Ντιντιέ Ντομί στο Gazzetta: «Όταν ήρθε και μύριζε αλκοόλ, νευρίασα και του είπα: "Εδώ είναι Ολυμπιακός, εδώ είμαστε πρωταθλητές"»
Μερικοί άνθρωποι δεν κοιτούν τα πάντα μόνο ως... δουλειά. Η κάμερα ανοίγει. Ένα πλατύ χαμόγελο σαν αυτό που είχε στα γήπεδα και τότε εμφανίζεται στην οθόνη. Οι παιδικές αναμνήσεις οργιάζουν βλέποντας έναν άνθρωπο που ταυτίστηκε με τον αριθμό «3».
Ντιντιέ Ντομί. Ο άνθρωπος που δεν είχε ούτε Facebook, ούτε Instagram. Επικοινωνούσε με email και το πρώτο που είπε ήταν: «Ας πούμε δύο κουβέντες πρώτα και μετά η δουλειά. Ανθρώπινα. Να κάνουμε μία χαλαρή κουβέντα». Πρώτη φορά μου έχει τύχει και μου έκανε ιδιαίτερα ευχάριστη εντύπωση. Ποιος είναι λοιπόν ο κύριος;
Απρίλιος του 2006. Ο αντιπρόεδρος του Ολυμπιακού ταξιδεύει στο Παρίσι προκειμένου να ντύσει στα ερυθρόλευκα έναν ακραίο μπακ από την Εσπανιόλ. Το όνομα αυτού είναι Ντιντιέ Ντομί. Διεθνής με την Κ21 της Γαλλίας, περίπου 12 εκατ. ευρώ σε μεταγραφές και συμμετοχές σε Premier League με τη Νιούκαστλ και τη Ligue 1 με τη Παρί Σεν Ζερμέν.
Κάτοχο κυπέλλου Γαλλίας και κυπέλλου Ισπανίας πριν φορέσει τα χρώματα του Ολυμπιακού και γίνει μία από τις πιο cult φιγούρες του ελληνικού ποδοσφαίρου μένοντας συνολικά για τέσσερα χρόνια στο πρωτάθλημά μας.
Αναδείχθηκε τρεις φορές πρωταθλητής, πανηγύρισε δύο κύπελλα Ελλάδος, έπαιξε στο Champions League και συνολικά μέτρησε 66 παιχνίδια με τους Πειραιώτες, έχοντας στον απολογισμό του εννιά ασίστ συνολικά. Ο κόσμος τον αγάπησε και ο ίδιος δεν ξεχνά τα χρόνια που πέρασε στην Ελλάδα.
Πλέον βρίσκεται στο Κατάρ για χάρη των ακαδημιών της Παρί Σεν Ζερμέν και το Gazzetta κατάφερε να τον εντοπίσει. Μακριά από τα φώτα των social media, ο 47χρονος Γάλλος έχει ενεργό ρόλο στην κάτοχο του Champions League και μοιράστηκε εμπειρίες και εικόνες από την πορεία του μέχρι σήμερα.
«Η πρώτη ακαδημία ήταν ο... δρόμος, η πιο σκληρή στιγμή μου ήταν ένα αυτογκόλ στα 17 μου»
Πώς ξεκίνησες το ποδόσφαιρο και που;
«Κυρίως ποδόσφαιρο αν θυμάμαι καλά. Γεννήθηκα σε προάστιο του Παρισιού και το όνομα της ακαδημίας που ξεκίνησα ήταν ο... δρόμος (γέλια). Θυμάμαι ήμουν πέντε με έξι ετών όταν άρχισα να βγαίνω στη γειτονιά μου για ποδόσφαιρο. Οι περισσότεροι παίκτες ξεκίνησαν έτσι το ποδόσφαιρο και σχεδόν όλα τα παιδιά έπαιζαν στον δρόμο. Περνούσαμε ώρες στον δρόμο μετά το σχολείο ή τα σαββατοκύριακα. Είχαμε και τις ομάδες μας οπότε παίζαμε αγώνες αλλά κυρίως παίζαμε στον δρόμο. Είχαμε μία ώρα προπόνηση, μετά τον αγώνα αλλά τις υπόλοιπες ώρες παίζαμε στον δρόμο».
Τι σε έκανε να αγαπήσεις το ποδόσφαιρο;
«Θυμάμαι ότι ξεκίνησα να βλέπω ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Το πρώτο μου Μουντιάλ ήταν του 1986 στο Μεξικό και το έχω έντονα στο μυαλό μου γιατί η Γαλλία έφτασε μέχρι τα ημιτελικά και κατέκτησε την 3η θέση. Εκεί μου έγινε το κλικ και μου άρεσε πολύ το ποδόσφαιρο. Στο Παρίσι είναι σαν τη Βραζιλία. Είναι ένας δημοφιλή άθλημα και ειδικά στα προάστια. Όταν κατεβαίνεις στον δρόμο και βλέπεις τους πάντες παίζουν ποδόσφαιρο. Ούτε τένις, ούτε ράγκμπι (γέλια). Μόνο ποδόσφαιρο. Στα προάστια ήταν σκληρά τα πράγματα, δεν ήταν και το καλύτερο περιβάλλον αλλά παράλληλα ήταν οικογενειακό και για αυτό αγάπησα το ποδόσφαιρο. Ήταν η ελευθερία μας όταν παίζαμε μικροί. Όχι προπονητές, όχι γονείς. Δημιουργούσες προσωπικότητα».
Είχες κάποιο είδωλο;
«Ήταν ο Ζαν Τιγκανά. Ήταν χαφ της Γαλλίας εκείνη την περίοδο και κατέκτησε το EURO το 1984. Δεν ξέρω γιατί επειδή δεν ήμουν χαφ αλλά μου άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος παιχνιδιού του».
Υπήρξε κάποιο παιχνίδι που θυμάσαι έντονα μέχρι σήμερα;
«Τα προημιτελικά με τη Βραζιλία. Ήταν ένα απίστευτο παιχνίδι και ίσως ένα από τα καλύτερα στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Έπαιζαν θρύλοι του ποδοσφαίρου και στις ομάδες, ο Ζίκο έχασε πέναλτι, ο Πλατινί είχε σκοράρει και έγινε στο Μεξικό με αποτέλεσμα η ατμόσφαιρα να είναι εκρηκτική. Ήταν πραγματικό τρομερό παιχνίδι».
Θεωρείς ότι το ποδόσφαιρο σε... έσωσε από τη σκληρότητα στη γειτονιά σου;
«Η γειτονιά μου ήταν δύσκολη στην αρχή. Δεν θα είχα μπλέξει σε τίποτα αλλά αυτό που μπορώ να πω ότι η σκληρότητα της γειτονιάς με βοήθησε να είμαι αυτό που είμαι σήμερα. Να αποκτήσει ένα mentality νικητή».
Στην Παρί Σεν Ζερμέν πώς πήγες;
«Θυμάμαι ότι η μητέρα μου αποφάσισε να με γράψει σε μία ακαδημία που λεγόταν «Saint Germain Ole» όπου συνδύαζαν το διάβασμα με το ποδόσφαιρο. Ήταν κοντά εκεί που έκανε προπόνηση η Παρί Σεν Ζερμέν. Με είδαν, τους άρεσα και έναν χρόνο μετά με κάλεσαν να πάω εκεί. Δεν ήταν συμβουλή αλλά είχαμε προπονητές που μας άφηναν ελευθερία κινήσεων. Είχαμε φαντασία. Υπάρχουν τρομεροί προπονητές αυτή τη στιγμή αλλά προσπαθούν να βάλουν πράγματα των ανδρών όπως τακτική ή τρόπο παιχνιδιού σε ηλικία 12 και 13 ετών. Πρέπει να αφήνει ελευθερία σε ένα παιδί να έχει φαντασία. Μας άφηναν να είμαστε δημιουργικοί και να έχουμε αυτοπεποίθηση. Είναι πολύ σημαντικό. Είναι παιδιά από τα 7 μέχρι τα 12. Πρέπει να κάνουν λάθος».
Ποια ήταν η δυσκολότερη στιγμή στην αρχή;
«Πολλές καλές στιγμές είχα. Όταν μπήκα στην ακαδημία ήταν δύσκολο γιατί ήμουν μακριά από την οικογένεια μου και είχα απέναντι μου αρκετούς ταλαντούχους παίκτες. Οι πραγματικά δύσκολες στιγμές ήρθαν όταν στο δεύτερο παιχνίδι μου έβαλα αυτογκόλ. Αυτό ήταν πολύ σκληρό ειδικά όταν είσαι 17 ετών αμυντικός και μόλις στο δεύτερο παιχνίδι σου βάζεις αυτογκόλ. Ξαφνικά όλοι πέφτουν πάνω σου. Βέβαια αυτό με έκανε πιο δυνατό».
Πότε κατάλαβες ότι μπορείς να γίνεις επαγγελματίας;
«Ήμουν 16 ετών και ο Λούις Φερνάντες με κάλεσε στην πρώτη ομάδα για το παιχνίδι κόντρα τη Λιόν. Εκεί έπαιξα το πρώτο μου παιχνίδι. Είναι διαφορετικό απλά να κάνεις απλά προπόνηση και άλλο να παίζεις με την πρώτη ομάδα. Τότε αρχίζει και γίνεται πιο σοβαρό».
Πώς ένιωσες όταν έκανες τις πρώτες προπονήσεις στην πρώτη ομάδα;
«Είναι τρελό. Όταν μπήκα στην προπόνηση είδα μπροστά τον Ζινόλα, τον Γουεά, τον Λουίς Φερνάντες που ήταν στο Μουντιάλ που έβλεπα από την τηλεόραση. Τότε θες να αποδείξεις ότι μπορείς να κάνεις πράγματα. Όταν μπαίνεις στο γήπεδο όμως για να παίξεις αγώνα, ξαφνικά το γήπεδο σου φαίνεται τεράστιο. Είναι περίεργο αλλά ο τερματοφύλακας, ο Μπερνάρ Λαμά μου έδωσε αυτοπεποίθηση και με βοήθησε να προσαρμοστώ».
Πώς έμαθες ότι θα κάνεις ντεμπούτο;
«Το έμαθα δύο μέρες πριν. Ο προπονητής των ακαδημιών. Μου είπε ότι θα πάω με τους επαγγελματίες εκείνη την εβδομάδα και ο άνθρωπος της πρώτης ομάδας μου είπε ότι θα παίξω κιόλας».
Πώς έγινες ακραίο μπακ;
«Στην ακαδημία είχαμε πολλούς επιθετικούς και πολλούς χαφ. Πολλοί από εμάς, τα ακραία μπακ ήμασταν εξτρέμ αλλά επειδή είχαμε πολλούς, μας έβαζαν σαν μπακ. Έτσι ξεκίνησαν οι περισσότεροι. Όπως ο Καφού, ο Ρομπέρτο Κάρλος, ο Λιζαράζου. Έτσι και εγώ».
«Οι σέντρες στον Σίρερ, ο "μάγος" Ροναλντίνιο και το λάθος που έκανα με τον... ντροπαλό Αρτέτα»
Στην Κ21 της Γαλλίας είχες μεταξύ άλλων τον Τιερί Ανρί. Πες για εκείνον και τη σχέση σας.
«Ο Τιερί είναι πολύ καλός φίλος και με καλή καρδιά. Γνωριζόμαστε από τα 14 μας γιατί ήμασταν μαζί στις εθνικές ομάδες. Ο Τιερί ήταν ακραίο μπακ ή χαφ αν θυμάμαι καλά και έγινε φορ μετά. Ήξερα ότι ο Ανρί θα γίνει επαγγελματίας αλλά δεν περίμενα να φτάσει στο επίπεδο που έφτασε. Μισούσε να χάνει και αυτό ήταν το μυστικό. Ήθελε να κερδίζει συνεχώς. Ήμασταν μαζί στο δωμάτιο ή με τον Νικολά Ανελκά. Είναι αρκετά αστείος τύπος και λατρεύω τα όσα έχει κάνει μετά την καριέρα του. Ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει ποιος είναι ο Τιερί πίσω από τον Ανρί. Είναι από τους πιο αστείους ανθρώπους στον κόσμο. Κανείς δεν το ήξερε πριν σταματήσει το ποδόσφαιρο γιατί δεν χαμογελούσε στο ποδόσφαιρο».
Τι το ξεχωριστό είχε;
«Ήταν αστείος κάθε στιγμή (γέλια). Έχεις δει τις γκριμάτσες του αλλά το έκανε και τότε που ήταν μικρός. Κάναμε ανάλυση πριν από το ματς, ο προπονητής ήταν σοβαρός και ο Τιερί έκανε τις γκριμάτσες και εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω να γελάω. Με είδε ο προπονητής και με ρώτησε αν υπάρχει και πρόβλημα και εγώ απαντούσα γελώντας (γέλια). Είναι ακριβώς ίδιος μέχρι και τώρα. Κάνει πλάκες και ξαφνικά σοβαρεύει, οπότε μένεις εσύ να γελάς (γέλια)».
Πόσο σημαντικό ήταν για εσένα να είσαι ανάμεσα σε τόσα αστέρια;
«Είναι τρομερό να κάνεις προπόνηση με αστέρες. Δεν είναι μόνο οι αγώνες αλλά θέλουν να νικήσουν ακόμα και στην προπόνηση. Σου περνούν αυτή τη νοοτροπία να παλεύεις παντού για τη νίκη. Το επίπεδο είναι υψηλό για αυτό τον λόγο».
Τι προσφέρει αυτό;
«Είναι ξεχωριστό γιατί είναι το motivation που σου περνάει το υψηλό επίπεδο. Όσα συμβαίνουν πριν το ματς, μετά το ματς, οι οπαδοί, οι άνθρωποι γύρω από τη διοργάνωση. Είναι το καλύτερο για έναν επαγγελματία παίκτη. Δεν ξέρω ποιος έβγαλε τον ύμνο αλλά είναι πραγματικά απίθανος για το ποδόσφαιρο. Ανατριχιάζεις όταν τον ακούς».
Ποια ήταν η δυσκολότερη βραδιά σου με τη Παρί;
«Το Super Cup με τη Γιουβέντους όταν χάσαμε 6-1. Δεν ήταν για τόσο μεγάλο σκορ αλλά είχαν παίκτες όπως ο Ζιντάν ή ο Ντελ Πιέρο. Ήταν δύσκολη βραδιά».
Τι θυμάσαι από τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων με την Μπαρτσελόνα;
«Απίστευτη ατμόσφαιρα. Βγήκαμε στο γήπεδο 1,5 ώρα πριν και είδα τους οπαδούς της Μπαρτσελόνα που ήταν απλά οκ αλλά μετά κοιτάω από την άλλη και βλέπω τους δικούς μας και ήταν απλά φανταστικοί. Μία λάβα. Ήταν εξαιρετική ομάδα η Μπαρτσελόνα. Είχε τον Ρονάλντο, τον Φίγκο, τον Γκουαρντιόλα. Μάλιστα κάποιος μου είπε πρόσφατα ότι είμαι ο νεότερος Γάλλος παίκτης που ξεκίνησα βασικός σε ευρωπαϊκό τελικό και δεν το ήξερα (γέλια)».
Ο δυσκολότερος αντίπαλος που είχες;
«Ο Ρονάλντο ο Βραζιλιάνος. Ήταν απλά φανταστικός. Ήταν τόσο γρήγορος και παράλληλα κρατούσε την μπάλα με απίθανο τρόπο. Το ίδιο και ο Ζιντάν. Αυτοί οι δύο ήταν αδιανόητα καλοί. Όταν με ρωτούν αν μου αρέσει ο Μέσι ή ο Μαραντόνα, λέω πάντα ότι είμαι ανάμεσα στον Ρονάλντο ή τον Ζιντάν ή τον Ροναλντίνιο»
Πες μου περισσότερα για τον Ροναλντίνιο;
«Ήταν σκληρό να είμαι αντίπαλος του στην προπόνηση. Απολάμβανα κάθε προπόνηση με εκείνον αλλά όταν ήταν σε καλή κατάσταση, τα πράγματα ήταν δύσκολα απέναντι του. Το πρώτο πράγμα που έλεγες όταν τον έβλεπα ήταν "ουάου". Η φινέτσα, η τεχνική του, το ταλέντο του. Το ήξερες ότι θα φτάσει πολύ ψηλά. Ένας μάγος. Αυτή είναι η σωστή λέξη»
Είχες συμπαίκτη και τον Αρτέτα. Φαινόταν ότι θα γίνει προπονητής στην ελίτ;
«Ήταν πανέξυπνος αλλά δεν περίμενα ότι θα γίνει προπονητής ήταν αρκετά ντροπαλός όταν ήταν νέος. Δεν ήξερα πως θα διαχειριστεί παίκτες εκατομμυρίων όπως στην Άρσεναλ. Είχε και τη δυσκολία με την αρχή του στην Άρσεναλ ως προπονητής και είχε από την αρχή την πίεση. Και εν τέλει εξελίχθηκε και άλλαξε τα πάντα στην ομάδα. Περίμενα να είναι ηγέτης ως ποδοσφαιριστής αλλά δεν περίμενα ότι θα το έκανε και ως προπονητής και ειδικά σε μεγάλο κλαμπ. Με έκανε να είμαι λάθος και μου αρέσει να με κάνουν να το νιώθω. Είμαι υπερήφανος για εκείνον».
Μετά ήρθε η Νιούκαστλ. Τι δυσκολίες αντιμετώπισες εκεί;
«Δεν ήταν εύκολη η αρχή εκεί γιατί έπρεπε να μάθω αγγλικά. Δεν είχα θέμα στο αγωνιστικό κομμάτι αλλά μόνο στη γλώσσα που έπρεπε γρήγορα να τη μάθω. Τα γήπεδα ήταν γεμάτα, η ατμόσφαιρα ήταν υπέροχη και θεωρώ ότι το γήπεδο της Νιούκαστλ έχει μία από τις καλύτερες έδρες»
Πες μου για τον Άλαν Σίρερ...
«Είχα εντυπωσιαστεί. Ήταν κάτι ξεχωριστό και ένας παίκτη που ζούσε για το γκολ. Είχε το ταλέντο αλλά δούλευε κάθε μέρα τα τελειώματα του. Είχα δουλέψει και εγώ τις σέντρες μου (γέλια). Από την τηλεόραση φαίνεται ότι είναι στην κατάλληλη θέση συνέχεια αλλά στην προπόνηση καταλαβαίνεις πώς γίνεται. Η επανάληψη είναι μάθηση και για αυτό κάνει συνεχώς το ίδιο πράγμα. Η δουλειά παίζει τεράστιο ρόλο μαζί με το ταλέντο. Όταν επαναλαμβάνεις κάτι κάθε μέρα, εξελίσσεσαι. Έκανε συνεχώς έξτρα πρόγραμμα μετά τις προπονήσεις. Σε 15 λεπτά συνεχώς έντασης μπορούσε να βάλει 60 γκολ»
Είχες συμπαίκτη και τον Νταμπίζα...
«(γέλια). Ήταν εκείνος και ο Σολάνο που κάναμε αρκετή παρέα στη Νιούκαστλ. Ο Ντάμπι είναι εξαιρετική προσωπικότητα και αγαπητός στη Νιούκαστλ»
Για τον Λούα Λούα;
«Οοο.. Λούα-Λούα! (γέλια). Είναι πολύ καλός φίλος. Ήμουν πάντα μαζί του και στη Νιούκαστλ και στον Ολυμπιακό. Ήταν πάντα ίδιος (γέλια). Με τον Λομάνα ήμασταν στο ίδιο δωμάτιο και πραγματικά δεν σταματούσα να γελάω μαζί του. Στη Νιούκαστλ ήταν ντροπαλός στην αρχή αλλά σιγά-σιγά άρχισε να εντυπωσιάζει. Αλτικός παίκτης και γρήγορος. Ήμουν χαρούμενος μόλις τον είδα στον Ολυμπιακό».
Λένε πολλοί για την φυσιογνωμία του Σερ Μπόμπι Ρόμπσον. Εσύ πώς τον έζησες ως προπονητή;
«Είχε ένα χάρισμα. Δεν είναι κάτι που το έχουν όλοι φίλε μου. Είχε κερδίσει τον σεβασμό. Ο κόσμος σε ακολουθεί. Έμπαινε στα αποδυτήρια και ξαφνικά έπεφταν οι τόνοι, ήταν επιβλητική μορφή. Ο σεβασμός αλλά ο αυθόρμητος σεβασμός. Είναι χάρισμα και πρέπει να ξέρεις πώς να το χρησιμοποιήσεις. Ήξερε να χειριστεί την κατάσταση και έκανε το κλίμα πιο ήρεμο και πιο σοβαρό όταν έπρεπε».
«Πάντα αναρωτιόμουν γιατί ο Λεμονής δεν προπόνησε ομάδα από τα κορυφαία πρωταθλήματα»
Ποιο είναι το story για να έρθεις στον Ολυμπιακό
«Ένας άνθρωπος του Ολυμπιακού μου είχε πει ότι με παρακολουθούσε αρκετά γιατί η ομάδα ήθελε αριστερό μπακ. Είχα ακόμα στο συμβόλαιο με την Εσπανιόλ το +1 οπότε μπορούσα να φύγω και ελεύθερος».
Δυσκολεύτηκες στην προσαρμογή;
«Τους δύο πρώτους μήνες δεν ήταν εύκολα τα πράγματα επειδή έπρεπε να μάθω τη γλώσσα. Το πρώτο πράγμα που μου άρεσε πολύ στον Ολυμπιακό ήταν ότι ένιωσα κατευθείαν ότι μπήκα σε μία οικογένεια και μέχρι και τώρα, νιώθω σαν να είναι η οικογένεια μου και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Επίσης οι οπαδοί. Όταν μπαίνεις στο Καραϊσκάκης και είναι γεμάτο, η ατμόσφαιρα είναι μοναδική».
Ο Κόκκαλης πώς ήταν ως χαρακτήρας;
«Μου άρεσε σαν άνθρωπος. Την πρώτη φορά που τον είδα το 2006 για να γίνει η μεταγραφή, βρεθήκαμε σε ένα μαγαζί στο μικρολίμανο και έχει επίσης αυτό το χάρισμα που σου είπα πριν με τον Ρόμπσον. Αυτόν τον σεβασμό. Ήταν φιλικός, έλεγε ιστορίες και λέω "αυτός είναι υπέροχος πρόεδρος" (γέλια). Ακόμα πάω σε αυτό το μαγαζί λόγω εκείνου. Είναι η πρώτη μου επιλογή».
Κάποια ιστορία μαζί του;
«Θυμάμαι τότε στην πρώτη μας συνάντηση, μου έδωσε τόση αυτοπεποίθηση με αυτά που μου είπε. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα μου είπε και τόσο άνετα ένιωσα μαζί του»
Πάμε στον Τάκη Λεμονή. Πες μου για την επιρροή του σε εσένα;
«Γνωρίζει πολλά για το ποδόσφαιρο. Πάντα απορούσα γιατί δεν προπόνησε ομάδες σε Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία ή Ισπανία. Αγαπάει το ποδόσφαιρο και αγαπάει και τον Ολυμπιακό αλλά επειδή συνεργάστηκα πολύ καλούς προπονητές, μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι ο Τάκης είναι πραγματικά πολύ καλός προπονητής. Έχει εξαιρετικά αντανακλαστικά, ξέρει από τακτική, είναι έξυπνος. Τα έλεγε όλα μπροστά και δεν κρυβόταν. Αυτό ήταν σημαντικό. Ακόμα και τώρα τον φωνάζω κόουτς και όχι Τάκη».
Τι το ξεχωριστό είχε αυτή η ομάδα τότε;
«Είχαμε τρομερή ποιότητα. Ο Τζόρτζεβιτς, ο Γκαλέτι, ο Πατσατζόγλου, ο Νικοπολίδης, ο Ριβάλντο. Απίστευτη ομάδα. Καμιά φορά ίσως να μην υπήρχε τόσο χημεία ή κάποια ζήλια αλλά ήταν λογικό. Με τη Βέρντερ Βρέμης καθόμουν στα αποδυτήρια και έβλεπα το ματς με τον Κούλη τον Δουρέκα επειδή ήμουν τραυματίας. Κερδίσαμε και ήταν το πρώτο διπλό και όλοι ήταν απίστευτα χαρούμενοι. Ο Κούλης έκανε σαν μικρό παιδί (γέλια). Έζησα μεγάλα παιχνίδια που έμειναν στην ιστορία. Νιώθω ευλογημένος».
Ποια ήταν η άποψη σου για την απομάκρυνση του Λεμονή;
«Θα ήθελα να μείνει ο Λεμονής φυσικά αλλά έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Είναι δύσκολο επάγγελμα και ο προπονητής την πληρώνει πρώτος».
«Ο Βαλβέρδε άλλαξε πολλά στον Ολυμπιακό, δεν θα ξεχάσω τον τελικό του 2009»
Με τον Ερνέστο Βαλβέρδε στον πάγκο έκανες την καλύτερη σεζόν σου. Γιατί;
«Ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Είχαμε καλή σχέση και θυμάμαι μία ιστορία. Στην πρώτη προπόνηση έκανα μία κίνηση στην πλευρά και τότε καταλάβαμε και οι δύο ότι ταιριάζουν τα χνώτα μας στο αγωνιστικό κομμάτι. Ήθελε τις γραμμές ψηλές και πίεση στον αντίπαλο. Θυμάμαι σε μία άσκηση στην προπόνηση δεν ακολούθησα τον αντίπαλο ψηλά στο γήπεδο και κράτησα τη θέση μου πίσω. Τότε ο Ερνέστο σταμάτησε και με ρώτησε γιατί δεν τον ακολουθώ μέχρι τέλους. Πρώτη φορά ένας προπονητής που ζητούσε να ανέβω τόσο ψηλά για να πιέσω και τότε είπα "θα ευχαριστηθούμε το ποδόσφαιρο που θα παίξουμε". Και όντως παίξαμε επιθετικό ποδόσφαιρο μαζί του και είχαμε εξαιρετική σχέση».
Τι άλλαξε στον Ολυμπιακό;
«Μας έδωσε αυτοπεποίθηση να μπαίνουμε δυνατά σε κάθε παιχνίδι. Να πιέζουμε, να είμαστε πρώτοι στην μπάλα, να είμαστε δυνατοί. Για αυτό νικήσαμε 5-1 τη Μπενφίκα ή 4-0 τη Χέρτα. Λόγω εκείνου. Μας έδωσε αυτοπεποίθηση και να μην φοβόμαστε κανέναν αντίπαλο. Να πιέζουμε πάντα».
Τι θυμάσαι από το ματς με την Μπενφίκα;
«Έχουμε τρομερούς οπαδούς αλλά εκείνο το βράδυ ήταν το κάτι άλλο. Υπήρχε ένα vibe μεταξύ εμάς, του προπονητή και του κόσμου. Το ένιωθες. Μία διαφορετική ενέργεια»
Υπήρξαν και αρνητικές στιγμές όπως το λάθος με τη Σεντ Ετιέν...
«Δέχομαι και πάντα θα δέχομαι το λάθος που έκανα στο 1-0. Δεν ήμουν εγώ αλλά πάντα δέχομαι τα λάθη μου και στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ένα μεγάλο λάθος. Τίποτα δεν πήγε καλά εκείνο το βράδυ»
Η στιγμή που δεν θα ξεχάσεις ποτέ από την Ελλάδα;
«Εννοείται ο τελικός Κυπέλλου με την ΑΕΚ το 2009. Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό το παιχνίδι. Η ποιότητα των γκολ, η ατμόσφαιρα, το σασπένς. Ήταν απίστευτο. Ήταν ιστορικό. Καμία στιγμή δεν πιστέψαμε ότι τελείωσε. Όταν ισοφαρίσαμε σε 2-2 έγινε πραγματικά χαμός. Καπνογόνα, καπνοί, είχα πάθει πλάκα. Έλεγα "πωπω τι γίνεται"».
Πώς κύλησε η διαδικασία των πέναλτι;
«Δύσκολες στιγμές συναισθηματικά (γέλια). Υπήρχε απίστευτη αγωνία και χρειάζεται τρομερό mentality για να κρατηθείς. Μεγάλη παίκτες έχασαν πέναλτι εκείνο το βράδυ. Ο Τζόλε, ο Άντζας... Υπήρχε τεράστια πίεση. Ιστορικό παιχνίδι πραγματικά αλλά όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Για αυτά τα παιχνίδια παίζουμε ποδόσφαιρο».
Εσύ πώς ένιωθες όταν ήρθε η στιγμή να εκτελέσεις; Είχες το βάρος ότι αν το χάσεις, χάθηκε και ο τίτλος;
«Δεν γίνεται να σκεφτείς έτσι. Δεν πρέπει να φορτωθείς και άλλο άγχος. Σκέφτεσαι ότι δεν θα καταστραφεί ο κόσμος αλλά όσο πηγαίνεις προς το πέναλτι λες μέσα σου ότι θα σκοράρεις. "Θα σκοράρω, θα σκοράρω, θα σκοράρω". Επιλέγεις μία γωνία και προσπαθείς να έχεις την καλύτερη εκτέλεση. Πρέπει απλά να εκτελέσεις. Να έχεις θετικά vibes και αυτοπεποίθηση και να μην προσπαθείς να μπερδέψεις τον τερματοφύλακα. Απλά να είσαι focus στην εκτέλεση».
Μόλις ευστόχησε ο Νικοπολίδης τι ακολούθησε;
«Άστο... (γέλια). Έκρηξη φίλε. Πραγματικά έκρηξη. Ήταν απίστευτο γιατί η ΑΕΚ είχε προηγηθεί και οι οπαδοί της πίστευαν ότι θα το κατακτήσει αλλά τελικά το πήραμε εμείς και αυτό που έγινε με τους οπαδούς του Ολυμπιακού ήταν το κάτι άλλο».
«Μετά την ήττα με 4-0 από την ΑΕΚ ήρθαν οπαδοί στο Ρέντη και δεν ήταν εύκολη η βραδιά»
Περιέγραψε μου τα ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό.
«Είναι κάτι ξεχωριστό. Έχει πάθος, μίσος και είναι τόσο σημαντικό και για τους δύο. Η Αθήνα είναι ένας άλλος γαλαξίας όταν υπάρχει αυτό το ντέρμπι. Όλα είναι ερυθρόλευκα και πράσινα. Είναι τόσο ιδιαίτερο. Ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα».
Κατέκτησες τρία πρωταθλήματα. Ποιο ήταν το αγαπημένο σου;
«Θα έλεγα αυτό με τον Βαλβέρδε γιατί ήταν ο τρόπος που παίζαμε, το πόσο γρήγορα αγωνιζόμασταν, το πόσο ευχαριστιόταν ο κόσμος το παιχνίδι μας και εμένα προσωπικά μου άρεσε»
Στεναχωρήθηκες μόλις έφυγε ο Βαλβέρδε;
«Ήμουν πολύ στεναχωρημένος. Θυμάμαι ότι ήμασταν σε τουρ στο Βιετνάμ και θυμάμαι ότι στο ξενοδοχείο μετά από το δείπνο, μεταξύ εμένα και εκείνου. Το έμαθα έτσι. Όλοι έκλαψαν όταν το έμαθαν. Ήταν δύσκολο και υπήρχε μεγάλη στεναχώρια. Ήξερα ότι θα φύγει αλλά το έμαθα επίσημα τότε».
Υπήρξε κάποια δύσκολη στιγμή στον Ολυμπιακό;
«Ναι θυμάμαι μετά από μία ήττα με την ΑΕΚ με 4-0 και κάποιοι οπαδοί ήρθαν στο Ρέντη και ήταν μία δύσκολη βραδιά. Όταν υπάρχουν νεύρα μπορούν να συμβούν άσχημα πράγματα και εκείνο το βράδυ υπήρχε ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Ήταν πολύ περίεργο. Ευτυχώς υπήρχαν οι σεκιούριτι αλλά γενικά δεν ήταν ωραία στιγμή».
Με ποιον συμπαίκτη σου στον Ολυμπιακό είπες «ουάου»;
«Συνήθως παίζαμε στην αριστερή πλευρά με τον Τζόρτζεβιτς μαζί. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί αυτός ο παίκτης δεν παίζει στη Serie A ή σε κάποιο κορυφαίο πρωτάθλημα. Ήξερα ότι αγαπάει τον Ολυμπιακό αλλά ήταν τόσο έξυπνος. Οι συνεργασίες μας ήταν απίστευτες. Ήταν κάτι το ξεχωριστό σαν ποδοσφαιριστής. Αντίληψη, τεχνική, ικανότητα. Απίστευτος»
Πώς ήταν ως αρχηγός;
«Ήταν πολύ καλός χαρακτήρας αλλά το κυριότερο είναι ότι ήταν ηγέτης. Δεν μιλούσε πολύ αλλά ήξερε πότε να το κάνει και πώς να το κάνει»
Πιο δύσκολοι αντίπαλοι στην Ελλάδα;
«Ήταν παίκτες όπως ο Τζιμπούρ ή ο Σισέ. Δεν ήταν στην πλευρά μου αλλά όταν έπρεπε να καλύψω τον κεντρικό αμυντικό, καταλάβαινα τη δυσκολία. Ο δεύτερος ήταν πολύ έξυπνος και γρήγορος στις κινήσεις του και ήταν δύσκολο να τον περιορίσεις».
«Νευρίασα με συμπαίκτη μου στον Ολυμπιακό που ήρθε στην προπόνηση και μύριζε αλκοόλ»
Γιατί έφυγες από τον Ολυμπιακό;
«Δεν έπαιζα στα τελευταία παιχνίδια, οπότε δεν ανανεώθηκε το συμβόλαιο μου. Ήταν νορμάλ γιατί είχα αρκετούς τραυματισμούς. Μετά τα τρία χρόνια ήθελαν να ανανεώσω για άλλα δύο χρόνια. Οι επιλογές ήταν ένας χρόνος με περισσότερα χρήματα ή δύο χρόνια με λιγότερα. Εγώ επέλεξα το πρώτο και έλεγα ότι θα ανανεώσω μετά για άλλον έναν. Τελικά δεν έγινε (γέλια)»
Στεναχωρήθηκες ή σκεφτόσουν ότι ήταν η στιγμή να φύγεις;
«Ήμουν πολύ στεναχωρημένος αλλά δεν ήταν στο χέρι μου. Ήταν άσχημο που δεν θα έβλεπα ξανά το Καραϊσκάκης ή τους φίλους μου».
Αν ήταν στο χέρι του θα έμενες;
«Εννοείται θα έμενα αν ήταν στο χέρι μου. Αγαπάω τον Ολυμπιακό. Είναι μία οικογένεια. Σκέψου ότι όταν πήγε ο Ολυμπιακός στο Ντόρτμουντ, ο Μαρινάκης δέχθηκε να πάω μαζί για να δω τον αγώνα».
Πώς έζησες την κατάκτηση του Conference League;
«Τα εισιτήρια τα αγόρασα εγώ. Δεν με ένοιαζε. Δεν ήθελα να μου τα κεράσουν. Θυμάμαι επίσης ότι ήμασταν σε ένα ταξί με δύο φίλους και το πήραμε από τη Γλυφάδα. Ο ταξιτζής με κοιτούσε συνέχεια. Και με ρώτησε αν είμαι ο Ντομί. Και του είπα ναι. Και τρελάθηκε (γέλια). Ο φίλος μου δεν το πίστευε ότι με αναγνώρισαν στην Ελλάδα. Δεν το είχε καταλάβει πόσο τρελοί είναι οι Ολυμπιακοί (γέλια). Πήρε έναν φίλο του εκείνον και έλεγε ότι είμαι στο ταξί του. Απίστευτο πραγματικά».
Έχεις κάποια ιστορία που λίγοι ξέρουν;
«Δεν θα πω το όνομα. Είμαι ευγενικός άνθρωπος αλλά έχω τα όρια μου και μπορώ να νευριάσω με κάποιες καταστάσεις. Ο συγκεκριμένος είχε έρθει στην προπόνηση και μύριζε αλκοόλ και τότε τον έπιασα και του είπα "εδώ είναι ο Ολυμπιακός. πρέπει να είμαστε επαγγελματίες και να γίνουμε πρωταθλητές". Κάποιες φορές για το καλό του κλαμπ πρέπει να γίνεις σκληρός».
Ήταν δύσκολο να σταματήσεις το ποδόσφαιρο;
«Κανονικά θα έπρεπε να ήταν πολύ δύσκολο αλλά εγώ είχα πάρει την απόφαση μου. Κατάλαβα ότι δεν μπορώ να προσφέρω αυτό που θέλω και είπα απλά το τέλος. Δεν το μετανιώνω φυσικά».
Ο μικρός Ντιντιέ θα ήταν περήφανος για τον σημερινό Ντιντιέ;
«Και βέβαια θα ήταν και πολύ κιόλας. Πάντα σκέφτεσαι από πού έρχεσαι και που φτάνεις. Έπαιξα κόντρα στον Ρονάλντο, στον Ζιντάν, στον Ροναλντίνιο. Με μεγάλα αστέρια. Το ποδόσφαιρο είναι υπέροχο φίλε μου. Σου προσφέρει μία υπέροχη ζωή και κάνεις δουλειά κάτι που αγαπάς. Είναι υπέροχο. Και εγώ έπαιξα σε απίστευτα γήπεδα με απίστευτους παίκτες».