Ποιος είναι ο λόγος που οι οπαδοί φτάνουν στα άκρα όταν βλέπουν την ομάδα τους
«Αυτός εκεί είναι μαθηματικός και κοίτα τον πώς κάνει... Κολλάει στα κάγκελα, βρίζει φωνάζει. Αρρωσταίνει με την Προοδευτική». Ατάκα που όσα χρόνια κι αν περάσουν θα τη θυμάμαι για πάντα. Ο εν λόγω μαθηματικός αργότερα μού έκανε και ιδιαίτερα. Εξαιρετικός κύριος.
Τι ήταν αυτό, όμως, που έκανε τον εγκέφαλό του να... παίρνει φωτιά στα ντέρμπι; Σύμφωνα με έρευνα από τη Χιλή που δημοσιεύτηκε από το Radiology υπάρχει επιστημονική εξήγηση.
Η εγκεφαλική δραστηριότητα των ποδοσφαιρόφιλων φτάνει στα «άκρα» κατά τη διάρκεια ενός αγώνα - κάτι που το γνωρίζουμε όλοι. Οι επιστήμονες εξηγούν ότι αυτό το φαινόμενο ίσως δικαιολογεί γιατί κατά τα άλλα «λογικοί άνθρωποι» μπορούν ξαφνικά να «ξεφύγουν» στις εξέδρες, βγάζοντας έντονες αντιδράσεις, χαράς αλλά και οργής.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένα εγκεφαλικά κυκλώματα ενεργοποιούνται κάθε φορά που οι φίλαθλοι βλέπουν την ομάδα τους να κερδίζει ή να χάνει, προκαλώντας εκρήξεις θετικών και αρνητικών συναισθημάτων. Μάλιστα, εκτιμούν ότι αυτά τα μοτίβα δεν περιορίζονται μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά θα μπορούσαν να ισχύουν και σε άλλες μορφές φανατισμού, καθώς διαμορφώνονται από νεαρή ηλικία.
Οι αντιπαλότητες «χτίζουν» κοινωνική ταυτότητα
Σύμφωνα με την εν λόγω ερευνητική ομάδα, το ποδόσφαιρο αποτελεί ιδανικό μοντέλο για τη μελέτη της κοινωνικής ταυτότητας σε ανταγωνιστικές συνθήκες. Οι φίλαθλοι παρουσιάζουν μια τεράστια γκάμα συμπεριφορών: από απλή παρακολούθηση μέχρι βαθιά συναισθηματική ταύτιση, ειδικά όταν πρόκειται για ιστορικές αντιπαλότητες.
Κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, οι φίλαθλοι βιώνουν συνεχείς εναλλαγές συναισθημάτων: ενθουσιασμός, άγχος, θυμός, απογοήτευση. «Η οπαδική ταύτιση αποτελεί μοντέλο φανατισμού με πραγματικές συνέπειες στην υγεία και στη συλλογική συμπεριφορά», τονίζει ο επικεφαλής της μελέτης, καθηγητής Φρανσίσκο Ζαμοράνο.
Για τη μελέτη, χρησιμοποιήθηκαν λειτουργικές μαγνητικές τομογραφίες (fMRI) σε 60 άνδρες φιλάθλους, ηλικίας 20-45 ετών, από δύο ιστορικούς αντιπάλους. Οι επιστήμονες κατέγραψαν πώς αντιδρούσε ο εγκέφαλος όταν οι συμμετέχοντες έβλεπαν την ομάδα τους να σκοράρει απέναντι στον μεγάλο αντίπαλο (μεγάλη νίκη) και πώς άλλαζε η δραστηριότητα όταν δέχονταν γκολ (σημαντική ήττα).
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η έντονη αντιπαλότητα αναδιαμορφώνει μέσα σε δευτερόλεπτα την ισορροπία ανάμεσα στα κυκλώματα ανταμοιβής και ελέγχου του εγκεφάλου. Στις μεγάλες νίκες, το κύκλωμα ανταμοιβής «ανάβει», ενισχύοντας το αίσθημα ευφορίας. Αντίθετα, στις ήττες παρατηρείται μια παράδοξη καταστολή στον ραχιαίο πρόσθιο φλοιό του προσαγωγίου (dACC), περιοχή που σχετίζεται με τον αυτοέλεγχο. Αυτό στην ουσία μπορεί να εξηγεί τις έντονες αντιδράσεις οργής ή απογοήτευσης.
Όπως εξηγεί ο καθηγητής Ζαμοράνο, η λεγόμενη «παράδοξη καταστολή» σημαίνει ότι η προσπάθεια να κατασταλεί ένα συναίσθημα ή μια αντίδραση καταλήγει να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα.
Τι έδειξαν οι σαρώσεις του εγκεφάλου
Οι ρίζες του φανατισμού βρίσκονται στην παιδική ηλικία
«Η μελέτη σχετικά με το φανατισμό είναι σημαντική, διότι αποκαλύπτει νευρωνικούς μηχανισμούς που μπορούν να κλιμακωθούν. Από το πάθος ενός γηπέδου μέχρι την πόλωση, τη βία και τις επιπτώσεις στη δημόσια υγεία σε επίπεδο πληθυσμού», εξήγησε ο ερευνητής και συμπληρώνει:
«Το πιο κρίσιμο είναι ότι αυτά τα κυκλώματα διαμορφώνονται νωρίς στη ζωή: η ποιότητα φροντίδας, η έκθεση στο στρες και η κοινωνική μάθηση "σμιλεύουν" την ισορροπία ανάμεσα στην ανταμοιβή και τον έλεγχο, καθιστώντας αργότερα τα άτομα ευάλωτα σε φανατικές επιρροές. Γι’ αυτό, η προστασία της παιδικής ηλικίας αποτελεί την ισχυρότερη στρατηγική πρόληψης. Οι κοινωνίες που παραμελούν την πρώιμη ανάπτυξη δεν αποφεύγουν τον φανατισμό και κληρονομούν τις συνέπειές του».
Ο καθηγητής σημειώνει ότι η οπαδική ταύτιση στο ποδόσφαιρο αποτελεί ένα ηθικά αποδεκτό και επιστημονικά αξιόπιστο μοντέλο για να κλειδοθούν αυτές οι διαδικασίες στον εγκέφαλο και να δοκιμαστούν παρεμβάσεις (όπως ο τρόπος παρουσίασης γεγονότων, τα σήματα δικαιοσύνης, ο σχεδιασμός εκδηλώσεων και η διαχείριση πλήθους) που μπορούν να μεταφραστούν σε πεδία όπως η πολιτική, ο θρησκευτικός φανατισμός και η «ψηφιακή φυλετικότητα».
Ο Δρ. Ζαμοράνο προσθέτει ότι η ανάγκη κατανόησης αυτών των μηχανισμών είναι ακόμη πιο επιτακτική σήμερα, εν μέσω παγκόσμιων συγκρούσεων και πολωτικών πολιτικών αφηγήσεων. Για παράδειγμα, ανέφερε την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου 2021 στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ, ως χαρακτηριστικό δείγμα του πώς ο πολιτικός φανατισμός μπορεί να υπερβεί κάθε δημοκρατικό κανόνα όταν η ταύτιση με την ομάδα φτάσει σε κρίσιμο σημείο.
«Οι συμμετέχοντες εκείνης της επίθεσης εμφάνισαν κλασικά σημάδια μειωμένου γνωστικού ελέγχου — ακριβώς ό,τι εντοπίσαμε κι εμείς στη μειωμένη ενεργοποίηση του dACC», δήλωσε. «Με λίγα λόγια, η μελέτη του φανατισμού δεν είναι απλώς περιγραφική. Αποτελεί στρατηγική πρόληψης, βασισμένη στη νευροαναπτυξιακή επιστήμη, που προστατεύει τη δημόσια υγεία και ενισχύει τη δημοκρατική συνοχή. Όταν μιλάμε για φανατισμό, τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους».

Eν κατακλείδι, το αποτέλεσμα για την ομάδα μας παίζει σημαντικό ρόλο στο πώς θα αντιδράσουμε. Ο εγκέφαλός μας μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα ενεργοποιεί το λεγόμενο «κέντρο ανταμοιβής», άρα προέρχεται κι η ευφορία. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή της ήττας, «πέφτει» το σύστημα που μας βοηθά να κρατάμε τον έλεγχο.