Πατίκας στο Gazzetta: «Ρε τον π@@@η τον Αυστραλό, αυτός μας κοροϊδεύει»
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΣΙΔΝΕΪ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΒΑΡΗΣ
Δεκέμβριος 1985. Μεταγραφική περίοδος. Κυρίαρχο θέμα στον ελληνικό Τύπο; Η πώληση του Βαγγέλη Βλάχου στον Παναθηναϊκό από την ΑΕΚ έναντι 35 εκατομμυρίων δραχμών προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, ένθεν κακείθεν. Οι μεν φίλοι των «πρασίνων» είχαν εκστασιαστεί με την απόκτηση του ταλαντούχου -τότε- επιθετικού, ενώ υπήρχε έντονη γκρίνια στους αντίστοιχους της Ένωσης. Μάλιστα ο ενθουσιασμός των οπαδών του Παναθηναϊκού γινόταν ακόμα μεγαλύτερος εκείνες τις ημέρες καθώς είχε «κλείσει» και ο Κώστας Μπατσινίλας.
Ποδοσφαιριστές οι οποίοι σε πολλούς να μην λένε κάτι σήμερα, αλλά εκείνες τις ημέρες είχαν μονοπωλήσει το ενδιαφέρον καθώς ήταν τα «hot» ονόματα της εποχής. Λογικό και επόμενο οι διάφορες άλλες μεταγραφικές κινήσεις να πέρναγαν στα… ψιλά και να μην τους δινόταν η απαραίτητη έκταση και δημοσιότητα.
Μία από αυτές τις κινήσεις ήταν και η απόκτηση του 22χρονου -τότε- Ελληνοαυστραλού φορ, Τζίμη Πατίκα. Ερχόμενος από την Κροάσια του Σίδνεϊ και χωρίς να έχει κάποιο «βαρύ» βιογραφικό στην καριέρα του, αντιμετωπίστηκε με περίσσια καχυποψία καθώς κανείς (ή σχεδόν κανείς) δεν ήξερε κάτι για εκείνον.
Στις 13 Δεκεμβρίου 1985 το όνομα του είχε «κοσμήσει» τα ελληνικά πρωτοσέλιδα, με τον τότε πρόεδρο της ΑΕΚ, Ανδρέα Ζαφειρόπουλου να λέει: «Τον παίκτη τον παρακολουθούσαμε συνεχώς και η μεταγραφή του δεν ήταν καθόλου εύκολη. Τον ήθελαν και άλλες ομάδες αλλά για την αξία του θα μιλήσει ο ίδιος μέσα στο γήπεδο. Πάντως η τιμή του ήταν αρκετά αλμυρή.»

Διεθνής με την Εθνική ομάδα της Αυστραλίας και εξαιρετικός σκόρερ της εποχής. Την επόμενη, κιόλας, ημέρα προπονήθηκε με την ΑΕΚ, ο Γιάτσεκ Γκμοχ δήλωνε ενθουσιασμένος αλλά όχι ακόμα έτοιμος για να κριθεί. Το ντεμπούτο του Τζίμη Πατίκα με τη φανέλα της Ένωσης άργησε περισσότερο από… έναν μήνα καθώς είχε καθυστερήσει η -τότε- μπλε κάρτα του στα γραφεία της ΕΠΟ. Συγκεκριμένα πραγματοποιήθηκε στο παιχνίδι κόντρα στον Άρη στο ΟΑΚΑ στις 11 Ιανουαρίου 1986, το οποίο έληξε ισόπαλο 1-1. Δεν σκόραρε λόγω της καταπληκτικής εμφάνισης που είχε κάνει ο -τότε- τερματοφύλακας του Άρη, Αλέκος Κατσιαούνης, αλλά φρόντισε να κάνει και με το παραπάνω αισθητή την παρουσία του.
Το νερό είχε μπει στο αυλάκι, καθώς ξεκινούσε δυναμικά την καριέρα του στην Ελλάδα με τη φανέλα της ΑΕΚ. Μια φανέλα την οποία φόρεσε για οκτώ συναπτά έτη, ενώ στην Ελλάδα αγωνίστηκε επίσης για λογαριασμό του Αθηναϊκού και της Καστοριάς. Από τις αρχές τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν και βρέθηκε για τελευταία φορά στα ελληνικά γήπεδα, ο Πατίκας επέστρεψε για πάντα στην γενέτειρα πατρίδα του. Στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας.
Εκεί όπου τον συνάντησε το Gazzetta. Πλέον, στα 62 του χρόνια, 40 χρόνια μετά το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής, ο Τζίμης Πατίκας ξεδίπλωσε το κουβάρι των δικών του αναμνήσεων. Και είχε πολλά και ενδιαφέροντα να πει… Από το πώς βρέθηκε εντελώς τυχαία να αγωνιστεί στην Ελλάδα και στην ΑΕΚ έως και ξεκαρδιστικές και ευτράπελες ιστορίες από το μακρινό παρελθόν.
«Ο Άλεξ Φέργκιουσον με είχε πάρει στην Αμπερντίν αλλά έφυγα επειδή δεν άντεχα το κρύο στη Σκωτία, είχα συνηθίσει τις ζέστες στο Σίδνεϊ»
- Συναντιόμαστε, λοιπόν στο Σίδνεϊ. Πώς είναι η ζωή, εδώ στην Αυστραλία, όπου μένετε τόσα πολλά χρόνια;
«Οι γονείς μου γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Εγώ γεννήθηκα εδώ. Η ζωή είναι όπου κι αν έχεις μεγαλώσει. Έτσι μαθαίνεις αυτόν τον τρόπο. Ήμουν 10 χρόνια στην Ελλάδα, πέρασα ωραία, και γύρισα πίσω εδώ που μεγάλωσα σαν παιδί. Είμαι τώρα 60 χρονών, τα 50 χρόνια η ζωή μου είναι γύρω εδώ.
- Τώρα με τι ασχολείστε; Σε τι φάση βρίσκεστε; Είχατε περάσει από προπονητικές ομάδες εδώ πέρα στην Αυστραλία. Τώρα πού βρίσκεστε;
«Εγώ στα 16 μου τελείωσα το σχολείο. Δεν πήγα πανεπιστήμιο, δεν πήγα high school. Έπαιζα από 16 χρονών ποδόσφαιρο. Ήμουν από τους πρώτους που ήμουν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Δεν χρειάστηκε να δουλέψω γιατί έπαιζα ποδόσφαιρο από μικρός και ήμουν τυχερός, που όταν ήμουν 20 χρονών πήγα στην ΑΕΚ. Εκεί έπαιξα 10 χρόνια στην Ελλάδα. Όταν γύρισα πίσω ήμουν προπονητής, δούλεψα σε ομάδες και μέχρι αυτή τη στιγμή είμαι ακόμα προπονητής με διαφορετικές ομάδες.»
- Μετά από την αποχώρησή σας από την Ελλάδα και την ΑΕΚ, ήταν εύκολη πάλι η προσαρμογή; Βέβαια, πήγατε στον Αθηναϊκό και την Καστοριά, αλλά όταν γυρίσατε πάλι για μόνιμη κατάσταση στο Σίδνεϊ, ήταν εύκολο ή δυσκολευτήκατε μετά πάλι να επανέλθετε στους ρυθμούς της Αυστραλίας;
«Όταν γύρισα από την Ελλάδα ήταν δύσκολα, γιατί τα 10 χρόνια που πέρασα εκεί ήταν οι καλύτερες στιγμές της ζωής μου. Η ζωή, όταν είσαι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, σε προσέχουν. Έχεις τα καλύτερα. Και όταν γύρισα στην Αυστραλία ήταν γιατί είχα τραυματιστεί. Στα γόνατά μου είχα κάνει εγχείρηση, όπως και επίσης και στους προσαγωγούς. Ήμουν άτυχος που τελείωσα νωρίς την καριέρα μου. Άμα δεν είχα όλους τους τραυματισμούς θα έπαιζα πιο πολύ στην ΑΕΚ. Όμως λόγω των τραυματισμών δεν μπόρεσα. Ύστερα πήγα σε πιο μικρές ομάδες, στον Αθηναϊκό και στην Καστοριά. Και όταν γύρισα πίσω ήταν δύσκολα. Ξέρεις από ψηλά που είσαι να γυρίσεις πάλι πίσω... Και έλεγα «Τι θα κάνω τώρα στα 30 μου;»
- Όμως ήταν εδώ το σπίτι σας...
«Ήμουν τυχερός γιατί είχα εδώ τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου, τους γονείς, την οικογένεια. Έγινα προπονητής. Προπόνησα ομάδες από τη Β’ και τη Γ' Εθνική... Η ζωή μου επέστρεψε και πάλι σε αυτό που αγάπησα. Σταμάτησα μεν ως ποδοσφαιριστής, αλλά παρέμεινα στον χώρο ως προπονητής Και μέχρι και αυτή τη στιγμή τα ίδια κάνω.»
- Πώς όμως αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το ποδόσφαιρο; Τι ήταν αυτό που σας έκανε να αφοσιωθείτε στο ποδόσφαιρο από τόσο μικρή ηλικία και μάλιστα σε μια χώρα όπου είναι περισσότερο διαδεδομένο το ράγκμπι για παράδειγμα
«Ήμουν καλός στο ποδόσφαιρο. Στο σχολείο, 13, 14, 15 χρονών, το ποδόσφαιρο ήταν πίσω από το ράγκμπι και το κρίκετ... Όμως όταν έπαιζα με την ομάδα, όλοι έλεγαν “δώσ’ την μπάλα στον Πατίκα”! Ήμουν καλός. Και φυσικά γι' αυτό που θέλεις να κάνεις στη ζωή, χρειάζεσαι λίγο τύχη ενώ θέλεις και σκληρή δουλειά. Και είναι σημαντικές και οι αποφάσεις που παίρνει στη ζωή. Βέβαια όταν είπα στους γονείς μου ότι θα ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο, εκείνοι δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι. Ήθελα μόνο ποδόσφαιρο. Και τότε με είδε ο αντίστοιχος Μπάγεβιτς της Αυστραλίας. “Θέλω να έρθεις σε μένα” μου είχε πει τότε και από 16 χρονών άρχισα να παίζω επαγγελματικό ποδόσφαιρο...
- Και ξάφνου βρεθήκατε να παίζετε ποδόσφαιρο στην Σκωτία!
«Ναι! Ο τότε προπονητής μου, Έντι Τόμπσον, ήταν φίλος με τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον. Αυτός ήταν που με είχε πάρει στην ομάδα, στη Χακάουα, στο Σίδνεϊ. Τότε με είχε φωνάξει στο γραφείο του και μου είχε πει: “Είσαι πολύ καλός παίκτης. Ο φίλος μου είναι προπονητής της Αμπερντίν” και εννοούσε τον Άλεξ Φέργκιουσον. “Στείλαμε βίντεο και θέλει να πας εκεί”. Πήγα λοιπόν στη Σκωτία τον Νοέμβριο και υπέγραψα τον Δεκέμβριο για δύο χρόνια ήταν τότε. Όμως έμεινα μόλις πέντε μήνες.
- Γιατί μόνο πέντε μήνες;
«Γιατί όταν ήρθε ο Ιανουάριος είχε πάρα πολύ χιόνι (γέλια). Και εγώ δεν είχα δει χιόνι στη ζωή μου. Και θυμάμαι ήταν δύσκολο για εμένα να προσαρμοστώ σε τόσο κρύο! Μείον πολλοί βαθμοί, σαν την Καστοριά!»
- Δηλαδή, λόγω του κρύου φύγατε από τη Σκωτία;
«Ναι, είχε πολύ κρύο! Ήμουν 18 χρονών, 17 στα 18, και επίσης μου έλειπε το σπίτι μου. Μου έλειπαν οι γονείς μου, η ζωή που είχα, η θάλασσα, το καλοκαίρι. Εκεί είναι άλλη ζωή. Δεν ήμουν έτοιμος για ένα τέτοιο βήμα. Και γύρισα ύστερα από έξι μήνες».
- Ισχύει ότι εκείνη την περίοδο, είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον η Μπαρτσελόνα;
«Ναι. Είναι αληθινή η ιστορία με την Μπαρτσελόνα. Όταν έπαιζα με την εθνική Αυστραλίας είχαμε πάρει μέρος σ' ένα τουρνουά στο Ακαπούλκο όπου και σκόραρα. Τότε είχαμε παίξει με Βραζιλία, Αργεντινή, Ρωσία, ενώ η αυστραλέζικη ομάδα στην οποία έπαιζα τότε ήταν δυνατή, ήταν καλή ομάδα. Ήρθε τότε κάποιος ο οποίος ήταν φίλος με τον assistant coach και μου είπε να πάω στο ξενοδοχείο «La Palapa». Μπήκα στο δωμάτιο λοιπόν και είδα μπροστά μου τον Σέζαρ Μενότι που ήταν προπονητής στην Αργεντινή και στην Μπαρτσελόνα.΄Ήταν μαζί του ο γιατρός της ομάδας αλλά και ο προπονητής της Αυστραλίας. Τότε ο Μενότι μου λέει “σε έχω δει και όταν τελειώσει το τουρνουά, θέλω να έρθεις Νοέμβριο-Δεκέμβριο στην Μπαρτσελόνα. Ο Μαραντόνα είναι στην ομάδα μας”. . Δεν μου είπε ότι «θα σε υπογράψω», αλλά μου είπε: «Θέλω να έρθεις». Ήμουνα 18 χρονών τότε και συμφώνησα να πάω. Το επόμενο παιχνίδι έπαιξα με τη Βραζιλία. Κερδίσαμε 2-1, έβαλα το γκολ αλλά είχα τραυματιστεί στον μηνίσκο. Ακολουθούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο U21 στο Μεξικό. Οι γιατροί μου έκαναν ενέσεις κορτιζόνης γιατί είχα μεγάλο πρόβλημα στα γόνατα. Μου έκανε τη θεραπεία. Έπαιξα με το Μεξικό, ισοπαλία. Παίξαμε με τη Σκωτία, έβαλα το γκολ, κερδίσαμε με 2-1 ενώ στο τελευταίο ματς με τη Νότια Κορέα, το γόνατό μου έπαθε ζημιά. Δεν ήμουν 100%.»
- Και έτσι χάλασε το ενδεχόμενο να παίξετε στην Μπαρτσελόνα;
«Ναι, δεν μπορούσα να πάω. Έχασα την ευκαιρία. Και αυτή ήταν η ιστορία με την Μπαρτσελόνα»
- Και έκτοτε προέκυψε η ΑΕΚ;
«Μετά σταμάτησα να παίζω για 4-5 μήνες ώστε να μπορέσω να επανέλθω. Έπειτα έπαιξα στην στην Αυστραλία και πήγαμε στη Σκωτία με την εθνική, για τα Προκριματικά του Μουντιάλ. Τότε η Σκωτία είχε Νταγκλίς, ΜακΛις, μεγάλα ονόματα της εποχής. Ήταν η καλύτερη Σκωτία. Σταματήσαμε στην Ελλάδα για να κάνουμε προπόνηση για δύο ημέρες και στην τότε στην πτήση προς Ελλάδας, ήταν στο αεροπλάνο ο παράγοντας της ΑΕΚ, ο Γιάννης Χρυσοβιτσάνος, ο οποίος ήταν μαζί με τον Ζαφειρόπουλο στην ομάδα. Και ρώτησε τον προπονητή που είχαμε τότε, τον Τόμπσον, εάν υπήρχε Ελληνόπουλο στο αεροπλάνο. Του είπε ότι υπήρχε και ότι ήταν και καλός παίκτης. Αμέσως ήθελε να με γνωρίσει. Όλα αυτά έγιναν μέσα στο αεροπλάνο. Ήρθε λοιπόν ο Γιάννης Χρυσοβιτσάνος και κάθισε μαζί μου για να μιλήσουμε. Με ρώτησε τι ομάδα είμαι και αν γνώριζα από ελληνικό ποδόσφαιρο. Και πράγματι ήξερα. Ο μπαμπάς μου ήταν Ατρόμητος, γιατί μεγάλωσε στο Περιστέρι. Η μαμά μου ήταν από τα Τρίκαλα, Γιαννιτσά. Και εμένα ο θείος μου ήταν ΑΕΚτσής... Θυμάμαι είχα πάει για διακοπές 16 χρονών στην Αθήνα και με είχε πάρει ο θείος και με είχε πάει στη Νέα Φιλαδέλφεια να δω την ΑΕΚ. Θυμάμαι ήταν ο Μαύρος, ο Μπάγεβιτς, ο Παπαϊωάννου, ο Βλάχος, ο Νικολάου... Και είπα “γουάου”. Και έτσι αγάπησα και εγώ ΑΕΚ από 18 ετών ενώ είχα ακούσει για τον Μαύρο που είχε βγει πρώτος σκόρερ. Και είπα στον Χρυσοβιτσάνο: «Είμαι ΑΕΚτζής». Μου λέει “που ξέρεις εσύ την ΑΕΚ;”. Και τότε του είπα την ιστορία.»
- Και έτσι ξεκίνησε το φλερτ με την ΑΕΚ; Εντελώς τυχαία;
«Ναι! Μου εξήγησε τον ρόλο που είχε στην ΑΕΚ και μου είπε ότι θα έστελνε άνθρωπο να με έβλεπε στη Σκωτία και στην Αυστραλία. Στη Σκωτία μπήκα στα τελευταία 15-20 λεπτά. Χάσαμε εκείνο το ματς. Έπειτα στη Μελβούρνη παίξαμε και πάλι με τη Σκωτία και το παιχνίδι ήρθε ισόπαλο. Τότε πήρε τηλέφωνο και είπε ότι ήθελαν να πάω στην ΑΕΚ. Μέσα σε πέντε μέρες μου στείλανε το εισιτήρια ο και ήρθα στην Ελλάδα. Με είχε παραλάβει στις 5 το πρωί από το αεροδρόμιο ο Νίκος Στράτος και με πήγαν απευθείας στα γραφεία: «Έλα, υπέγραψε» μου είπαν! Όλα έγιναν πολύ γρήγορα.
- Ουσιαστικά από μια συγκυρία ερχόμενος από την Αυστραλία με ενδιάμεσο σταθμό την Ελλάδα;
«Ακριβώς. Αν δεν ήταν στο αεροπλάνο ο Γιάννης (σ.σ. Χρυσοβιτσάνος) κανείς δεν ξέρει τι θα είχε συμβεί. Έτσι είναι η ζωή. Πρέπει να είσαι έτοιμος για την ευκαιρία που θα σου παρουσιαστεί. Να φανταστείς εγώ είχα φωτογραφία του Θωμά Μαύρου πάνω από το κρεβάτι μου. Ήταν η φωτογραφία που είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ στην Ευρώπη. Και η καλύτερη ιστορία είναι όταν ήμουν στην ΑΕΚ, με έβαλαν στο ξενοδοχείο στο ίδιο δωμάτιο με τον Μαύρο. Εγώ έτρεμα! Τι να πω; Ήταν πολύ ωραία όμως»
- Σας βοήθησε τότε να προσαρμοστείτε;
«Μου έλεγε τι να κάνω και τι να προσέχω. Ήταν πολύ που με βοήθησαν αλλά ο Θωμάς ναι. Από τη πρώτη στιγμή. Ήταν και το μεγαλύτερο όνομα. Επίσης ο Μανωλάς. Ήμουν τυχερός που βρέθηκα σε μια κατάσταση όπου όλοι οι άνθρωποι μου έδειξαν εμπιστοσύνη.»
«Πήγα στην ΑΕΚ εντελώς τυχαία, καθώς σε μια πτήση με την Εθνική Αυστραλίας υπήρχε ο τότε παράγοντας της ΑΕΚ, Γιάννης Χρυσοβιτσάνος και έψαχνε για Έλληνα!»
«"Μεταγραφή από την Αυστραλία θα μας σώσει; Παίζουν ποδόσφαιρο στην Αυστραλία;" έλεγαν οι συμπαίκτες μου νομίζοντας ότι δεν καταλάβαινα ελληνικά»
- Ισχύει ότι το μεγάλο σας ατού ήταν η ταχύτητα, αλλά δεν θέλατε να το δείξετε στις αρχές των προπονήσεων;
«Κοίτα. Στα 5-10 μέτρα θα ήμουν από τους πρώτους στην Ευρώπη. Ήμουν γρήγορος. Ήξερα τη δυνατότητα που είχα. Η τεχνική μου ήταν εντάξει. Από το ξεκίνημα της παρουσίας μου έβαζα γκολ, αλλά και έχανα γκολ. Κοίτα να δεις. Στο ποδόσφαιρο κάποιος είναι καλός στην τεχνική, κάποιος στη δύναμη, κάποιος είναι ψηλός όπως τότε ο Μητρόπουλος, κάποιος άλλος είναι Ρόι Κιν και σκοτώνει, εγώ είχα καλό γρήγορο ξεπέταγμα στα 5-10 μέτρα.»
- Αν σας έλεγα να ανακαλέσετε λίγο από το παρελθόν στην ΑΕΚ και να θυμηθείτε 1-2-3 ιστορίες ποιες θα ήταν αυτές;
«Κάθε χρόνο είχαμε καλές στιγμές στην ΑΕΚ. Θυμάμαι βέβαια την πρώτη μου μέρα στην ομάδα. Ήξερα ότι ήταν ο Μαύρος, ήξερα ότι ήταν ο Σάντμπεργκ, ήξερα ότι ο άλλος ήταν ο Εστερχάζι, είχα κάνει homework! Από την άλλη είχα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και ήξερα το πόσο καλός ήμουν και ότι μπορούσα να παίξω. Όμως όταν πηγαίνεις σε μια ομάδα πρέπει να τους αποδείξεις τι μπορείς να κάνεις. Θυμάμαι μπαίνω μέσα από τα αποδυτήρια και κάθομαι. Καταλάβαινα Ελληνικά αλλά δεν μπορούσα να τα μιλήσω καλά. Όμως τα καταλάβαινα. Και άρχισαν και έλεγαν τότε οι συμπαίκτες μου “ήρθαν παίκτες που δεν ξέρουμε από την Αυστραλία. Μεταγραφή από την Αυστραλία θα μας σώσει;” Δεν με είχαν δει όμως να παίζω. Κοίτα την ίδια εποχή άλλες ομάδες έφερναν γνωστούς παίκτες όπως ο Ζάετς στον Παναθηναϊκό ή ο Σέστιτς στον Ολυμπιακό. Οπότε άρχισαν και έλεγαν “Ήρθε σε εμάς ο Πατίκας από την Αυστραλία; Ένα Καγκουρό; Παίζουν ποδόσφαιρο στην Αυστραλία;” Πραγματικά αυτό δεν το ξεχνάω. Όταν πήγα να κάνω την προπόνηση στη Νέα Φιλαδέλφεια, αρχίσαμε να παίζαμε κορόιδο με την μπάλα. Ήμουνα 73 κιλά, ήμουνα δυνατός και εκείνη τη στιγμή πάνε να μου κάνουν “ποδιά”, ξέρεις να μου περάσουν τη μπάλα κάτω από τα πόδια: «Πέρασε μέσα Αυστραλέ!». Και εγώ έλεγα από μέσα μου «εντάξει θα δείτε (γέλια)». Αυτό έγινε την 1η εβδομάδα. Έπειτα παίξαμε αντίπαλες δύο ομάδες στην προπόνηση και εγώ είχα μαζί μου τον Μαύρο και τον Εστερχάζι όπως θυμάμαι τώρα. Υπήρχε λοιπόν στην αντίπαλη ομάδα ένας παίκτης...»
- Ποιος ήταν;
«Δεν θα πω ονόματα (γέλια). Παίρνει την μπάλα λοιπόν και του κάνω ένα καλό τάκλιν και τον ρίχνω κάτω. Ήμουν από τους παίκτες που έκανα τσαμπουκά. Δεν άφηνα κανέναν χωρίς να αντιδράσω. Τον πετάω κάτω λοιπόν και του έκανα trash talk στα αγγλικά: “Πάρ' το!” και τον έβρισα: “Τι έγινε; Δεν θα το παίξεις μάγκας;” Τελειώνει μετά η προπόνηση και μου δίνει το χέρι: “Μπράβο φίλε” μου λέει: “Θες να πάμε για ένα ποτό το βράδυ;” Τι θέλω να πω με αυτό; Έπρεπε να κερδίσω τον σεβασμό. Δεν πήγα να γλείψω. Αυτό έγινε στην αρχή»
- Είχε και συνέχεια;
«Θα σου πω τι έγινε σε μια προπόνηση να γελάσεις. Τότε δεν το έπαιζα φίρμα. Άλλωστε ήμουν ένα τίποτα. Από την Αυστραλία είχα έρθει. Προπονητής μας ήταν ο Γκμοχ. Κάναμε τότε 800 μέτρα τρέξιμο. Εγώ είχα μάθει να μην είσαι ποτέ ρουφιάνος και γλείφτης. Δεν ήθελα να τρέξω γρήγορα και να τους αφήσω όλους πίσω αλλά να ήμουν μαζί με την ομάδα. Ξέρεις όμως. Υπάρχουν παίκτες όταν βλέπει ο προπονητής τρέχουν, όταν δεν βλέπει κλέβουν. Τρέχουμε τετρακόσια μέτρα. Κάθομαι λίγο πιο πίσω. Ήταν δύο, τρεις εκεί μπροστά οι οποίοι ήταν πρώτοι. Είναι ο Μανωλάς δίπλα μου. Και λέει: “Ρε παιδιά, αυτός μας σκοτώνει. Πρέπει να είναι γρήγορος. Θα πάω λίγο πιο γρήγορα. Θα πάω πιο γρήγορα να δούμε πώς είναι». Και πάει πιο γρήγορα. Πάω κι εγώ πιο γρήγορα. Πάμε άλλο ένα τετρακοσάρι. Και λέει: «Τον που@@η, είναι γρήγορος». Με τον Μανωλά μάλιστα είχαμε μιλήσει πριν από 6-7 χρόνια και δεν ξέρω εάν το θυμάται το σκηνικό: “Ε, τον που@@@η είναι γρήγορος, μας κοροϊδεύει. Η ταχύτητα ήταν το προσόν μου»
- Είχατε προπονητές στην ΑΕΚ, τον Γκμοχ, τον Αλέφαντο κάποια στιγμή, τον Βεσελίνοβιτς, Μπάγεβιτς. Τι έχετε να θυμάστε από όλους αυτούς τους προπονητές που είχατε;
«Εγώ έμαθα πολλά από όλους. Μοναδική εξαίρεση ο Φαφιέ, δεν είχα τίποτα να μάθω από εκείνον. Με όλους τους άλλους είχα πάρει και από κάτι. Μου άρεσε. Κάθε φορά που άλλαζε κάποιος προπονητής είχε και τους δικούς του στόχους. Μια χαρά ήμασταν με τον Γκμοχ, με τον Χρηστίδη το ίδιο, τον Μπάγεβιτς, ενώ ήταν φοβερός ο Βεσελίνοβιτς».
- Κάποια ιστορία που έχετε να θυμάστε από τον Μπάγεβιτς ο οποίος έμεινε και το περισσότερο χρονικό διάστημα;
«Ο Μπάγεβιτς ήταν ήταν σαν δεύτερος πατέρας μου. Πέρασα πολύ ωραία με τον Ντούσκο. Σίγουρα με βοήθησε. Αν ο προπονητής έχει εμπιστοσύνη σε εσένα, παίζεις πιο άνετα και ελεύθερα. Θυμάμαι παίζαμε με τον Απόλλωνα και είχε γενέθλια ο Μπάγεβιτς. Του λέω: “Θα βάλω γκολ για εσένα”. Και έβαλα. Είχα καλές στιγμές. Και από την ΑΕΚ έφυγα γιατί ήμουνα τραυματίας. Δεν μπόρεσα να παίξω καλά. Δεν μου είπαν να φύγω. Πήγα και είπα ότι δεν μπορούσα να παίξω στο επίπεδο που ήθελαν εκείνοι να παίξω. Του λέω “Ντούσαν, δεν μπορώ να παίξω. Είμαι 70-80% και με ρωτούσε εάν ήθελα να φύγω. Δεν ήθελα να να ένιωθε άσχημα εάν δεν μπορούσε να με βάλει γιατί δεν μπορούσα να παίξω. Και έτσι με άφησε να φύγω.»
-Υπάρχουν ματς δικά σας που βλέπετε ακόμα και σήμερα;
«Ω, ναι. Το ματς με τα δύο γκολ που έβαλα στον Παναθηναϊκό. Ήταν για το Κύπελλο. Για τον Παναθηναϊκό είχε σκοράρει ο Ζάετς θυμάμαι. Τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού ήταν ο Μήνου ο οποίος μετά ήρθε στην ΑΕΚ. Το δεύτερο γκολ ήταν ιδιαίτερα σημαντικό. Έξω από τη περιοχή, από τα 30 μέτρα. Και έκανα το σκορ 2-0.»
- Ποια είναι τα γκολ που σας έχουν μείνει πιο έντονα από την καριέρα σας στην ΑΕΚ;
«Τρία γκολ μου έχουν μείνει αξέχαστα. Το γκολ στο Κύπελλο με τον ΟΦΗ. Έρχεται η μπάλα και κάνω ένα σουτ σαν μισό ψαλίδι, γυριστό σουτ. Το γκολ με τον Ολυμπιακό, όταν σε μια φάση όπου ο Μανωλάς πήρε τη μπάλα, πέρασε τη μισή ομάδα και στη συνέχεια σκόραρα. Και με τον Παναθηναϊκό όταν ήμουν τραυματίας στο γόνατο. Συνολικά, είχα πολλές καλές στιγμές.»
«Μου έχουν μείνει αξέχαστα τα δύο γκολ με τον Παναθηναϊκό και το γυριστό με τον ΟΦΗ»
«Έπαθα ψυχολογικό όταν έσπασα το πόδι του Σαργκάνη και δεν μπορούσα να σκοράρω. Ο Κωστένογλου με... κυνηγούσε έως και την τουαλέτα, έχω σπάει τη μύτη του Κολιτσιδάκη επειδή μου έβριζε τη μάνα μέσα στο ματς»
- Υπάρχει όμως η απορία. Τι έγινε από ένα σημείο και μετά και σταματήσατε να βάζετε γκολ;
«Έβαζα γκολ στην Αυστραλία, έβαζα γκολ και στην Ελλάδα. Αυτό που λες συνέβη όταν, κατά τη διάρκεια μιας φάσης, έσπασα το πόδι του Σαργκάνη. Εγώ έτρεχα, έβαζα τα πόδια μου στη φωτιά, έμπαινα δυνατά στις φάσεις, αλλά όταν συνέβη αυτό και τη ζημιά που έπαθε ο Σαργκάνης, στη συνέχεια επηρεάστηκα ψυχολογικά. Δεν ήμουν ψυχολογικά καλά. Μετά πήγα στην Καστοριά, σκόραρα ξανά, έβαζα γκολ, αλλά δεν ήμουν αυτός που ήξερα ότι μπορώ να είμαι. Είχα και τον τραυματισμό και ήθελα να φύγω».
- Μου είπατε πριν πριν δεν χαρίζατε τίποτα μέσα στο γήπεδο. Ήσασταν δηλαδή τσαμπουκάς;
«Δεν φοβόμουν κανέναν. Δεν έμπαινα μέσα για να τραυματίσω κάποιον, αλλά τότε το ποδόσφαιρο ήταν πιο σκληρό. Πηγαίναμε να παίξουμε στην Τούμπα, στον Ηρακλή, στον Ολυμπιακό και έλεγαν “Πατίκα θα έρθεις εδώ;”»
- Υπήρχε κάποιος αμυντικός που σας έβγαζε το λάδι και λέγατε για παράδειγμα “ωχ, πάλι αυτός μπροστά μου”;
«Στην καριέρα μου έπαιξα απέναντι στους καλύτερους αμυντικούς. Και στα ντέρμπι μου έβαζαν man to man τον καλύτερο αμυντικό τους. Ο Παναθηναϊκός μου έβαζε τον Πατσιαβούρα, από τον Ολυμπιακό το καλύτερο. Όμως στους περισσότερους έβαζα γκολ. Ο μοναδικός που δεν μπόρεσαν να σκοράρω και δεν μου άρεσε να παίζω εναντίον του, έπαιζε στην Ξάνθη. Ο Κωστένογλου. Έλεγα τότε στον Ραβούση “αυτόν τον παίκτη δεν τον μπορώ με τίποτα. Μου σπάει τα νεύρα”. Δεν με άφηνε ούτε τουαλέτα να πάω. Με κυνηγούσε παντού: “Ρε φίλε, παίξε μπάλα man” του έλεγα. Ήταν 4-5 παιχνίδια που με είχε σκοτώσει. Ήταν γρήγορος και δυνατός. Και μάλιστα είχα πει στον Ραβούση “ας τον πάρουμε γιατί δεν μπορώ να παίζω εναντίον του”. Ήταν ο πιο δύσκολος αμυντικός. Και ο Καλιτζάκης ήταν πολύ δύσκολος. Όπως και ο Κολιτσιδάκης. Μάλιστα του είχα σπάσει την μύτη. Μέσα το ματς έβριζε τη μαμά μου, έκανε trash talking. Του έλεγα “φίλε, μην κάνεις trash talk, παίξε μπάλα”. Έπαθε ζημιά ο κακομοίρης. Δεν το έκανα επίτηδες. Τίποτε δεν κάνω επίτηδες, Όμως οι αμυντικοί σου δημιουργούν νεύρα και έλεγαν διάφορα…»
Και με ποιους κάνατε περισσότερη παρέα και βγαίνατε έξω;
«Έμενα τότε κοντά με τον Κλόπα, τον Σαβέφσκι, τον Καραγκιοζόπουλο, τον Βασιλόπουλο… Εγώ ήμουν ο Αυστραλός. Το καγκουρό! Βέβαια ήμασταν κοντά και με τον Καλαντζή και τον Λούη (σ.σ. Χριστοδούλου) με τους οποίους βγαίναμε συχνά. Στην ΑΕΚ πάντως είχαμε καλό κλίμα και καλά παιδιά. Ο Σουηδός ο Σάντμπεργκ, ο Σπύρος Οικονομόπουλος ο οποίος είναι στην Αυστραλία και τον βλέπω που και που. Ήταν καλές εποχές»
- Στα χρόνια που βρεθήκατε στην ΑΕΚ, σας είχε λείψει η Αυστραλία από τη στιγμή που ήταν εδώ η οικογένεια σας;
«Ναι φυσικά. Έγινε. Κάθεσαι και σκέφτεσαι κάποια στιγμή “που είναι οι γονείς σου; που είναι η οικογένεια σου;” Θυμάμαι ο γιος μου (σ.σ. ήταν παρών στη συνέντευξη και καθόταν λίγο πιο δίπλα) ήταν πέντε χρονών και τον πήγαινα στα αποδυτήρια. Έκλαιγε όταν έβλεπε τον Σταματή (γέλια). Τον φοβόταν και έκλαιγε. Δεν ξέρω γιατί. Όμως είχαμε πολύ καλή σχέση. Και μετά όταν γεννήθηκε και η Μαρί δεν ήθελα να πηγαίνω τον Άρη από το ένα σχολείο στο άλλο. Ήξερα ότι θα τελειώσω με την μπάλα από την ΑΕΚ και θα επέστρεφα πίσω στο σπίτι μου, στην Αυστραλία».
- Και μετά την ΑΕΚ προέκυψε ο Αθηναϊκός. Πώς βρεθήκατε εκεί;
«Όταν έφυγα από την ΑΕΚ, δεν ήμουνα στο 100%, ίσως στο 80% αλλά ήθελα να παίξω ακόμα. Δεν ήμουν έτοιμος να γυρίσω στην Αυστραλία γιατί πίστευα ότι ακόμα ήμουν καλός και μπορούσα να παίξω. Μάλιστα τότε ήταν να πάω στον Πανιώνιο όπου προπονητής ήταν ο Κυράστας. Όμως ήξερα τα παιδιά από τον Αθηναϊκό. Τον Τσαβαλιά, τον Γρηγορίου. Και τους ήξερα διότι τα ξαδέρφια μου έμεναν στην Ηλιούπολη και ο Αθηναϊκός ήταν κοντά, στο Βύρωνα. Δεν είχαν και Ευρώπη τότε, παρά μόνο το Κύπελλο εκτός από το πρωτάθλημα. Και έτσι αποφάσισα να πάω εκεί. Είχαν περάσει πολύ καλά στον Αθηναϊκό. Μάλιστα είχα βάλει και γκολ εναντίον της ΑΕΚ, αλλά δεν το είχα πανηγυρίσει. Έπαιξα καλά στον Αθηναϊκό. Όμως ο προπονητής ο Σταθόπουλος είχε πρόβλημα μαζί μου. Δεν ήταν καλός προπονητής αλλά ούτε και καλός χαρακτήρας. Θυμάμαι με είχε βγάλει από το παιχνίδι, αν και έπαιζα καλά, και με είχε πιάσει μετά στα αποδυτήρια και μου είχε πει: “Αν σε ρωτήσει ο δημοσιογράφος γιατί σ’ έβγαλα, να πεις ότι ήσουν τραυματίας”. “Τι βλακείες είναι αυτές;” του είπα. Παρόλα αυτά όταν με ρώτησαν οι δημοσιογράφοι είχα πει ότι πονούσε το πόδι μου. Με έβγαλε και χάσαμε. Όμως τον έδιωξαν! (Γέλια). Ήρθε μετά ο Γκμοχ και παίξαμε καλά. Έκανα την δουλειά μου. Θυμάμαι τότε είχα πουλήσει το αυτοκίνητο μου και είχα κανονίσει να επιστρέψω στην Αυστραλία…»
Το γκολ του Πατίκα κόντρα στην ΑΕΚ
- Όμως… Καστοριά!
«Ναι, Καστοριά μετά. Θυμάμαι είχα κανονίσει να φύγω και μια εβδομάδα πριν είχαμε πάει με τα ξαδέρφια μου στα μπουζούκια. Ήταν τότε ένας τραγουδιστής τότε τον οποίο έλεγαν Μάνο. Δεν θυμάμαι το επώνυμο του. Και του είχα πει ότι τα παρατάω και ότι πάω πίσω στην Αυστραλία. Τότε λοιπόν, εκείνο το βράδυ μου είχε γνωρίσει εκείνον που είχε αναλάβει την Καστοριά. Του λέω “Καστοριά; Τι είναι η Καστοριά; Σε ποια κατηγορία παίζει; Άσε με να πάω πίσω στην Αυστραλία που έχω συμφωνήσει με μια ομάδα”. Τον Μέγα Αλέξανδρο συγκεκριμένα. Μου είπε ότι έχει πολλά λεφτά ο φίλος του, ότι είναι Ελληνορώσος και ότι ήθελε να ανεβάσει την Καστοριά κατηγορίες. Και με προέτρεψε να πάω για καφέ μαζί του. Όμως εγώ είχα πουλήσει όλα τα πράγματα μου. Σου λέω είχα κανονίσει να επιστρέψω. Με είχε πάρει λοιπόν τηλέφωνο και μου είχε πει να συναντηθούμε στην Ομόνοια. Για να τον γνώριζα. Όπως σου είπα είχα πουλήσει τα πάντα και είχα πάει στο ραντεβού μ’ ένα παπάκι (γέλια). Ήταν ο Νίκος Τσολάκης, ο οποίος είχε μαγαζί με γούνες στην Ομόνοια. Μου είπε ότι θα έφτιαχνε μεγάλη ομάδα και ότι με ήθελε μαζί του. Με ρώτησε πόσα χρήματα ήθελα και μου είπε ότι θα μου τα έδινε. Η γυναίκα μου τότε ήταν στην Αυστραλία. Είχε πάρει τα παιδιά και είχε επιστρέψει. Με περίμεναν! Στο μεταξύ δεν ήξερα καν που έπεφτε η Καστοριά. Και όταν είδα που ήταν , γυρνάω και του λέω “ξέχασε το”. Για να με πείσει μου έδωσε όλα τα χρήματα μπροστά και έτσι έμεινα έξι μήνες. Σε 15 ματς που έπαιξα, βγήκα πρώτος σκόρερ και η ομάδα ανέβηκε στην Β’ Εθνική. Τότε είχαμε έναν Γιουγκοσλάβο προπονητή, ο οποίος ήταν πολύ καλός. Όμως στην Β’ Εθνική ανέλαβε ο Γούναρης. Ήθελαν να μείνω και άλλο αλλά είχα μεγάλο πρόβλημα στο γόνατο. Είχα πάει στον Τσολάκη και έκλαιγα. Του είπα ότι έπρεπε να φύγω γιατί δεν θα μπορούσα να παίξω. Τον ευχαρίστησα και του είπα ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω».

- Κρατάτε επαφή με πρώην συμπαίκτες σας;
«Με είχε πάρει τηλέφωνο ο Χένρικ Νίλσεν. Έχω μιλήσει επίσης με τον Μανωλά, τον Βασιλόπουλο, τον Κλόπα, τον Μπατίστα…»
- Έχετε σκεφτεί να έρθετε πάλι στην Ελλάδα;
«Κοιτα, αν ήταν 5-6 ώρες, σίγουρα. Έχω όνειρα. Όταν πέφτω να κοιμηθώ σκέφτομαι το παρελθόν. Τι καλοί άνθρωποι που ήταν όλοι όσοι γνώρισα, τι κάνουν οι συμπαίκτες μου, δεν φεύγουν αυτά από το μυαλό μου. Ήταν τα καλύτερα 10 χρόνια της ζωής μου. Σκέφτομαι τα ταξίδια που κάναμε, οι προετοιμασίας, οι παρέες στο ξενοδοχείο. Είμαι πολύ χαρούμενος που τα έζησα».