Ρέιντζερς - Σέλτικ: Old Firm, η φωτιά που δεν σβήνει ποτέ!
Υπάρχουν ντέρμπι που γράφουν ιστορία. Κι υπάρχουν ντέρμπι που γράφουν και...τραγωδίες. Το Old Firm δεν είναι απλώς το Ρέιντζερς–Σέλτικ. Είναι ματς πίστης, ταυτότητας κι ένας καθρέφτης που δείχνει στη Σκωτία το πρόσωπο που θα προτιμούσε να ξεχάσει. Για 135 χρόνια, αυτή η πόλη, η Γλασκώβη, έχει χωριστεί στα δύο: από τον ποταμό Κλάιντ, από τη θρησκεία, από την ιστορία και από ένα ποδόσφαιρο που έπαψε προ πολλού να είναι παιχνίδι.
Αν κάποιος προσπαθούσε να μετρήσει κάθε έκρηξη, κάθε πέτρα, κάθε κραυγή μίσους, το ίντερνετ θα κατέρρεε από τα δεδομένα. Γιατί κάθε δεκαετία γεννά το δικό της επεισόδιο, τη δική της πληγή. Στο Old Firm δεν μετράς απλώς γκολ. μετράς πληγές, συλλήψεις, δικαστήρια, ενώ δεν έλειψαν οι δολοφονίες.
Όλα ξεκίνησαν από το ποδόσφαιρο, αλλά ποτέ δεν έμειναν εκεί. Στη μια πλευρά, οι Καθολικοί της Σέλτικ, παιδιά των Ιρλανδών μεταναστών που ήρθαν να δουλέψουν και να επιβιώσουν. Στην άλλη, οι Προτεστάντες της Ρέιντζερς, σύμβολο μιας ταυτότητας πιο σκληρής, πιο «βρετανικής». Το γήπεδο έγινε το τελευταίο οχυρό τους, εκεί όπου η ιστορία, η θρησκεία και η κοινωνική ανισότητα έβρισκαν διέξοδο μέσα σε 90 λεπτά οργής.
Από το Χάμπντεν Παρκ του 1980, όταν ο τελικός κυπέλλου μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, μέχρι το «Παιχνίδι της Ντροπής» του 1987 που κατέληξε στα δικαστήρια, το ντέρμπι δεν έπαψε να δοκιμάζει τα όρια του ίδιου του αθλητισμού. Ο Σούνες το 1989 τόλμησε να αμφισβητήσει το άγραφο ταμπού υπογράφοντας Καθολικό παίκτη, το πλήθος δεν τον συγχώρεσε. Και το 1995, το μίσος ξεπέρασε για πάντα τις γραμμές του γηπέδου.
Ακόμη και τον 21ο αιώνα, το σκοτάδι παραμένει. Το 2011, το «Shame Game» έφερε ξανά στο προσκήνιο τις πιο σκοτεινές σκιές του Old Firm. Όσοι πίστευαν πως το μίσος είχε ξεθυμάνει, είδαν ότι απλώς είχε αλλάξει μορφή.
Το Old Firm δεν είναι ντέρμπι. Κάθε φορά που οι δύο ομάδες πατούν στο χορτάρι, η Γλασκώβη θυμάται ποια είναι και ποια δεν μπορεί να πάψει να είναι.
Θρησκεία, πολιτική - Οι ρίζες μιας... φιλίας που εξελίχθηκε σε φλογερή έχθρα
Η αντιπαλότητα του Old Firm μεταξύ της Σέλτικ και της Ρέιντζερς είναι μια από τις πιο διαχρονικές στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Οι ρίζες της είναι βαθιές, συνυφασμένες με ιστορικά, θρησκευτικά και κοινωνικά στοιχεία που φροντίζουν εδώ και δεκαετίες να διχάζουν την Γλασκώβη. Παρά το status ωστόσο που έχει αποκτήσει στη σύγχρονη εποχή, στην πραγματικότητα η αντιπαλότητα άργησε να πάρει τη μορφή της. Όταν μάλιστα ιδρύθηκε η Ρέιντζερς το 1872, η πρώτη της μεγάλη αντίπαλος δεν ήταν η Σέλτικ, αλλά η Queen's Park. Όταν τελικά οι δυο ομάδες συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 1888 δεν υπήρξε ούτε φιλάθλων, ούτε ταραχές, ούτε εκατέρωθεν κατηγορίες μετά το παιχνίδι. Αντιθέτως, στο τέλος του αγώνα οι παίκτες δείπνησαν όλοι μαζί, έκαναν πρόποση για μια καλή αντιπαλότητα, αλλά και για μια καλή φιλία!
bwin - Άπαιχτη προσφορά* γνωριμίας και δώρο* 1 μήνας Cosmote TV!
Ο όρος “Old Firm” λοιπόν μπορεί να εντοπιστεί σε μια περιγραφή που τους χαρακτήριζε ως «παλιούς, σταθερούς φίλους». Ο ειδικός του σκωτσέζικου ποδοσφαίρου, Άντι Κερ, είχε τονίσει στο Athletic ότιόπου ένας άνδρας κρατάει μια πινακίδα που γράφει: ‘Ενισχύστε το Old Firm’. Υπάρχει και ένα άλλο παρόμοιο σκίτσο. Η φράση προοριζόταν να δηλώσει φίλους που γνωρίζονται και στηρίζονται μεταξύ τους για μεγάλο χρονικό διάστημα».
Αν κάποιος ήθελε να το δει λογοπαικτικά, ο όρος απέκτησε στη συνέχεια και επιχειρηματική σημασία, καθώς οι δύο ομάδες συνδέονταν συχνά και σε ζητήματα κερδοφορίας και εμπορικών συμφερόντων. Συχνά, μάλιστα, ψήφιζαν με κοινή γραμμή σε διάφορα θέματα.
Ένα παιχνίδι που δείχνει πώς ήταν τα πράγματα πριν η θρησκευτική έχθρα εισέλθει ουσιαστικά στο ποδόσφαιρο, ήταν ο τελικός του Κυπέλλου Σκωτίας του 1909, ένας τελικός Old Firm που διεξήχθη εδώ. Τότε κυκλοφορούσαν φήμες ότι οι ομάδες σκόπιμα έφερναν ισοπαλίες, ώστε να υπάρξει επανάληψη του αγώνα και έτσι να αυξήσουν τα έσοδά τους. Με το Hampden Park να είναι τότε το μεγαλύτερο στάδιο στον κόσμο, η δυνατότητα εκμετάλλευσης αυτής της κατάστασης υπήρχε. Ωστόσο, δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι κάτι τέτοιο συνέβη πραγματικά».
Φυσικά, τίποτα από τα παραπάνω δεν θα κρατούσε για πολύ... Στις αρχές του 20ού αιώνα, η θρησκευτική διάσταση της αντιπαλότητας άρχισε να εντείνεται. Καθώς η ταυτότητα κάθε συλλόγου γινόταν ολοένα και πιο ξεκάθαρη, το ίδιο συνέβαινε και με τη βάση των φιλάθλων τους. Οι οπαδοί της Celtic ήταν κυρίως καθολικοί, ενώ της Rangers προτεστάντες. Αυτή η θρησκευτική διαίρεση αντανακλούσε τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις που επικρατούσαν τότε στη Γλασκώβη. Η μαζική εισροή Ιρλανδών μεταναστών κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα - πολλοί από τους οποίους ήταν καθολικοί που εγκατέλειψαν την Ιρλανδία για να ξεφύγουν από τη φτώχεια και την πείνα - ενίσχυσε τα φαινόμενα θρησκευτικής αντιπαλότητας. Οι αγώνες του Old Firm σύντομα μετατράπηκαν σε διέξοδο αυτών των εντάσεων.
Σειρά πήρε πολύ σύντομα και η πολιτική διάσταση. Το ευρύτερο πλαίσιο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Ιρλανδικό Ρεπουμπλικανισμό και τον Βρετανικό Ενωτισμό άρχισε να αποτυπώνεται στις εξέδρες και στις συμπεριφορές των φιλάθλων. Η Σέλτικ, με τις ιρλανδικές καθολικές της ρίζες, θεωρήθηκε συχνά σύμβολο του ιρλανδικού εθνικισμού, ενώ η Ρέιντζερς με την προτεσταντική της βάση πρόβαλε το φιλοβρετανικό αίσθημα.
Βόμβες, απειλές, δολοφονία και... shame game!
Με δεδομένο πως το ντέρμπι του Old Firm υπάρχει εδώ και 137 χρόνια γίνεται εύκολα αντιληπτό πως τα επεισόδια μεταξύ οπαδών και παικτών δεν αποτελούν σπάνιο φαινόμενο. Όλα όμως ωχριούν μπροστά στην τραγωδία του Ibrox, τη μεγαλύτερη που συμβεί στο Νησί πριν από το διαβόητο ματς του Χίλσμπορο.
Το 1971 συνολικά 66 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους όταν ποδοπατήθηκαν μέχρι θανάτου, ενώ ο κόσμος προσπαθούσε να αποχωρήσει από το γήπεδο χωρητικότητας 80 χιλιάδων θεατών. Στο 90ο λεπτό η γηπεδούχος Ρέιντζερς είχε ισοφαρίσει σε 1-1 τη Σέλτικ, προκαλώντας πανζουρλισμό στις εξέδρες. Καθώς χιλιάδες θεατές έβγαιναν από το γήπεδο μέσω της Σκάλας 13 (Stairway 13), φαίνεται πως κάποιος έπεσε, προκαλώντας μια αλυσιδωτή αντίδραση και έναν τεράστιο σωρό ανθρώπων, που οδήγησε στην τραγωδία.
Εννιά χρόνια αργότερα στο «Χάμντεν Παρκ» ο αγώνας μετράπηκε σε πεδίο μάχης, όταν ξέσπασαν ταραχές μεταξύ οπαδών οι οποίοι εκσφενδόνιζαν μπουκάλια κι αντικείμενα προς τις έφιππες αστυνομικές δυνάμεις που συγκρούστηκαν με τους οπαδούς. Μετά το τέλος των επεισοδίων αμφότερες οι ομάδες τιμωρήθηκαν με πρόστιμο 32.000 λιρών για τα επεισόδια, ενώ επιβλήθηκε απαγόρευση κατανάλωσης αλκοόλ στα σκωτσέζικα γήπεδα, μέτρο που παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα.
Το 1987 από την άλλη συνέβη το λεγόμενο «παιχνίδι της ντροπής» στο Ibrox, σε ένα αγώνα που έληξε ισόπαλος 2-2. Τα τέσσερα γκολ ωστόσο που σημειώθηκαν πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Εκείνο το ντέρμπι στιγματίστηκε από τρεις αποβολές, 62 συλλήψεις και τέσσερις παίκτες κατηγορούμενους για διατάραξη της δημόσιας τάξης. Μια φλόγα που άναψε από τον καβγά μεταξύ του Φρανκ ΜακΑβένι και του Κρις Γουντς.
Μετά την παρέμβαση των Τέρι Μπούτσερ και Γκρέιαμ Ρόμπερτς ξέπασε ταραχή στις εξέδρες. Και οι τέσσερις παίκτες κατηγορήθηκαν για διατάραξη της δημόσιας τάξης· ο Roberts και ο McAvennie αθωώθηκαν, ενώ οι Woods και Butcher τιμωρήθηκαν με πρόστιμο. Λόγω των ξανθών μαλλιών του McAvennie και του παρατσουκλιού των Rangers, “Teddy Bears”, η υπόθεση έγινε γνωστή ως «Η Χρυσομαλλούσα και οι Τρεις Αρκούδες. Ο Μπούτσερ θεωρούσε - και μάλλον όχι άδικα- ότι η απόφαση είχε πολιτικό χαρακτήρα.
Το 1999 ήταν ο διαιτητής, Χιού Ντάλας, που βρέθηκε στις επικεφαλίδες. Ο Ντάλας είχε το δύσκολο έργο να ελέγξει τον αγώνα και μια σειρά αμφιλεγόμενων αποφάσεων - μεταξύ των οποίων και μια αποβολή παίκτη της Σέλτικ - εξόργισε τους φιλάθλους. Τελικά ένα κέρμα προσγειώθηκε στο κεφάλι του, με τον Ντάλας να πέφτει αιμόφυρτος στο έδαφος. Αφού ο αγώνας συνεχίστηκε ο Ντάλας καταλόγισε ένα ακόμα αμφιλεγόμενο πέναλτι κατά της Σέλτικ, με τη Ρέιντζερς τελικά να παίρνει τη νίκη και μαζί το πρωτάθλημα, ενώ ο Ντάλας δέχθηκε επίθεση στο σπίτι του και απειλές κατά της ζωής του.
Και ύστερα υπάρχει ο Νιλ Λένον. Μετά από ένα ακόμη «shame game» το 2011 - εκείνο στο οποίο οι προπονητές Λένον και Άλι ΜαΚόιστ διαπληκτίστηκαν στη γραμμή του αγωνιστικού χώρου, έπειτα από έναν αγώνα με τρεις κόκκινες και δώδεκα κίτρινες κάρτες - η σκωτσέζικη κυβέρνηση συγκάλεσε «σύνοδο κορυφής» για να συζητήσει αυτό που θεωρούσε ως μια κατάσταση που ξέφευγε από τον έλεγχο.
Τι ακολούθησε του «shame game»; 230 συλλήψεις, και ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Αστυνομικών της Σκωτίας, Λες Γκρέι, είχε δηλώσει: «Απλώς δεν διαθέτουμε τα χρήματα και τους πόρους για να συνεχιστεί αυτό. Αυτή η τρέλα πρέπει να σταματήσει».
Όμως συνεχίστηκε. Ο Λένον και άλλοι έγιναν στόχοι εκρηκτικών μηχανισμών, για τους οποίους δύο άνδρες καταδικάστηκαν σε πέντε χρόνια φυλάκισης ο καθένας. Οι βόμβες στάλθηκαν ταχυδρομικώς, μία μάλιστα έφτασε στο προπονητικό κέντρο της Σέλτικ, στο Λένοξταουν.
Η δολοφονική πρόθεση, δυστυχώς, δεν είναι απλώς μια απειλή. Τον Οκτώβριο του 1995, ο έφηβος Μαρκ Σκοτ επέστρεφε από το Παρκχεντ φορώντας το κασκόλ της Σέλτικ, όταν πέρασε έξω από μια παμπ Προτεσταντών. Ο Τζέισον Κάμπελ, 21 ετών και οπαδός της Ρέιντζερς, τον πλησίασε και του έκοψε τον λαιμό. Ο Σκοτ πέθανε. Ήταν μόλις 16 ετών. Ο Κάμπελ καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 15 ετών.
Η Σκωτία συγκλονίστηκε, και η φίλη του Σκοτ, Κάρα Χέντερσον, ίδρυσε τη φιλανθρωπική οργάνωση κατά του θρησκευτικού φανατισμού Nil By Mouth. Η οργάνωση εξακολουθεί να δραστηριοποιείται.
Το να συνδέει κανείς το ντέρμπι των «Old Firm» με θρησκευτική βία που εκδηλώνεται μακριά από τα γήπεδα είναι παρακινδυνευμένο, αλλά η NBM είχε εκτιμήσει ότι μεταξύ 1990 και 2005 είχαν σημειωθεί από οκτώ έως δεκαπέντε ανθρωποκτονίες που σχετίζονταν με τον σεκταρισμό.