με το πως ήταν όταν μπήκαν. Παρ’ ότι σαν παίκτης δεν ήταν αθλητικός, καταλάβαινε απίστευτα το μπάσκετ.»

Ποιο ήταν το περιστατικό που δεν θα ξεχάσεις από το Wake Forest;

«Όταν γνώρισα τον Κρις Πολ και τον Τιμ Ντάνκαν. Τα παιδιά αυτά ήταν παίκτες του προγράμματος και τα καλοκαίρια έρχονταν για προπονήσεις και μονά με τους παίκτες του κολεγίου. Ο πρώτος μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση για το μπασκετικό του IQ και την ανταγωνιστική του φύση και ο δεύτερος για την απλότητά του, με τόσα πράγματα που είχε καταφέρει.»

Για τον Ντάνκαν μου είχε μιλήσει και ο Ντίνος σε μία παλαιότερη συνέντευξη...

«Ναι τους έκανε πλάκα στα μονά, την έβαζε όπως ήθελε και τους τρέλαινε...»

Σε πλήρη παράταξη η ομάδα μπάσκετ και το staff των Βιρτζίνια Καβαλίερς

Η πρόσληψη στο Βιρτζίνια και ο κολεγιακός τίτλος!

Και μετά φεύγεις από την Βόρεια Καρολίνα και πας στο Βιρτζίνια. Πως προέκυψε αυτό;

«Σου είπα πως είχα γνωρίσει τον coach Μπένετ, αλλά τότε είχαν αλλάξει οι εργασιακοί κανονισμοί και έπρεπε να περιμένω περίπου έναν χρόνο για να ανανεώσω την visa μου. Καθώς βρισκόμουν στην Αμερική και περίμενα την έκδοση της, έμαθα, ότι το Βιρτζίνια ότι ήθελε να προσθέσει έναν ακόμη προπονητή στο επιτελείο του με γνώσεις και εμπειρία από το scouting και από την ανάπτυξη και την αξιολόγηση των παικτών. Χάρη στην πολυετή σχέση που είχα «χτίσει» τόσο με τον head coach όσο και με αρκετά μέλη του staff, μου δόθηκε η ευκαιρία. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία…»

Πάμε σε αυτή την ιστορία, λοιπόν, που άρχισε με τον πλέον ονειρικό τρόπο, από την άποψη ότι εντάχθηκες στην ομάδα, προς τα τέλης της σεζόν που κατακτήσατε το τελευταίο σας πρωτάθλημα…

«Στους Καβαλίερς προσελήφθην τον Φεβρουάριο του 2019, λίγο διάστημα πριν την “March Madness”, οπότε δεν ήμουν εκεί από την αρχή εκείνης της εκπληκτικής χρονιάς. Από την πρώτη στιγμή, όμως, κατάλαβα ότι επρόκειτο για ένα πολύ ιδιαίτερο πρόγραμμα, που παρέπεμπε σε “εργοστάσιο παραγωγής παικτών”. Όλη η φιλοσοφία του coach Μπένετ βασίζεται σε πέντε πυλώνες: την ταπεινότητα (σ.σ: δηλαδή το να γνωρίζουμε ποιοι πραγματικά είμαστε), το πάθος (σ.σ.: το να μην είμαστε χλιαροί), την ενότητα (σ.σ: να μην διαιρούμε το σπίτι μας), την διαθεσιμότητα (σ.σ.: το να συμβάλλουμε στο να γίνεται ο διπλανός μας καλύτερος) και την ευγνωμοσύνη (σ.σ.: το να μαθαίνουμε από κάθε περίσταση). Η παρουσία μου σε αυτό το εργασιακό περιβάλλον, πέρα από το κομμάτι του μπάσκετ που ανήκε στο υψηλότερο επίπεδο, ήταν κάτι περισσότερο από πανεπιστήμιο ζωής!»

Eκείνο το Final Four είχε γίνει στη Μινεάπολις. Τι θυμάσαι από εκείνο το τριήμερο;

«Το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι το πρόγραμμα που είχε φτιάξει ο coach Μπένετ και το οποίο είχε τις αρχές που μόλις σου περιέγραψα, κατάφερε να φτάσει στην κορυφή χωρίς να έχει τους παίκτες που είχαν τα υπόλοιπα high major κολέγια, που “καπάρωναν” τα κορυφαία ταλέντα από τα σχολεία. Θέλω να πω ότι πω ότι για να επιλεγεί ένα παιδί από το Βιρτζίνια, εξίσου σημαντικά προαπαιτούμενα με το μπασκετικό κομμάτι (σ.σ.: ταλέντο και σωματικά προσόντα) ήταν η προσωπικότητα, η διάθεση να θυσιάσει το εγώ για το εμείς, καθώς επίσης και η εργατικότητα. Εκείνη η πεντάδα που έφτασε μέχρι τον τελικό και σήκωσε το τρόπαιο, αποτελούνταν από σπάνια παιδιά. Ήταν ο Κάϊλ Γκάι, ο Τάι Ζερόμ, ο ΝτιΆντρε Χάντερ, ο Μπράξτον Κι (σ.σ.: Βαλένθια) και ο Μαμαντί Ντιακιτέ (σ.σ.: Μπασκόνια).»

Δεν είχατε πάντως και δευτεροκλασάτη ομάδα;

«Σίγουρα, αλλά ξέρεις ποια είναι η διαφορά; Ότι αυτά τα παιδιά έφτασαν στο επίπεδο που έπαιξαν αργότερα, στο επαγγελματικό μπάσκετ, μέσα από την προεργασία και την δουλειά που έγινε από το πρόγραμμα. Δεν ήρθαν ως παίκτες που φαίνονταν ότι θα πάνε ψηλά. Ίσως, αν εξαιρέσουμε τον Κάιλ Γκάι, που από το σχολείο είχε πολύ καλές κριτικές, όλοι οι υπόλοιποι ήρθαν ως εξελίξιμοι παίκτες του μέσου όρου.»

Δεν μου είπες κάτι ξεχωριστό που σε σημάδεψε τότε;

«Ξέρεις γιατί; Γιατί ήμουν ακόμη στην αρχή και δεν είχα μπορέσει να συνειδητοποιήσω ακόμη πόσο ψηλά είχαμε φτάσει, συν του ότι δεν ήμουν απόλυτα εξοικειωμένος με όλα. Αυτό που δεν θα φύγει ποτέ από τις σκέψεις μου, όσον αφορά στην θητεία μου στο πανεπιστήμιο του Βιρτζίνια, είναι τα μεγάλα παιχνίδια στα ασφυκτικά γεμάτα γήπεδα και οι τεράστιες εκτός έδρας νίκες με αντιπάλους για παράδειγμα όπως το Ντιουκ, με το corner buzzer beater του Ρίις Μπίκμαν! Και τότε δεν ήμασταν κάποιο φανταχτερό σύνολο – από την άποψη ότι δεν είχαμε τους μεγάλους πρωταγωνιστές του παρελθόντος – και νικήσαμε με τις αρχές που πρέσβευε η ομάδα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση για τους προπονητές.»

Ο coach Τόνυ Μπένετ με όλα τα τρόπαια που κατέκτησε στον πάγκο των Βιρτζίναι Καβαλίερς

Η «σχέση ζωής» με τον coach Μπένετ, το «εργοστάσιο παικτών» και η πρόκληση του Liberty!

Το εθνικό πρωτάθλημα του 2019, ήταν σίγουρα κάτι μοναδικό. Από ‘κει και πέρα, ποια είναι τα παράσημα που κουβαλάς συνέχεια μαζί σου από αυτή την 6ετή διαδρομή;

«Τους τίτλους της κανονικής περιόδου σε μία περιφέρεια σαν την ACC και φυσικά τις σχέσεις ζωής που χτίσαμε μεταξύ μας οι προπονητές, αλλά και σαν staff με τα παιδιά, που θα μας ενώνουν για πάντα. Δεν είναι λίγο πράγμα να καταφέρνεις να εξελίξεις ταλέντα αλλά και χαρακτήρες και να μεταδώσεις τα εφόδια που τους έδωσαν την δυνατότητα να παίξουν στο ΝΒΑ και στο υψηλότερο της Ευρώπης. Καθώς επίσης και το ξεχωριστό προνόμιο του να έχουμε στείλει συνολικά 19 και 21 παίκτες στο draft και στο ΝΒΑ αντίστοιχα.»

Σε αυτή την 6ετία;

«Στα 15 χρόνια του coach Μπένετ (2009-2024)! Ποιον να πρωτοαναφέρω; Μιλάμε για τρομερούς παίκτες, όπως ο Τράβις Σκοτ (σ.σ.: έπαιξε κάποια χρόνια στο NBA και εν συνεχεία στην Βιλερμπάν), ο σουτέρ Τζο Χάρις (σ.σ.: έχει αποσυρθεί), ο Τζάστιν Άντερσον (σ.σ.: μετά από 7 χρόνια στο πρωτάθλημα, ήρθε στην Ευρώπη για την Μπαρτσελόνα, ενώ τώρα παίζει στην Ντουμπάι), o Μάλκολμ Μπρόγκντον (σ.σ.: rookie της χρονιάς το 2017 και καλύτερος 6ος παίκτης το 2023), o Ντέβον Χολ (έπαιξε έναν χρόνο στους Θάντερ και εδώ και 5 χρόνια παίζει στην Euroleague), o Κάιλ Γκάι (σ.σ.: έπαιξε στον Παναθηναϊκό), ο Μαριάλ Σαγιόκ (σ.σ: έναν χρόνο στους Σίξερς και μετέπειτα στην Euroleague με την Φενέρ και την Μακάμπι), ο Τάι Ζερόμ (σ.σ: διανύει τον 7ο χρόνο του στο ΝΒΑ), τον ΝτιΆντρε Χάντερ (σ.σ.: Χοκς, Καβαλίερς και Κινγκς), τον Τρέι Μέρφι (σ.σ.: Νιού Όρλεανς Πέλικανς) και τον Ράϊαν Νταν (σ.σ.: Φίνιξ Σανς), οι οποίοι έγιναν draft, αλλά και παιδιά που δεν έγιναν, αλλά κάνουν καριέρα, όπως ο Σαμ Χάουζερ των Σέλτικς, ο Τζέιμς Χαφ των Ιντιάνα Πέισερς, ο Άντονι Γκιλ των Ουίζαρντς, o Μαμαντί Ντιακιτέ, ο οποίος αγωνίστηκε στους Μπακς και τώρα παίζει στην Μπασκόνια και ο Ρίις Μπίκμαν που πέρασε από τους Νετς και τους Γουόριορς. Μιλάμε για πολύ σπάνια μονάδα παραγωγής παικτών!»

Αν κάποιος σε ρωτήσει τι είναι για σένα ο coach Τόνι Μπένετ;

«Ο απόλυτος winner! Αλλά ένας νικητής της ζωής, μέσα κι έξω από το γήπεδο κι ένας πραγματικός ηγέτης. Θυμάμαι τι είχε πει στην ομάδα αλλά και σε μένα προσωπικά, μετά από μία επώδυνη ήττα. “Δεν είμαστε losers, γιατί η αποτυχία δεν μας καθορίζει. Το ότι προπονούμε και παίζουμε μπάσκετ, είναι κομμάτι της ζωής μας, όμως, δεν αποτελεί αυτό που είμαστε πραγματικα!”. Την χρονιά πριν έρθω στην ομάδα και κατακτήσουμε τον τίτλο, το Βιρτζίνια ήταν no1 και αποκλείστηκε από το no16. Μετά που στεφθήκαμε πρωταθλητές, είχε πει το εξής, αναφερόμενος σε εκείνη την άσχημη εμπειρία: “Αν μάθεις να χρησιμοποιείς σωστά την αντιξοότητα, θα σου αγοράσει εισιτήριο για ένα μέρος που θα μπορούσες να είχες πάει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, όχι όμως με τόσο γλυκό!”... Θα είμαι πάντα ευγνώμων στον coach Μπένετ για την ευκαιρία που μου έδωσε ώστε να γίνω μέλος του staff σε έναν τόσο μεγάλο εκπαιδευτικό και μπασκετικό οργανισμό, όπως το πανεπιστήμιο του Βιρτζίνια και να εργαστώ στο υψηλότερο επίπεδο του πρωταθλητισμού στο κολεγιακό πρωτάθλημα. Πάνω απ' όλα θέλω, όμως, να τον ευχαριστήσω για όλα τα μαθήματα ζωής που με δίδαξε σε όλα αυτά τα χρόνια της συνεργασίας μας.»

Η αποχώρησή σου, πέρυσι από το Βιρτζίνια, ήρθε κάποιους μήνες μετά την παραίτηση του coach Μπένετ. Τι συνέβη;

«Μετά από 15 χρόνια στον πάγκο των Καβαλίερς, θεώρησε ότι με όλες αυτές τις αλλαγές που συντελέστηκαν στο κολεγιακό μπάσκετ, δεν μπορούσε να συνεχίσει πηγαίνοντας κόντρα στις αρχές του. Δεν ήταν ενάντια στις πληρωμές των παικτών, αλλά στην ριζική δομική αλλαγή που έγινε. Γιατί επαναλαβάνω ότι ο coach Μπένετ δεν ήταν απλά ένας σπουδαίος προπονητής μπάσκετ, αλλά ταυτόχρονα ένας μεγάλος δάσκαλος και ένας μέντορας της ίδιας της ζωής. Όλα αυτά που συνέβησαν με το transfer portal και τα απίστευτα χρήματα που διοχετεύονται μέσω του NIL, μείωσαν πολύ το ενδιαφέρον του και στην αρχή της περυσινής σεζόν, ανακοίνωσε ότι αποχωρεί, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να διασφαλίσει την δουλειά των συνεργατών του. Έτσι, την θέση του ανέλαβε ο πρώτος βοηθός του, σαν υπηρεσιακός προπονητής. Και μόλις τελείωσε η περυσινή χρονιά, αποχώρησα κι εγώ.»

Και από πέρυσι, επέστρεψες στο Liberty, απ' όπου ξεκίνησαν όλα όσον αφορά στο κολεγιακό πρωτάθλημα...

«Ακριβώς! Λόγω της προηγούμενης συνεργασίας με τον coach ΜακΚέι, ανέλαβα όλo το κομμάτι της άμυνας και ενώ εκτελώ χρέη και general manager, έχοντας την ευθύνη όλων των διαπραγματεύσεων με τους ατζέντηδες για την υπογραφή των παικτών και την διαχείριση του budget από το NIL. Στην εποχή που βρισκόμαστε όπου το κολεγιακό πρωτάθλημα έχει γίνει πλέον απόλυτα επαγγελματικό, το τηλέφωνο δεν σταματάει να χτυπάει. Το καλό είναι ότι η πρώτη μας σεζόν ήταν εξαιρετική και παρ' ότι τελικά δεν πήγαμε στο τελικό τουρνουά, κρατάμε ως παρακαταθήκη την κατάκτηση της πρωτιάς στην regular season, στην “Conference USA” (σ.σ: με ρεκόρ 17-3 στην συγκεκριμένη περιφέρεια, αλλά και ένα εκπληκτικό σερί 17 νικών στην κανονική περίοδο) και ήδη έχουμε αρχίσει την προετοιμασία για την επόμενη, ώστε να κάνουμε ένα βήμα παραπάνω.»

Θα το πάρει φέτος ο Στογιάκοβιτς με το Ιλινόι;

«Μακάρι και θα ταξιδέψω με μεγάλη ανυπομονησία στην Ιντιανάπολις για το Final 4, όπου θα έχω την ευκαιρία να θυμηθώ τι είχε γίνει πριν 7 χρόνια! Γνωρίζω καλά τον Αντρέι και την οικογένειά του και μπορώ να σας πω ότι έχει κάνει τεράστια πρόοδο τα τρία τελευταία χρόνια που παίζει κολεγιακό μπάσκετ. Το Ιλινόι έχει πολύ γεμάτη ομάδα και από την αρχή πίστευα ότι μπορούσε να φτάσει μακριά. Εύχομαι να δούμε καλά παιχνίδια και εν συνεχεία να συνεχίσω με καλή ψυχολογία το ταξίδι μου με προορισμό το Μιλγουόκι. Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή που τελειώνει η αγωνιστική σεζόν, προσπαθώ να επισκέπτομαι τον Γιάννη και τον Θανάση και να θυμόμαστε τα παλιά. Τότε που χανόταν η μπάλα στα μονά και δεν φεύγαμε από το ανοιχτό των Σεπολίων, αν δεν έκλεινε ο Δήμος τα φώτα. Κάποια στιγμή μετά τα μεσάνυχτα...»


Φόρτωση BOLM...