Ο άνθρωπος που έριξε φως στο σκοτάδι της συνείδησης μας, έφυγε από τη ζωή πριν 44 χρόνια. Ο λόγος του θα είναι πάντα μαζί μας.

Εκείνο το απόγευμα του Δεκέμβρη, το 1974, μιαν άχαρη Δευτέρα (πάντα τέτοια είναι), κόσμος πολύς έσπευσε να τιμήσει αυτόν που το έργο του Προμηθέα προσπάθησε να συνεχίσει. Εκδήλωση λαμπρή, πλήθος επωνύμων, ανωνύμων στην αίθουσα. Οι διοργανωτές αυτής ήθελαν να του αποδώσουν τα εύσημα για την άοκνη προσπάθεια του να γράφει και να γράφει, να μιλά και να μιλά και να δίνει το παράδειγμα. “Όπλο” του τιμώμενου ο λόγος. Καθήκον η διακονία του. Και ο λόγος του ήταν ιερός, δίχως ίχνος παραθρησκευτικής αφέλειας, αγένειας. Παραβολικός, ξεσηκωτικός, πανανθρώπινος, σοσιαλιστικός. Λόγος αμόλυντος, άσπιλος και καθαρισμένος με το πυρίμαχο του αίματος, τη βιτριολική δύναμη των δακρύων. Λόγιοι και ομότεχνοι είπαν λόγια επαινετικά, έντιμα και άξια γι’ αυτόν. Ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος ήταν εκεί και άφησαν το υστερόγραφο τους στην ποίηση και το έργο του. Η Ελένη Χατζηαργύρη και ο Μάνος Κατράκης διάβασαν ποιήματα του. Ο κόσμος δεν χωρούσε και ο τιμώμενος δεν ήταν εκεί. Απουσίαζε. Κι όμως… Ήταν παντού! Πώς αλλιώς, όταν στη μεγάλη “στροφή” του 20ου αιώνα αυτός κράτησε τη φλόγα του κόσμου ζωντανή και την άφησε ευλαβικά στο εικονοστάσι του μυαλού και της συνείδησης μας. Ποιος είναι αυτός; Μέσα από το μπαρούτι της νίκης, της ήττας, ξανά της νίκης και πάλι της ήττας, ξεπροβάλλει το όνομα του Κώστα Βάρναλη, αυτού που η ποίηση, σύμφωνα με τον Μενέλαο Λουντέμη, “δε μύριζε ποτέ γάλα. Μύριζε από την αρχή μπαρούτι”.

“Στον χώρο του χρέους του”

Εκείνη τη μέρα το θέατρο “Αλίκη” υποδέχτηκε πολύ κόσμο. Γέμισε και ήταν κρίμα που η επιθυμία για το αδύνατο αντήχησε στο μυαλό μόνο όσων ήταν εκεί. “Μακάρι να είχε κι άλλο χώρο”  θα σκέφτηκαν όσοι έδωσαν το παρών και το ανέφικτο πρόσφερε την απαραίτητη λύπη. Οι εφημερίδες έγραψαν την άλλη μέρα ότι χρειαζόταν στάδιο! Ο κόσμος είχε έρθει για να τιμήσει τον “μπάρμπα-Κώστα”, έναν δικό του άνθρωπο. Έναν δικό του ποιητή, τον ποιητή της εργατικής τάξης Κώστα Βάρναλη. Η εκδήλωση οργανωμένη από την ΕΣΗΕΑ προς τιμήν του αρχαιότερου μέλους της, μια και ο Κώστας Βάρναλης υπηρέτησε και τη δημοσιογραφία. Οι επιφυλλίδες του στις εφημερίδες “ΠΡΩΪΑ”, “Ριζοσπάστη”, “Αυγή” (την προδικτατορική) άφησαν εποχή. [...] Ο Νικηφόρος Βρεττάκος εξέτασε το έργο του Βάρναλη στο σύνολο του, αρχίζοντας από την εποχή που ξεκίνησε μαζί με τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό και κατέληξε λέγοντας: “Ο ποιητής σεβάστηκε τα εμπόδια που του έβαζε η συνείδηση του κι έμεινε στον χώρο του χρέους του, όπως έμειναν όλοι οι έντιμοι προπηλακισθέντες και εμπτυσθέντες και όχι μόνο τα σύμβολα του, ο Προμηθέας, ο Ιησούς και ο Σωκράτης”. Ξεχωριστή στιγμή  ήταν όταν ο Γιάννης Ρίτσος διάβασε ποίημα του που είχε γράψει για τον Βάρναλη στα 1956, απ' αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων παρουσίας του τελευταίου στα ελληνικά γράμματα.

Δάσκαλος στο σκολειό του Πύργου με μισθό 600 λέβια το χρόνο

Ελλάδα, η χώρα των ονείρων του

Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε το 1884 στον Πύργο της Βουλγαρίας. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Βάρνα, ήταν τσαγκάρης και λεγόταν Γιαννάκος. Η μάνα του καταγόταν από την Αχελώ (Αγχίαλο) και λεγόταν Αλίσαβα (Ελισάβετ). […] Στο 1898 τελείωσε την έβδομη τάξη της “Αστικής Σχολής Πύργου” και συνέχισε τις σπουδές του στα Ζαφείρια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης. Ο ίδιος γράφει:

Άμα τελείωσα τα Ζαφείρια παιδί αμούστακο δεκαοκτώ χρονώ, διορίστηκα δάσκαλος στο σκολειό του Πύργου με μισθό 600 λέβια το χρόνο, ήγουν με 1,70 μεροκάματο!... Δεν πρόφτασα όμως να εξασκήσω τα υψηλά μου διδασκαλικά καθήκοντα.  Και σ’ αυτήν την περίσταση η Μοίρα μου με κυνήγησε. Ένα κυριακάτικο απομεσήμερο λαβαίνω συστημένο από την κοινότητα της Βάρνας γεμάτο σφραγίδες κι επισημότητες και με την αντρέσσα γραμμένην ελληνικά… Το ανοίγω και διαβάζω πως η κοινότητα της Βάρνας το θεωρούσε τιμή της ότι εν των τέκνων αυτής ηρίστευσεν εις εγκυκλίους σπουδάς του και μου προτείνει να με στείλει να σπουδάσω εις το Αθήνησι Πανεπιστήμιον από το κληροδότημα του Βαρναίου Νικολάου Παρασκευά Φιλολογίαν ή… Θεολογίαν. […] Δέχτηκα να σπουδάσω φιλολογία με την κρυφή χαρά πως θα επισκεπτόμουν τη χώρα των ονείρων μου, την Ελλάδα. Τη χώρα του αρχαίου μεγαλείου, της Σοφίας, της Ομορφιάς και της Ελευθερίας!

Στη Φιλοσοφική του Πανεπιστημίου Αθηνών θα γραφεί το 1903 και θα αποφοιτήσει το 1908. Από την ίδια σχολή ανακηρύχτηκε και διδάκτωρ. Το 1909 διορίστηκε ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα και κατόπιν υπηρέτησε ως σχολάρχης στην Αργαλαστή στα Μέγαρα και στην Κερατιά. Το 1912-13 επιστρατεύτηκε για τους Βαλκανικούς Πολέμους. Το 1918 έγινε καθηγητής Α' Γυμνασίου Πειραιώς και τον ίδιο χρόνο πέτυχε υποτροφία για συνέχιση των σπουδών του στο Παρίσι.

Το Φίλε... συνάδελφε! από τον Παλαμά

Η κριτική του Παλαμά και ο “Προσκυνητής”

Η πρώτη του εμφάνιση στα Ελληνικά Γράμματα γίνεται στο περιοδικό “Νουμάς” του Δ. Ταγκόπουλου. Εκεί δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα, τα οποία περιέλαβε στην πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο “Κηρήθρες” (1905). Βέβαια, πριν απ’ αυτήν είχε ολοκληρώσει τη συλλογή “Πυθμένες”, ωστόσο εκδόθηκε μετά τον θάνατο του και εντοπίστηκε στο αρχείο Κωστή Παλαμά. Ο Βάρναλης είχε στείλει τους “Πυθμένες” στον Παλαμά ζητώντας απ’ αυτόν κριτική και τις συμβουλές του, επιθυμία στην οποία ανταποκρίθηκε ο Παλαμάς. Ο Βάρναλης περιγράφει την επαφή με τον Παλαμά. “Του έστειλα με το ταχυδρομείο σ’ ένα φάκελο χειρόγραφα ποιήματα μου και τον παρακαλούσα να μου πει τη γνώμη του. Καθαρογραμμένα, καλλιγραφημένα. Αυτό είτανε το μοναδικό τους προσόν. Ύστερες από μέρες πήρα μια βραχεία. Μου έγραφε: Φίλε… συνάδελφε!. Πωπώ! Πήγα να τρελαθώ απ’ τη χαρά μου”.

Μετά τις “Κηρήθρες” δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Το 1919 το περιοδικό “Μαύρος Γάτος” φιλοξένησε το μεγάλο ποίημα “Ο προσκυνητής”, που ήταν αφιερωμένο στον Ν. Πολίτη. Με αυτό κλείνει η πρώτη περίοδος της λογοτεχνικής –ποιητικής- παρουσίας του Βαρνάλη. Σε αυτήν έδειξε το ταλέντο του, ενώ το έργο του κινείται στο κυρίαρχο ιδεολογικό μοτίβο χωρίς συγκρούσεις με τις κατεστημένες αντιλήψεις. Ο αισθησιασμός, ο διονυσιασμός, η αρχαιολατρία, ακόμα και ο εθνικισμός είναι στοιχεία που σφραγίζουν το ποιητικό έργο της περιόδου. Με τον “Προσκυνητή” όμως μας προετοιμάζει για τη μετάβαση στη δεύτερη ποιητική περίοδο.

Η μυθολογία του Κ.Β

“Το φως που καίει”

“Και είπεν ο Θεός. Γενηθήτω φως. Και εγένετο φως” (Γεν. 1,3). Εν έτει 1922 ο Βάρναλης ανταποκρίνεται στην εκ Θεού εντολή και δημιουργεί “Το φως που καίει”. Με το έργο αυτό όχι μόνο περνά στη νέα ποιητική περίοδο, αλλά σαν άλλος Προμηθέας δίνει στην κοινωνία το φως που τόσο ανάγκη είχε. Το χει και σήμερα, αλλά τότε ήταν ζωτικής σημασίας να πέσει φως στο σκοτάδι που απλωνόταν. Βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Ελλάδα βιώνει τη μικρασιατική εκστρατεία που θα εξελιχθεί σε καταστροφή… Φωτεινή εξαίρεση η “Οκτωβριανή Επανάσταση” το 1917 στη Ρωσία. “Το Φως που καίει” είναι η Διαθήκη του, η συμφωνία με το κοινό που έχει μάθει να υποτάσσεται στη διαφωνία του ισχυρού. Στην αρχή δεν αποκαλύπτεται, αφού υπογράφει με  ψευδώνυμο -Δήμος Τανάλιας-, στη συνέχεια όμως γίνεται γνωστή η ταυτότητα του. Η επιθυμία του “γράφει” τον πρόλογο και τίθεται σε αναμονή στην απεραντοσύνη της θάλασσας. Μέσα από λόγο ιερό και ταπεινό κηρύττει, αλλά δεν το κάνει από άμβωνος. Το κάνει ανάμεσα στους ανθρώπους, δίπλα τους... “Το φως που καίει” είναι η μυθολογία του Κ.Β, που όμως δεν χάνεται με τον μύθο, αλλά μένει στη νέα αλήθεια που ζητά, απαιτεί, να κατακτήσει, κατανοήσει, ο λαός!

Ο Βάρναλης δημιουργεί τη συνθήκη, δεν αναδομεί αυτή που υπάρχει. Εκ του μηδενός στήνει το σύνθεμα του, το σκηνικό της ανάδειξης των προθέσεων του. Ο Βάρναλης θέλει να αφυπνίσει συνειδήσεις, να κινητοποιήσει σώματα, να ταράξει καρδιές και μυαλό. Ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι η άμεση αναπαράσταση, το θέατρο! Γι’ αυτό “Το φως που καίει” έχει θεατρική δομή και έκφραση, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος με τον “Μονόλογο του Μώμου”. Σε αυτό το πλαίσιο εκθέτει τη σάτιρα, τον λυρισμό, το βιβλικό και το ανατρεπτικό στοιχείο. Καθετί “ιερό” γίνεται ανθρώπινο και ανυψώνεται στην προσμονή της υπέρβασης. Ο αποφασισμένος, στοχευμένος λόγος του Βάρναλη, γίνεται δημοτικό τραγούδι που από στόμα σε στόμα ταξιδεύει στον χρόνο. Στο διηνεκές...

Ανανεωτής της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας

Η βαρναλική “ποιητική διαλεκτική”

Ο Βάρναλης είναι σημαντική φιγούρα των ελληνικών γραμμάτων γιατί συνέβαλλε στην ανθεκτικότητα τους. Ιδιαίτερα την περίοδο 1922-1933 έγινε ένας από τους στυλοβάτες και ανανεωτές της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Βάρναλης ήταν από τους πρώτους που πρόταξαν το ιδεολογικό στοιχείο στον ποιητικό λόγο, ήταν αυτός που διεύρυνε το “μορφικό πεδίο” και μέσα από αυτό αύξησε τις δυνατότητες αξιοποίησης του περιεχομένου. Ο Βάρναλης, την περίοδο των μεγάλων πολιτικών, κοινωνικών γεγονότων, στάθηκε απέναντι στην κυρίαρχη καλλιτεχνική έκφραση που ήταν υποταγμένη στον αστισμό, την αστική ευγένεια και κομψότητα, τη μεταφυσική λατρεία. Μετά την αυτοκτονία Καρυωτάκη σαν να κουβάλησε μόνος του τον σατιρικό, ειρωνικό λόγο. Ο Βάρναλης μας έδωσε μια “ποιητική διαλεκτική” που κυρίως έδειχνε τον τρόπο και τον δρόμο προς την αλήθεια. Ο Βάρναλης είναι αυτός που ασκεί “πολεμική” μέσα από την ποίηση του και το κάνει με ωμό σχεδόν τρόπο. Σε αυτό είναι κοντά με τον Ρίτσο, αν και ο Ρίτσος έχει πιο έντονο το επικό, λυρικό στοιχείο. Ο Βάρναλης απευθυνόταν, σύμφωνα με τον Παλαμά, σε εκείνους που θέλουν να σ' αφορίσουν, κ' εκείνους που θα ζητάνε να σε φιλήσουν.

Ο Βάρναλης, αν και ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά είδη (πεζό, θεατρικό κείμενο, δοκίμιο, μετάφραση), είναι πρώτα απ' όλα ποιητής, η ποιητική ιδιότητα δεσπόζει και σε αυτή πρέπει να εστιάσουμε για να τον καταλάβουμε. Η ποιητική παραγωγή χωρίζεται σε τέσσερις περιόδους. Η πρώτη ξεκινά όταν εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα και κλείνει γύρω στα 1917-18. Κύρια χαρακτηριστικά της, όπως σημείωνε για τα πενηντάχρονα του έργου του ο Κώστας Κουλουφάκος, είναι: ο ακράτητος ερωτικός κοχλασμός, το δέσιμο με τα γήινα στοιχεία της ζωής και της φύσης, η λεπτή αίσθηση της καλλιτεχνικής τελειότητας και η βαθιά αγάπη για την αρχαία Ελλάδα. Η δεύτερη σημαδεύεται από τον “Προσκυνητή”. Στο πολύστιχο ποίημα, γραμμένο σε 60 οκτάβες, με ένα σχεδόν επικολυρικό ύφος που θυμίζει Παλαμά και Σικελιανό, και μια μετρική σύνθεση, η οποία συνομιλεί με τον Σολωμό, ολόκληρη η ιστορία της Ελλάδας περνάει μέσα από ένα υπετροφικό εγώ. Η τρίτη αφορά τη “δημιουργική δεκαετία” και χαρακτηρίζεται από τις συνθέσεις του. Σε αυτές συνυπάρχουν λυρισμός, σάτιρα, διάλογοι και μονόλογοι, σκηνικές οδηγίες, διακειμενικές απηχήσεις, ενώ αναδεικνύεται συνειδητά ο τεχνηματικός λογοτεχνικός χαρακτήρας της σύνθεσης. Ο Βάρναλης μπολιάζει την ποιητική του με την ιδεολογία του και εισάγει το “καρναβαλικό” στοιχείο στην ποίηση του. Στην τελευταία περίοδο (ο ύστερος Βάρναλης) γράφει σποραδικά. Στα ποιήματα αυτά διακρίνεται το νεύρο και το σφρίγος του “χαλαστή” και “πλάστη” Βάρναλη, με έντονη παρουσία του καρναβαλικού στοιχείου, ενώ προς το τέλος της ζωής του πολλά από αυτά θα αποκτήσουν πικρό και πολλές φορές αυτοσαρκαστικό χαρακτήρα.

Δεν έχει ίχνος ελιτισμού στη γραφή του

Αντιποιητής

Το 1923 εκδίδει, πάλι με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας, το “Ο λαός των Μουνούχων” (διηγήματα), το 1925 τη μελέτη “Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική” και δυο χρόνια μετά το ποιητικό “Σκλάβοι πολιορκημένοι”. Το 1931 εκδίδει την “Αληθινή απολογία του Σωκράτη” (πεζό) και το 1938 το “Ζωντανοί άνθρωποι”  (πεζό). Το 1946 κυκλοφορεί το “Ημερολόγιο της Πηνελόπης”, το 1956 οι “Διχτάτορες” (πεζό) και τα “Ποιητικά” (επιλογή από το μέχρι τότε ποιητικό έργο). Το 1958 εκδίδονται τα “Αισθητικά-κριτικά” (δοκίμια-μελέτες) και το 1959 θα τιμηθεί με το “Βραβείο Λένιν”. Το 1965 εκδίδεται η ποιητική συλλογή “Ελεύθερος κόσμος” και το 1972 το θεατρικό “Άτταλος ο Γ΄”. Μετά τον θάνατο του (1975) εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή, γραμμένη στα χρόνια της χούντας, ενώ το 1980 έφτασαν στα βιβλιοπωλεία τα  “Φιλολογικά απομνημονεύματα”. Το 1985 το κοινό διάβασε την πρώτη του ποιητική συλλογή “Πυθμένες”.

Ο Κώστας Βάρναλης, όπως έγραψε γι' αυτόν ο Βύρων Λεοντάρης, “χωρίς να διακηρύσσει πουθενά [...] ότι δεν είναι ποιητής είναι ο πιο αντιποιητής από όλους τους έλληνες ποιητές”. Ο Βάρναλης δεν έχει ίχνος ελιτισμού στη γραφή του, στην ποίηση του, στον λόγο του. Ο ποιητής Βάρναλης δεν διαφέρει σε τίποτα από τον άνθρωπο Βάρναλη. Όσο  κι αν θεωρείται αυτονόητο δεν είναι εύκολο ο δημιουργός να είναι συνέχεια του ανθρώπου Γι' αυτό και ορισμένοι αφήνουν το έργο τους να τους ξεπεράσει. Στον Βάρναλη δεν έγινε αυτό. Ο Βάρναλης προσπάθησε να εξηγήσει τα μηνύματα της εποχής του, τις συνθήκες που επικρατούσαν στο πολιτικό/κοινωνικό τοπίο. Η εύφλεκτη πρώτη ύλη δεν χρησιμοποιήθηκε για να εντυπωσιάσει και να αφήσει  την κοινωνία στο παρασκήνιο. Ο Βάρναλης σφυρηλάτησε το πνευματικό -ιδιαίτερα το ποιητικό- του έργο μέσα από τη “φωτιά” των μεγάλων αλλαγών και γεγονότων του προηγούμενου αιώνα. Διάλεξε πλευρά, εκεί που στεκόταν ο λαός, και δεν έκανε εκατοστό πίσω. Ο Βάρναλης ήταν από τους λογοτέχνες που έδιναν και δεν περίμεναν ανταπόδοση. Μόνο στον λαό και τη θάλασσα χάριζε την εξομολόγηση του. Και όπως έγραψε στον ποιητικό πρόλογο στο “Φως που καίει”:

Έτσι να στέκω θάλασσα παντοτινέ έρωτα μου/με μάτια να σε χαίρομαι θολά/και να 'ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου/πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,/στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους/και να με πας πολύ απ' τη μάβρη τούτη Κόλαση, μακριά πολύ κι από τους μάβρους κολασμένους.

Πηγές

-“Ο οδηγητής ποιητής της εργατιάς Κώστας Βάρναλης” (Εφ. “Ριζοσπάστης, Γιώργος Πετρόπουλος)

-“Έλληνες ποιητές. Κώστας Βάρναλης” (Εφ. “Καθημερινή”, εισαγωγή Βασίλης Αλεξίου)

-“Το φως που καίει” (Επιμέλεια Γιάννης Δάλλας, Εκδ. Κέδρος)