Λισγάρας στο Gazzetta: «Μέχρι και μπαούλα γυρνούσαν με τον Πανόπουλο, όταν μας έφερε σοκολάτες αντί για πριμ»

Λισγάρας στο Gazzetta: «Μέχρι και μπαούλα γυρνούσαν με τον Πανόπουλο, όταν μας έφερε σοκολάτες αντί για πριμ»

Έχει συναναστραφεί στην καριέρα του ορισμένες από τις πιο εμβληματικές φυσιογνωμίες του ποδοσφαίρου στη χώρα μας. Ποιον να πιάσεις και ποιον να αφήσεις; Να ξεκινήσεις από παράγοντες όπως ο Χρήστος Πανόπουλος και ο Γιάννης Κομπότης; Να συνεχίσεις με προπονητές όπως ο Άγγελος Ποστέκογλου, ο Ντούσαν Μπάγεβιτς και ο Ραζβάν Λουτσέσκου;

Ο Χρήστος Λισγάρας τα έζησε όλα, μετρώντας στην πρώτη κατηγορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, περισσότερες από 200 συμμετοχές. Την ιστορία της καριέρας του επέλεξε να την πει στο Gazzetta. Σε μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη, αναφέρεται σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που τον στιγμάτισαν και που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του.

Από τις ακαδημίες του Ολυμπιακού και την ιστορική Παναχαϊκή, ως τον Λεβαδειακό στον οποίον καθιερώθηκε και τις έξι αλησμόνητες σεζόν στην Ξάνθη. Ο Έλληνας αμυντικός θυμάται τα χρήματα που του είχε δώσει ο Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς για να ψωνίσει από το αεροδρόμιο πριν την αναχώρηση των ερυθρόλευκων για προετοιμασία, αλλά και τις στιγμές… μαγείας του Τζιοβάνι.

Ακόμα, δεν ξεχνά τις αντιδράσεις του εμβληματικού ιδιοκτήτη της Ξάνθης, Χρήστου Πανόπουλου, ενώ στέκεται και στη δικαστική υπόθεση με τον ΠΑΟΚ, που, όπως επισημαίνει, επηρέασε σημαντικά την ακριτική ομάδα.

image

«Ο Τζόλε μας είχε δώσει χρήματα για να πάρουμε ό,τι θέλουμε από το αεροδρόμιο, ο Τζιοβάνι μας έκανε ποδιές ενώ είχαμε κλειστά πόδια»

Ξεκινώντας, σε τι φάση σε πετυχαίνω;

Μέχρι και πριν από δύο μήνες έπαιζα στην Άρτα, στην οποία και έκανα πολύ καλούς φίλους. Έχω κάποιες προτάσεις από ομάδες της Γ’ Εθνικής, αλλά κουράστηκα πολύ, ψυχολογικά. Μπορώ να παίξω. Σωματικά, είμαι καλά. Όμως, ψυχολογικά, δεν έχω άλλες αντοχές. Φυσικά, υπάρχει κάτι που με κρατάει από το να σταματήσω. Το… μικρόβιο δεν φεύγει. Θα ήθελα να συνεχίσω, μόνο για κάτι κοντά στο σπίτι μου, που να αξίζει και να με ιντριγκάρει. Όπως, για παράδειγμα στον ΠΑΣ Γιάννινα. Θέλω να αφοσιωθώ στην οικογένεια, μου αρέσει να ασχολούμαι με το personal και έχω πάρει και το πρώτο δίπλωμα προπονητικής UEFA B. Είναι πολύ δύσκολο να πω το «αντίο» στο ποδόσφαιρο, μέσα μου το δουλεύω πάρα πολύ.

Τι θα σου λείψει περισσότερο όταν σταματήσεις;

Η ένταση των αγώνων, των προπονήσεων, των αποδυτηρίων.

Ας πάμε πίσω στον χρόνο. Πώς ξεκίνησες να παίζεις ποδόσφαιρο;

Ξεκίνησα με ένα τενεκεδάκι στο σχολείο. Σιγά – σιγά πήγα στις ακαδημίες στο χωριό μου, στη Θύελλα Κατσικά. Από τους προπαίδες μέχρι τις Ελπίδες, ήμουν σε όλες τις Εθνικές ομάδες. Στην ΕΠΣ, στην πρώτη χρονιά πήγαμε τελικό. Την επόμενη πήγαμε τελικό και κερδίσαμε με δικό μου γκολ. Ισοφάρισα στο 120’ και έβαλα και πέναλτι, για να κερδίσουμε. Μετά πήγα στα ερασιτεχνικά του Ολυμπιακού, πήραμε το πρωτάθλημα. Μετά ήρθε ο Μπάγεβιτς στην μεγάλη ομάδα του Ολυμπιακού, μας μάζεψε όλους για να μας δει. Με ξεχώρισε αμέσως και μου έδωσε επαγγελματικό συμβόλαιο. Από τότε ήμουν στην μεγάλη ομάδα του Ολυμπιακού, για δύο χρόνια. Αρχικά με τον Μπάγεβιτς και στη συνέχεια με τον Σόλιντ. Αυτό με ταξίδεψε, έμαθα να είμαι πρωταθλητής, δίπλα σε όλα αυτά τα αστέρια. Με τον Τζιοβάνι, με τον Ριβάλντο, με τον Τζόρτζεβιτς, με τον Γεωργάτο. Ποιον να πιάσεις και ποιον να αφήσεις;

Τι θυμάσαι από αυτούς τους συμπαίκτες σου; Ποια ιστορία έχεις ξεχωρίσει;

Ο Τζιοβάνι μας έκανε ποδιές, ενώ εμείς πηγαίναμε με κλειστά πόδια! Δεν μπορώ, ακόμα, να το καταλάβω αυτό! Θυμάμαι πάρα πολύ τον Τζόλε. Ήμασταν στο αεροδρόμιο, εγώ, ο Μενδρινός και άλλοι μικροί. Και έρχεται κάποια στιγμή ο Τζόλε, μας μαζεύει και μας λέει «ελάτε εδώ, πάρτε αυτά και αγοράστε ό, τι θέλετε. Αρώματα, φαγητό, ό,τι τραβάει η όρεξή σας. Είναι από μένα αυτά». Είχαμε μείνει κάγκελο. Δεν είχαμε λεφτά τότε. Μας έκανε να αισθανθούμε ότι είμαστε ίδιοι με τους μεγάλους. Δεν θα ξεχάσω τον Τζιοβάνι κάθε μέρα που με έπαιρνε αγκαλιά, με φώναζε «ίντζο», δηλαδή ινδιάνος στα βραζιλιάνικα και πηγαίναμε μαζί γυμναστήριο.

image

«Μόνο που περπατούσε ο Μπάγεβιτς, έτρεμαν τα πλακάκια, έστεκε μπροστά μου και αναρωτιόμουν τι είχα κάνει»

Τι σου είχε πει ο Ντούσαν Μπάγεβιτς που να σου έμεινε χαραγμένο στο μυαλό;

Ο Ντούσαν Μπάγεβιτς δεν χρειαζόταν να σου πει κάτι. Μόνο που περπατούσε, έτρεμαν τα πλακάκια. Ερχόταν τα πρωινά στο Ζέεφελντ, έστεκε μπροστά μας, χεσμένος πάνω μου εγώ, αναρωτιόμουν τι είχα κάνει. Με κοιτούσε, χαμογελούσε αυστηρά και έφευγε. Η συναναστροφή με τον Μπάγεβιτς ήταν απίστευτη εμπειρία. Εγώ από το χωριό βρέθηκα δίπλα σε ανθρώπους που ήταν αστέρες, μου μιλούσαν και με αγκάλιαζαν. Ήταν εκπληκτικό.

Ήταν μία εποχή που ο Ολυμπιακός ήταν πολύ δυνατός. Πώς το ζούσες εσύ αυτό ως ένα παιδάκι που έκανε τα πρώτα του βήματα; Φοβόσουν;

Ήταν μία ηλικία, στην οποία δεν φοβάσαι. Αισθανόμουν τεράστια δύναμη δίπλα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Έπρεπε να παλέψεις για να είσαι μέσα στο ποδόσφαιρο. Όταν έφυγε ο Μπάγεβιτς και ήρθε ο Σόλιντ, έφυγα και πήγα δανεικός στην Παναχαϊκή. Στα 21 μου ήμουν αρχηγός σε μία ιστορική ομάδα. Με αγάπησαν πολύ, όπως κι εγώ.

Πώς βρέθηκες στην Παναχαϊκή;

Πήγα δανεικός από τον Ολυμπιακό, για να πάρω παιχνίδια. Είχα πάει με τον Γιώργο Αμανατίδη, ήταν εκεί ο Γιώργος Νασιόπουλος. Τεράστια ονόματα. Εμείς είχαμε πάει τον Δεκέμβρη για να καταφέρουμε να σώσουμε την ομάδα. Στο τελευταίο ματς, αν κερδίζαμε, θα είχαμε σωθεί. Όμως, δεν τα καταφέραμε. Την δεύτερη χρονιά είχε έρθει ο Γεωργάτος, που είχε ανακατευθεί με την Παναχαϊκή. Ήταν και ο Ποστέκογλου προπονητής εκείνη τη σεζόν. Στην Παναχαϊκή έπαιξα επαγγελματικά. Ήταν τεράστια εμπειρία. Παίζαμε με επτά και δέκα χιλιάδες κόσμο. Είναι πολύ μεγάλη ομάδα, το έζησα. Είχα πίεση και αυτό με έκανε πιο δυνατό. Ο Ποστέκογλου με πίστεψε από την αρχή, με έκανε αρχηγό και με έκανε πολύ καλύτερο. Είδα μαζί του πράγματα, που είδα ξανά στη Superleague μετά από χρόνια.

Πώς ήταν η σχέση σου με τον Γεωργάτο;

Είχαμε πάρα πολύ καλή σχέση, μου φέρθηκε πάρα πολύ καλά. Τον είχα και στον Ολυμπιακό, όταν ήμουν μικρός. Με πείραζε πολύ! Και φυσικά μετά τον είχα και πρόεδρο. Με πήγαινε πολύ. Μιλάμε για παίκτη, απίστευτο. Αυτός ο άνθρωπος όπου και αν βρισκόταν, χωρίς να κοιτάει, σου έστελνε την μπάλα «πάρε - βάλε» στο κεφάλι.

Είναι πολλοί αυτοί που λένε πως ελάχιστοι Έλληνες ποδοσφαιριστές στην ιστορία είχαν το ταλέντο του Γεωργάτου.

Ήταν εκπληκτικός. Δυνατός, γρήγορος, θυμάμαι ακόμα και τώρα την γλύκα του ποδιού του και λέω «πωωωω ρε». Ήταν και τεράστια προσωπικότητα, μέσα και έξω από το γήπεδο. Αυτούς τους ποδοσφαιριστές τους καταλαβαίνεις και μόνο που περπατούν.

Θυμάσαι κάποια κουβέντα που να σου είχε κάνει κάποια από τις προσωπικότητες με τις οποίες συνυπήρξες στον Ολυμπιακό;

Θυμάμαι ήμουν στο Ζέεφελντ, ήμουν στο δωμάτιο και είχαμε παίξει φιλικό με μία ιταλική ομάδα. Το βράδυ χτυπάει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο Ανατολάκης. Μου λέει «κάτσε κάτω». Κάθομαι και συνεχίζει «δεν θα καταλαβαίνεις τίποτα και κανέναν». Με μπούσταρε. Μου εξήγησε ότι το ποδόσφαιρο είναι πολύ δύσκολο. Ήρθε τώρα ο Ανατολάκης στο δωμάτιο ενός μικρού για να του πει δύο λόγια και να τον βοηθήσει. Ακόμα και σήμερα, είναι σαν να το βλέπω μπροστά μου. Κάποια πράγματα σε στιγματίζουν.

Τώρα που σκέφτεσαι ότι κάποτε είχες προπονητή τον Άγγελο Ποστέκογλου, πως νιώθεις;

Είμαι πολύ περήφανος γιατί είχα έναν άνθρωπο που με στήριζε και πίστευε σε μένα και που σήμερα τον βλέπω να έχει καταφέρει, όσα έχει καταφέρει. Είχα την τύχη και την τιμή στην καριέρα μου να έχω σπουδαίους προπονητές. Τον Ποστέκογλου, τον Λουτσέσκου, τον Ράσταβατς, τον Παράσχο! Και άλλους πολλούς, που με βοήθησαν πολύ. Έχω σπουδαίες εμπειρίες με αυτούς τους ανθρώπους.

image

«Φοβερός τύπος ο Κομπότης που φέρεται σε όλους “σπαθί”, από τους προέδρους που δεν “μασάνε”»

Μετά την Παναχαϊκή, πήγες στον Βύζαντα.

Ήμασταν έναν χρόνο πρώτοι, η Καλλιθέα πίσω μας. Παίζαμε τελευταία αγωνιστική και με νίκη ή ισοπαλία θα παίρναμε το πρωτάθλημα και θα ανεβαίναμε εμείς στην Β’ Εθνική. Επαγγελματική τότε η Γ’ Εθνική, όπως θα έπρεπε να είναι και σήμερα. Πάμε, λοιπόν, στην Καλλιθέα, με 3000 κόσμο δικό μας. Όλα τα Μέγαρα είχαν έρθει σε εκείνο το ματς. Όμως, χάσαμε. Παίξαμε μπαράζ με τα Τρίκαλα, στη Νέα Σμύρνη. 5000 κόσμος είχε έρθει σε εκείνο το ματς από τα Τρίκαλα, το δικό μας πέταλο και αυτό γεμάτο. Ήμασταν άτυχοι και χάσαμε και αυτό το ματς.

Ένα μπαράζ Γ’ Εθνικής με τόσο κόσμο. Απίστευτο, έτσι;

Πηγαίναμε για τελικό και βλέπαμε δύο ώρες πριν το γήπεδο γεμάτο. Ζούσαμε το ποδόσφαιρο όπως πρέπει, με παλμό και ένταση. Αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Τώρα βλέπεις αγώνα Superleague με 200 άτομα στην εξέδρα.

Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό;

Είναι πολλά που παίζουν ρόλο.

Φεύγοντας από τον Βύζαντα, πήγες στον Λεβαδειακό.

Ο Λεβαδειακός ήταν η πρώτη ομάδα που μου έδωσε την ευκαιρία να παίξω στη Superleague και είμαι ευγνώμων στο κλαμπ για αυτό. Στον Λεβαδειακό χρωστάω τα 12 χρόνια καριέρας στην πρώτη κατηγορία. Είχαμε τρομερή ομάδα τότε, με Ζησόπουλο, Πόποβιτς, Ναπολεόνι, Μουλόπουλο, Κυριακίδη και άλλα παιδιά. Είχαμε βγει έβδομοι μία χρονιά. Το «κουφό» ήταν ότι μόλις πήγα στον Λεβαδειακό παίξαμε εμείς, ο ΟΦΗ, η Δόξα Δράμας, ο Διαγόρας, μπαράζ τέλη Ιουλίου, αρχές Αυγούστου ανά δύο μέρες. Παίξαμε τέσσερα ματς σε μία εβδομάδα. Θυμάμαι στο τελευταίο παιχνίδι, θέλαμε να τρέξουμε και δεν μπορούσαμε. Βγήκαμε στη Superleague και η δουλειά που έγινε από τους Παράσχο και Κασναφέρη, βγήκε στο γήπεδο.

Τι θυμάσαι από τον Γιώργο Παράσχο;

Για μένα είναι σαν ποδοσφαιρικός πατέρας. Θα σου πω μία ιστορία, που δεν την γνωρίζει κανείς και δείχνει για τι άνθρωπο πρόκειται. Ήμασταν μαζί στον Απόλλωνα την χρονιά που σπάσαμε όλα τα ρεκόρ με την ομάδα, το 2021. Φεύγει ο κύριος Γιώργος και ενώ δεν είχαμε μιλήσει ποτέ στο τηλέφωνο, τον παίρνω. Του λέω «σας ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα αυτά τα χρόνια που με είχατε παίκτη, για τη σχέση που είχαμε». Και η απάντησή του ήταν «παλικάρι μου, δεν σου χαρίστηκε κανείς, εσύ το κέρδισες μόνος σου όλο αυτό». Εγώ τον πήρα για να τον ευχαριστήσω κι εκείνος αντί να παινευτεί για αυτό, μου απάντησε ότι εγώ κέρδισα όσα μου έδωσε, με την δουλειά μου. Με έχει συγκινήσει πολύ αυτός ο άνθρωπος.

Από τότε στον Λεβαδειακό, ο Γιάννης Κομπότης. Κεφάλαιο για το ελληνικό ποδόσφαιρο, ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Όσοι έχουν συνεργαστεί μαζί του, μιλούν με όμορφα λόγια για εκείνον.

Φοβερός τύπος, φέρεται σε όλους «σπαθί». Είναι μορφή του ποδοσφαίρου στη χώρα μας και γνώστης μεγάλος. Είναι από τους προέδρους που δεν «μασάνε».

Υπάρχει κάποιο ματς από το διάστημα που ήσουν στην Λειβαδιά, που να σου έχει μείνει περισσότερο χαραγμένο στο μυαλό;

Το πρώτο μου μέσα στον Ατρόμητο, που είχαμε μπει αργά στο πρωτάθλημα και το είχαμε παίξει όλο μέσα σε τέσσερις μήνες. Είχα βάλει γκολ τότε.

Έχεις βάλει πολλά γκολ για σέντερ μπακ;

Και πόσα έχω χάσει, να δεις! Θα μπορούσα να έχω τα τριπλάσια γκολ. Είχα δύναμη μέσα στην περιοχή, πήγαινα σε όλες τις φάσεις δυνατά. Είμαι γεμάτος σημάδια. Δεν «μάσαγα».

Σε όλη σου την καριέρα πήγαινες δυνατά στις φάσεις. Θεωρείς ότι αυτό ήταν δείγμα του χαρακτήρα σου και της νοοτροπίας σου;

Είναι θέμα νοοτροπίας, έμαθα να παλεύω και να μην αφήνω τίποτα να πέσει κάτω. Μέσα στον αγωνιστικό χώρο έμαθα ότι είμαι εγώ και όλα τελειώνουν σε μένα.

Στο διάστημα που έμεινες στον Λεβαδειακό, υπήρξε κάποια δύσκολη για σένα στιγμή;

Η δύσκολη στιγμή για μένα στον Λεβαδειακό, ήταν στο ξεκίνημα. Όταν πήγα είχαν όλοι τριπλάσια συμβόλαια από μένα. Αυτή η δυσκολία, όμως, με έκανε πολύ πιο δυνατό. Δεν τα παράτησα ποτέ και εν τέλει πέτυχα.

image

«Μέχρι και μπαούλα γυρνούσαν με τον Πανόπουλο, όταν μας έφερε σοκολάτες αντί για πριμ»

Και μετά ήρθε ο Αστέρας Τρίπολης.

Ο Αστέρας είχε έρθει για μένα από τον Φλεβάρη. Είχε ενδιαφερθεί και ο Ατρόμητος, αλλά αποφάσισα να πάω στον Αστέρα.

Πώς πήρες αυτήν την απόφαση;

Ήθελα να κάνω το βήμα παραπάνω και ο Αστέρας ήταν και είναι από τις καλύτερες μικρομεσαίες ομάδες. Τόσο από οικονομικής άποψης, όσο και από πλευράς προοπτικής που σου δίνουν.

Τι θυμάσαι πιο έντονα από την εμπειρία σου στον Αστέρα Τρίπολης;

Θυμάμαι που έπαιξα το πρώτο μου ματς στα Κύπελλα Ευρώπης. Ήμασταν όλοι νέοι που είχαμε όρεξη, Έλληνες και ξένοι. Είχαμε πάει μαζί με τον Γιώργο Ζησόπουλο, που ήμασταν ήδη τρία χρόνια μαζί. Μετά, όμως, στράβωσε το κλίμα. Συμβαίνει στο ποδόσφαιρο. Υπήρχε η ιστορία με το ντόπινγκ. Στην πραγματικότητα, όμως, σε αυτό το θέμα δεν έγινε ποτέ τίποτα. Τιμωρήθηκα για έξι μήνες, χωρίς λόγο. Έτσι, γύρισα στα Play Offs. Όλοι οι άνθρωποι του Αστέρα, εκείνη την περίοδο, ήταν δίπλα μου.

Στην Ξάνθη πως πήγες;

Πήγα στην Ξάνθη, πριν τελειώσει ακόμα η χρονιά. Είχα τέσσερις προτάσεις. Με είχε πάρει ο Παπαδημητρίου. Μιλούσε και ο μάνατζέρ μου με τον Χρήστο Πανόπουλο. Μάλιστα, θέλω να πω ότι ο Βασίλης Παναγιωτάκης σε όλες τις στιγμές μου και στις δύσκολες περισσότερο από ποτέ, ήταν δίπλα μου. Ήταν από τις καλύτερες ομάδες, του δικού της επιπέδου, η Ξάνθη. Είχα τις καλύτερες συνθήκες για να δουλέψω.

Χρήστος Πανόπουλος, ένα ακόμα κεφάλαιο για το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μεγάλο, τεράστιο. Μαζί με τον Σωκράτη Κόκκαλη και τον Δημήτρη Μελισσανίδη, ο Χρήστος Πανόπουλος ήταν από τους πρώτους που βοήθησαν το ελληνικό ποδόσφαιρο να κάνει βήματα προς τα εμπρός. Μία πολύ ισχυρή προσωπικότητα.

Ποια ιστορία θυμάσαι από εκείνον;

Μέχρι και μπαούλα γυρνούσαν, όταν θύμωνε! Πριν από ένα ματς μας είχε τάξει ένα πριμ. Δεν κερδίσαμε, όμως και μας έφερε ένα κουτί με σοκολάτες και μας λέει «πάρτε αυτά».

image

«Σε τέτοια ματς, κατουριούνται από την χαρά τους! Ξέρεις τι είναι να είσαι η Ξάνθη και να αποκλείεις τον Παναθηναϊκό;»

Ποια ματς με την Ξάνθη θυμάσαι πιο έντονα;

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ματς που έπαιξα στην Ευρώπη και τον ημιτελικό του Κυπέλλου, όταν αποκλείσαμε τον Παναθηναϊκό στη Λεωφόρο.

Τι σας είχε πει μετά από εκείνο το ματς ο Πανόπουλος;

«Συγχαρητήρια». Τι άλλο να πει; Σε τέτοια ματς, κατουριούνται από την χαρά τους! Ξέρεις τι είναι να είσαι η Ξάνθη και να αποκλείεις τον Παναθηναϊκό σε ημιτελικό Κυπέλλου; Και τι ομάδα ο Παναθηναϊκός τότε, ε; Με Μπεργκ, Ζέκα, Εσιέν, Μέντες. Ήταν πολύ ωραία. Από τα ματς που δεν ξεκολλάνε ποτέ από το μυαλό σου.

Φανταζόσουν τότε ότι η Ξάνθη λίγα χρόνια αργότερα δεν θα συμμετέχει στις επαγγελματικές κατηγορίες;

Όχι και μάλιστα τις προάλλες που βρέθηκα εκεί και είδα το γήπεδο στο οποίο έζησα απίστευτες στιγμές, σε αυτήν την κατάσταση, στενοχωρήθηκα πολύ. Ένα γήπεδο που είχα μάθει πάντα να είναι «χαλί». Μακάρι, να ανέβει ξανά η ομάδα. Είναι πολύ λυπηρό όλο αυτό.

Δεν είναι κρίμα που φαίνεται ομάδες όπως η Ξάνθη, να εξαρτώνται από τους ιδιοκτήτες τους;

Ακούς τον κόσμο να λέει «φύγε» και όταν ο πρόεδρος φεύγει, τελειώνουν τα πάντα. Ο κόσμος πρέπει να εκτιμάει αυτούς που κάνουν έργο. Ειδικά όταν κάποιος προσφέρει σε μία ομάδα επί 30 χρόνια ασταμάτητα.

Τι θυμάσαι από την συνεργασία σου με τον Ραζβάν Λουτσέσκου;

Αν τον βλέπεις τώρα που έχει όλη αυτήν την όρεξη, την τρέλα, σκέψου πως ήταν στην αρχή. Εμένα με άλλαξε 100-0 ως παίκτη. Με έκανε στρατιωτάκι, με την καλή έννοια. Τακτικά με εξέλιξε πάρα πολύ. Ψυχολογικά μας έφτιαχνε. Όπου και αν πηγαίναμε, δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Μας έκανε να πιστέψουμε ότι είμαστε η καλύτερη ομάδα στην Ελλάδα, πως δεν μπορεί κανείς να μας κερδίσει.

Μπορούσες ότε να φανταστείς πως θα εξελιχθεί σε έναν από τους καλύτερους ξένους προπονητές που έχουν περάσει από την Ελλάδα;

Ναι, το πίστευα.

Με ποιον τρόπο καταφέρνει όλοι οι παίκτες που έχουν δουλέψει μαζί του, να αισθάνονται τόσο κοντά του;

Έχει τον τρόπο να περάσει στον ποδοσφαιριστή, τα στοιχεία που θέλει.

Ο Μίλαν Ράσταβατς;

Ένας κύριος. Είχα πάθει πλάκα στην αρχή. Ήταν νέος τότε στην Ελλάδα. Του έλειπε ο τσαμπουκάς, αλλά είχε την ηρεμία, να σου περάσει όσα ήθελε. Έχει κάνει μία σπουδαία πορεία στα ελληνικά γήπεδα. Σπουδαίος προπονητής.

Τι άλλο θυμάσαι από το πέρασμά σου από την Ξάνθη;

Θυμάμαι το οικογενειακό κλίμα που είχαμε στην ομάδα. Εκεί μεγάλωσαν τα παιδιά μου. Μας αγαπούσαν όλοι στην πόλη της Ξάνθης. Έχω φίλους εκεί, αδερφούς. Είναι ένα μέρος της οικογένειάς μου.

image

«Μας επηρέασε η υπόθεση με τον ΠΑΟΚ, έχω μετανιώσει για την κόκκινη με τον Σεμπά»

Η δικαστική υπόθεση με τον ΠΑΟΚ, είχε περάσει σε εσάς τους παίκτες;

Εννοείται, όλους μας επηρέασε. Δεν γίνεται να μην σε επηρεάσει. Όπου και αν κοίταζες, στις ειδήσεις, παντού, έβλεπες για αυτό το θέμα.

Και πως το διαχειριστήκατε;

Δεν είναι εύκολο. Γινόταν χαμός. Έπρεπε, όμως, να συνεχίσουμε. Να παίξουμε και να παλέψουμε για την ομάδα. Ήταν σκληρό.

Θεωρείς πως ήταν ένας από τους λόγους που η Ξάνθη έφτασε ως τον υποβιβασμό;

Δεν ξέρω, δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτό.

Τι σου έμαθαν αυτά τα έξι χρόνια της παρουσίας σου στην Ξάνθη;

Πως λειτουργεί μία ομάδα. Ήταν εξαιρετικός ο Γιάννης Παπαδημητρίου σε αυτό. Δεν υπήρχε πίεση από τον κόσμο κι όμως εμείς αισθανόμασταν πίεση. Ήμασταν η Ξάνθη, έπρεπε να πάμε να κερδίσουμε. Αυτή η πίεση ξεκινούσε από την Δευτέρα, λειτουργούσαμε σαν μία μεγάλη ομάδα.

Πώς αισθάνθηκες όταν μπήκες για πρώτη φορά στο γήπεδο να παίξεις εναντίον της ομάδας από την οποία ξεκίνησες, τον Ολυμπιακό;

Όταν παίζεις με τις μεγάλες ομάδες, νιώθεις περηφάνια. Ξέρεις ότι σε βλέπει όλη η Ελλάδα. Νιώθεις πάρα πολύ ωραία.

Υπήρξε κάποια μεταγραφική υπόθεση που τελικώς να μην ολοκληρώθηκε και να σου έμεινε απωθημένο;

Όταν ήμουν στην Ξάνθη, υπήρξε μία τρομερή περίπτωση. Επρόκειτο να πάω στην Κίνα. Ήταν όλα συμφωνημένα, αλλά, τελικώς χάλασε.

Θα σου άρεσε να πας να παίξεις ποδόσφαιρο στην Κίνα;

Ήμουν έτοιμος να φύγω.

Και γιατί χάλασε;

Δεν είχε να κάνει με μένα.

Το μεγαλύτερό σου παράπονο από την καριέρα σου, ποιο είναι;

Ότι θα ήθελα να φύγω στο εξωτερικό και ας είχα αποτύχει. Θα ήθελα να δω αυτά που μου λένε όλα τα παιδιά, ότι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Στον Απόλλωνα πως ήταν;

Την πρώτη χρονιά σπάσαμε όλα τα ρεκόρ. Ήμασταν όλοι δεμένοι, πετάγαμε. Την δεύτερη χρονιά, αποτύχαμε. Είχαν έρθει 10-15 ξένοι. Δεν έδεσε το γλυκό.

Είπες στην αρχή της συζήτησης ότι υπάρχουν πράγματα που σε κούρασαν. Ποια είναι αυτά;

Όταν κάνεις πρωταθλητισμό τόσα χρόνια, έρχεται και η κούραση. Όσο κατεβαίνεις, μάλιστα, επίπεδο, είναι πολύ χειρότερα. Ενώ είχα όρεξη και «κατάπια» πράγματα για να παίξω ποδόσφαιρο, κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι δεν πρέπει να φθείρεσαι άλλο.

Έχεις πάρει κάμποσες κόκκινες στην καριέρα σου. Έχεις κάποια για την οποία να έχεις μετανιώσει;

Ναι, αυτήν για το φάουλ στον Σεμπά. Αλλά, είναι ποδόσφαιρο. Ούτε ο πρώτος είμαι, ούτε ο τελευταίος. Έχουν γίνει πολύ χειρότερα. Όταν, όμως, παίζεις στο κλάσμα του δευτερολέπτου, παίζεις με την λεπτομέρεια. «Σε έφαγα ή με έφαγες» είναι η φάση. Το σημαντικό είναι να υπάρχουν το δυνατόν λιγότερα σοβαρά περιστατικά.

Ποιες σχέσεις κρατάς περισσότερο από αυτές που έκανες στο ποδόσφαιρο;

Οκτώ χρόνια ήμουν με την Μάκη Μπαξεβανίδη. Στα ταξίδια, στα δωμάτια, στους αγώνες, παντού μαζί. Με τον Στέλιο Μαλεζά, τον Τέλη Καρασαλίδη, τον Δημήτρη Κυριακίδη, τον Σωτήρη Τσιλούλη, τον Φατιόν, τον Τάσο Λαγό, τον Κώστα Φλίσκα. Και φυσικά με πολλά παιδιά ακόμα, που δεν μου έρχονται τώρα στο μυαλό και δεν μπορώ να τα θυμηθώ όλα.

Κλείνοντας, πως φαντάζεσαι τον εαυτό σου μετά το τέλος της καριέρας σου ως ποδοσφαιριστής;

Δεν ξέρω και το φοβάμαι. Στο ποδόσφαιρο δεν ξέρεις ποτέ τι πρόταση θα έρθει την επόμενη μέρα.

@Photo credits: INTIME
Φόρτωση BOLM...