Αλεξάντερ Χλεμπ στο Gazzetta: Η ανωριμότητα, ο Βαλβέρδε και το… deal με τον Ολυμπιακό
Ο Αλεξάντερ Χλεμπ είναι ένας από τους ελάχιστους ποδοσφαιριστές που είχε την ευκαιρία να φορέσει τη φανέλα της Άρσεναλ όταν ο σύλλογος βρισκόταν στο peak του επί Αρσέν Βενγκέρ και να μεταπηδήσει στην Μπαρτσελόνα του Πεπ Γκουαρδιόλα, σε μία από τις κορυφαίες ομάδες όλων των εποχών.
Έχοντας αποσπάσει την προσοχή της Άρσεναλ με τις εμφανίσεις του με τη Στουτγκάρδη, ο Χλεμπ μετακόμισε στο Λονδίνο το καλοκαίρι του 2005 σε ηλικία 24 ετών. Το ταλέντο του έκδηλο, ενθουσίασε από νωρίς το κοινό πρώτα στο «Χάιμπουρι» και έπειτα στο «Έμιρεϊτς».
Ένας εξαιρετικός δημιουργός με σωματοδομή που του επέτρεπε να κινείται με άνεση σε μικρούς χώρους ανάμεσα σε αντιπάλους, με διορατικότητα και κομψό χειρισμό της μπάλας παίζοντας κυρίως στα άκρα αλλά και σε πιο ελεύθερο ρόλο στον άξονα, ο Χλεμπ είχε όμως και ένα καθοριστικό… ψεγάδι: Την αδυναμία του να τελειώνει τις φάσεις και να σκοράρει. Ο Λευκορώσος παρέμεινε στην Άρσεναλ τρεις σεζόν καταγράφοντας μόλις δέκα γκολ σε 130 συμμετοχές, προτού κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα στην καριέρα του το 2008 παίρνοντας μεταγραφή στην Μπαρτσελόνα.
Αν και οι τραυματισμοί τού κόστισαν στην αρχή της σεζόν στη Βαρκελώνη, δεν κατάφερε ποτέ να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του ισπανικού ποδοσφαίρου. Πλην τοις άλλοις, το να κερδίσεις μία θέση βασικού στην Μπαρτσελόνα εκείνης της εποχής, δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Από εκείνη την πρώτη σεζόν, δεν αγωνίστηκε ξανά με τους Μπαλουγκράνα, αφού για επόμενα τρία χρόνια έφευγε δανεικός κατά σειρά σε Στουτγκάρδη, Μπέρμιγχαμ και Βόλφσμπουργκ, προτού τελικά λύσει τη συνεργασία του με τον σύλλογο το 2012. Μέχρι που αποσύρθηκε το 2020 σε ηλικία 39 ετών, με την καριέρα του να περιορίζεται στα γήπεδα της Λευκορωσίας, της Τουρκίας και της Ρωσίας.
Με αφορμή την επιστροφή της «αγαπημένης» του Άρσεναλ στα ημιτελικά του Champions League και την προσεχή αναμέτρηση με την Παρί Σεν Ζερμέν (29/04, 22:00), ο Αλεξάντερ Χλεμπ μίλησε στο Gazzetta και θυμήθηκε τα… παλιά. Από τα ευτυχισμένα χρόνια στους Gunners αλλά και τον πικρό τελικό του 2006, στις δυσκολίες της Μπαρτσελόνα και το «κατηγορώ» στον εαυτό του, την σημερινή εικόνα της Άρσεναλ και τη «δίψα» της για τρόπαιο, μέχρι την σύνδεσή του με τον Ολυμπιακό το 2012.
«Δώσαμε τα πάντα στον τελικό του 2006, κρίμα που δεν κατακτήσαμε κάποιον τίτλο»
Έχεις δηλώσει παλιότερα ότι τα καλύτερα χρόνια της καριέρας σου τα πέρασες στην Άρσεναλ. Πώς σε προσέγγισαν πίσω στο 2005; Είπες αμέσως το «ναι»;
«Έτσι ακριβώς είναι. Εκείνη την περίοδο είχα την αίσθηση ότι έπρεπε να κάνω ένα βήμα μπροστά, να πάω σε μία μεγάλη ομάδα. Όταν άκουσα ότι η Άρσεναλ με… ερευνούσε, γνωρίζοντας ποιοι αγωνίζονταν εκεί και τι είδους ποδόσφαιρο έπαιζε η ομάδα, μου έγινε αμέσως ξεκάθαρο ότι έπρεπε να πάω. Μετά τη συζήτηση που έκανα με τον Αρσέν Βενκγέρ, δέχθηκα κατευθείαν».
Κάποιο ιδιαίτερο περιστατικό ή ανάμνηση που έμεινε στο μυαλό από το πέρασμά σου στην Άρσεναλ;
«Δεν θα ξεχάσω τίποτα από όλο αυτό το διάστημα. Ήταν τρία εξαιρετικά χρόνια και είμαι πολύ χαρούμενος που είχα τη δυνατότητα να ζήσω αυτή την εμπειρία στην Άρσεναλ. Έμαθα πολλά, έκανα φίλους και έπαιξα σπουδαίο ποδόσφαιρο. Είναι κρίμα που δεν κατακτήσαμε κάποιο τρόπαιο με αυτή τη φανταστική ομάδα που είχαμε τότε».
17 Μαΐου 2006. Μερικές στιγμές σάς χωρίζουν από την κατάκτηση του Champions League, αλλά μέσα σε πέντε λεπτά όλα αλλάζουν. Τι θυμάσαι από αυτό το ματς και τι «γεύση» σας άφησε;
«Είναι πολύ δύσκολο να το πω εκ των υστέρων. Παίξαμε με 10 παίκτες για περίπου 70 λεπτά, έτσι θυμάμαι. Παλέψαμε απίστευτα σκληρά και μάλιστα καταφέραμε να προηγηθούμε. Είχαμε και μια μεγάλη ευκαιρία για ένα δεύτερο γκολ, αλλά έτσι είναι καμιά φορά το ποδόσφαιρο… Το τέλος ήταν τρομερά πικρό. Δώσαμε τα πάντα, ό,τι είχαμε και δεν είχαμε σε εκείνο το ματς. Αλλά η Μπαρτσελόνα ήταν εκείνη τη στιγμή πιθανότατα η καλύτερη ομάδα στον κόσμο».
Ο Αρσέν Βενγκέρ ήξερε πολύ καλά πώς να διαχειρίζεται τους παίκτες του στο ψυχολογικό κομμάτι. Ποια ήταν τα πρώτα λόγια που σας είπε μετά την ήττα στον τελικό;
«Στην πραγματικότητα μιλήσαμε πολύ λίγο. Ήμασταν όλοι πολύ απογοητευμένοι φυσικά και εκείνος επίσης, ως προπονητής. Μας ευχαρίστησε για τη σπουδαία σεζόν και αμέσως στρέψαμε την προσοχή μας στην επόμενη σεζόν. Καθαρίσαμε το μυαλό μας και ξεκινήσαμε την προετοιμασία για την επόμενη χρονιά με καινούρια ορμή».
Έμεινες στην Άρσεναλ τρεις σεζόν, μεταξύ των οποίων και της τελευταίας του συλλόγου στο «Χάιμπουρι». Πώς το βίωσαν παίκτες και οπαδοί αυτό;
«Η ατμόσφαιρα και τα πάντα σχετικά με το γήπεδο ήταν πραγματικά απίστευτα! Η Άρσεναλ έτσι κι αλλιώς είναι ένας από τους καλύτερους συλλόγους στην Premier League».
«Ακόμη μετανιώνω που πήγα στην Μπαρτσελόνα – Δεν ήμουν αρκετά ώριμος, έριχνα τις ευθύνες σε άλλους»
Περνάμε στο κεφάλαιο Μπαρτσελόνα. Στο παρελθόν έχεις παραδεχθεί ότι δεν κατάλαβες ακριβώς γιατί αποφάσισες να φύγεις από την Άρσεναλ, μάλιστα είχες κλάψει πριν την αποχώρησή σου. Μετανιώνεις ακόμη για αυτή την επιλογή σου;
«Για να είμαι ειλικρινής, κοιτάζοντας πίσω, ναι! Όμως τότε, απλώς όλα ταίριαζαν. Η Μπαρτσελόνα ήταν η καλύτερη ομάδα στον κόσμο, αυτό ήταν γεγονός, και όταν ένας τέτοιος σύλλογος σε θέλει φυσικά και σε κολακεύει κάτι τέτοιο. Σίγουρα δεν εξελίχθηκαν όλα ιδανικά, ήμουν και λίγο-πολύ νευρικός όσο περνούσε ο καιρός. Στο τέλος όμως φταίω εγώ ο ίδιος που δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα όσο καλά θα μπορούσαν να είχαν πάει».
Η καριέρα σου επηρεάστηκε από την τροπή που πήρε η μεταγραφή σου στην Μπαρτσελόνα, από τους τραυματισμούς που είχες ή θα έλεγες ότι ήταν ένας συνδυασμός των δύο;
«Εάν έπρεπε να διαλέξω, θα έλεγα ότι ήταν ο συνδυασμός αυτών. Ωστόσο αυτό μου ακούγεται κάπως αρνητικό, γιατί είχα το προνόμιο να ζήσω αυτές τις στιγμές σε φανταστικούς συλλόγους. Αναζητούσα υπερβολικά πολύ το φταίξιμο σε άλλους αντί να ξεκινήσω από τον εαυτό μου».
Ο Πεπ Γκουαρδιόλα προσπάθησε να σε βοηθήσει να προσαρμοστείς στην Μπαρτσελόνα και στο ισπανικό ποδόσφαιρο. Στο τέλος, ποια πιστεύεις ότι ήταν το κύριο «πρόβλημα»;
«Πιστεύω ότι αν απαντούσα τώρα πλήρως, θα έγραφα ολόκληρο μυθιστόρημα! Ήταν πολλές διαφορετικές και μικρές λεπτομέρειες που στο τέλος έπαιξαν ρόλο. Αλλά είναι γεγονός ότι δεν επέρριπτα σε εμένα ευθύνες πρώτα, παρά στους άλλους».
Παρ’ όλα αυτά, στην πρώτη σου σεζόν εκεί κερδίσατε το τρεμπλ. Έπαιξες δίπλα σε σπουδαίους παίκτες, τι αναμνήσεις κρατάς από την Μπαρτσελόνα;
«Πράγματι, έπαιξα πλάι στους καλύτερους παίκτες στον κόσμο τότε. Ήταν μία απίστευτα όμορφη περίοδος, πάντα νιώθαμε ότι κερδίζαμε και αυτό φυσικά σε κάνει ξανά ευτυχισμένο ως παίκτη».
Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι στην καριέρα σου, τι θα ήταν αυτό;
«Για να είμαι ειλικρινής, στην Μπαρτσελόνα θα έπρεπε να δείξω περισσότερη αποφασιστικότητα, να έμενα εκεί χωρίς να πάω δανεικός και να τα έδινα όλα για μια θέση στην ενδεκάδα. Αλλά τότε δεν ήμουν αρκετά ώριμος. Ήμουν πολύ συναισθηματικός και φυσικά εκνευρισμένος».
«Ήθελα πολύ να έρθω στον Ολυμπιακό, ο Βαλβέρδε επιθυμούσε να με γνωρίσει προσωπικά»
Και φτάνουμε στο σήμερα. Παρακολούθησες τα παιχνίδια της Άρσεναλ απέναντι στη Ρεάλ; Τι ξεχώρισες από τα ματς;
«Για να πω την αλήθεια δεν είδα ολόκληρους τους αγώνες, αλλά τα στιγμιότυπα. Φυσικά και ξεχώρισα τα δύο φάουλ του Ράις, ήταν εντυπωσιακά! Όπως επίσης το ποδόσφαιρο που έπαιξε και ο τρόπος με τον οποίο αγωνίστηκε η Άρσεναλ καθ΄ όλη τη διάρκεια των αναμετρήσεων».
Η Παρί Σεν Ζερμέν φέτος σου δίνει την αίσθηση ότι αποτελεί πράγματι «ομάδα», συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια. Τι ματς πιστεύεις ότι θα δούμε στον ημιτελικό;
«Θα χαιρόμουν πολύ να φτάσει στον τελικό η Άρσεναλ, αλλά πιστεύω πως οι πιθανότητες είναι 50-50. Μιλάμε για παιχνίδια στο υψηλότερο επίπεδο με τεράστιο διακύβευμα. Οι ημιτελικοί είναι πάντα αγχωτικοί, κανείς δεν θέλει να ρισκάρει τίποτα και να διακινδυνέψει. Η αίσθηση που έχω είναι ότι δεν θα μπουν πολλά γκολ και οι λεπτομέρειες θα κρίνουν ποια ομάδα θα προκριθεί».
Νιώθεις ότι έχει έρθει η ώρα για να πάρει επιτέλους η Άρσεναλ ένα μεγάλο τρόπαιο, όπως αυτό του Champions League;
«Τα τελευταία 2-3 χρόνια παίζουν εξαιρετικό ποδόσφαιρο. Υπάρχει μεγάλη χημεία στην ομάδα, η ατμόσφαιρα που δημιουργείται στο γήπεδο είναι υπέροχη και ο προπονητής κάνει πολύ καλή δουλειά. Τα εύσημα πρέπει να πάνε και στην διοίκηση που του έδωσε χρόνο να ‘’χτίσει’’ την ομάδα. Η περσινή σεζόν ήταν λίγο ατυχής, αλλά νομίζω ότι πλέον η Άρσεναλ είναι έτοιμη για έναν τίτλο. Χρειάζεται βέβαια και λίγη τύχη. Σταυρώνω τα δάχτυλά μου και εύχομαι πραγματικά να πετύχουν κάτι σύντομα».
Ο Μικέλ Αρτέτα έχει αναμορφώσει στην Άρσεναλ δομικά και αγωνιστικά τα τελευταία έξι χρόνια. Θα έλεγες ότι αποδείχθηκε ως ο ιδανικός στην επαναφορά της «ταυτότητας» της ομάδας στην μετά-Βενγκέρ εποχή;
«Σίγουρα. Του έδειξαν εμπιστοσύνη και αυτός τους το ανταποδίδει με την εξαιρετική δουλειά που κάνει. ‘’Έχτισε’’ την ομάδα βήμα-βήμα. Στην αρχή ήταν σίγουρα δύσκολο, αλλά στο τέλος η συνέχεια έχει αποδώσει καρπούς».
Θα σκεφτόσουν να επιστρέψεις στην Άρσεναλ σε έναν επίσημο ρόλο;
«Αυτό φυσικά θα ήταν τιμή και θα με γέμιζε υπερηφάνεια! Δεν έχει σημασία σε τι πόστο».
Κρατάς επαφές με κάποιον από τους παλιούς σου συμπαίκτες;
«Ναι, φυσικά. Είμαι ακόμη σε τακτική επαφή με τον Σεσκ Φάρμπεγας και τον Εμανουέλ Εμπουέ».
Και τέλος, πίσω στο 2012 όταν έμεινες ελεύθερος από τη Μπαρτσελόνα, το όνομά σου συνδέθηκε έντονα με τον Ολυμπιακό. Τι έγινε τελικά και δεν προχώρησε η μεταγραφή σου;
«Θα ήθελα πάρα πολύ να ερχόμουν τότε στον Ολυμπιακό! Όμως ο προπονητής, ο κύριος Βαλβέρδε, εκείνη την περίοδο δεν βρισκόταν στην Αθήνα και ήθελε πρώτα να με γνωρίσει προσωπικά. Χρονικά, βρισκόμασταν λίγο πριν τη λήξη της μεταγραφικής περιόδου και παράλληλα είχα και άλλες επιλογές, οπότε δεν μπορούσα αλλά ούτε ήθελα να πάρω το ρίσκο να περιμένω για πολύ».