Συνταξιοδοτείται μετά από 40 χρόνια εργασίας και αποκαλύπτει: «Είναι τόσο συναρπαστικό όσο και τρομακτικό»

Επιμέλεια:  Μάκης Σταθάτος
Συνταξιοδοτείται μετά από 40 χρόνια εργασίας και αποκαλύπτει: «Είναι τόσο συναρπαστικό όσο και τρομακτικό»
Ένας άνδρας στο εξωτερικό αποκάλυψε τα υπέρ αλλά και τα κατά της συνταξιοδότησης μετά από 40 χρόνια εργασίας.

Όταν κάποιος φτάνει στη συνταξιοδότηση (η στιγμή που οι περισσότεροι ονειρεύονται αλλά ταυτόχρονα φοβούνται) πρέπει να είναι σε θέση να κάνει ένα άλμα. Να κάνει δηλαδή αυτό που θέλει, διότι πλέον έχει το χρόνο που δεν είχε όσα χρόνια εργαζόταν.

Για τον πρωταγωνιστή αυτής της ιστορίας ήταν ένα άλμα με φόβο. Αφού πέρασε χρόνια περιμένοντας τη στιγμή που θα ξυπνά χωρίς ξυπνητήρι, διαπίστωσε ότι «αυτό που ήρθε ήταν κάτι πολύ πιο σύνθετο, κάτι που ακόμη με εκπλήσσει τρία χρόνια μετά την έναρξη αυτού του νέου κεφαλαίου». Μιλά για ένα πρόβλημα: την κρίση ταυτότητας. Γιατί πάντα όριζε τον εαυτό του μέσα από τη δουλειά του. Τι είσαι όταν δεν εργάζεσαι πια;

«Ποιος είμαι όταν δεν είμαι αυτό που κάνω; Τους πρώτους μήνες μετά τη συνταξιοδότησή μου, συνέχιζα να ξυπνάω στις 5:45 το πρωί καθώς η ''μυϊκή μνήμη'' ήταν πιο δυνατή από τη λογική. Έφτιαχνα καφέ, καθόμουν στο τραπέζι της κουζίνας και ένιωθα εντελώς χαμένος. Χωρίς email για έλεγχο. Χωρίς συναντήσεις για προετοιμασία. Χωρίς προβλήματα που να απαιτούν την άμεση προσοχή μου. Ακούγεται σαν παράδεισος, σωστά; Λάθος. Ήταν σαν ελεύθερη πτώση», ανέφερε.

Κατάλαβε ότι όλα τα ενδιαφέροντα που είχε άλλαξαν. «Η δουλειά γίνεται μια ασπίδα απέναντι στην ευαλωτότητα του να δοκιμάσεις κάτι νέο και πιθανόν να αποτύχεις. Ξαφνικά έχεις όλο τον χρόνο του κόσμου και όλες οι δικαιολογίες εξαφανίζονται. Ξέρεις τι είναι το πιο τρομακτικό; Να έχεις απόλυτη ελευθερία να καλλιεργήσεις οποιοδήποτε ενδιαφέρον, να αναπτύξεις οποιαδήποτε δεξιότητα, να εξερευνήσεις οποιοδήποτε πάθος και να συνειδητοποιείς ότι δεν είσαι σίγουρος τι πραγματικά θέλεις», εξήγησε ο Farley Ledgerwood.

 

old_man

Το πένθος της συνταξιοδότησης

Ο Ledgerwood στη συνέχεια ανέφερε: «Υπάρχει μια ιδιαίτερη θλίψη που συνοδεύει το γεγονός ότι επιτέλους έχεις ελεύθερο χρόνο. Είναι η κρυφή πλευρά της ελευθερίας που οι οδηγοί συνταξιοδότησης δεν αναφέρουν. Όταν ξαφνικά έχεις ελεύθερα απογεύματα, θυμάσαι όλες τις σχολικές παραστάσεις που γίνονταν εκείνες τις ίδιες ώρες πριν από δεκαετίες. Όταν μπορείς να κάνεις μεγάλους περιπάτους οποιαδήποτε μέρα της εβδομάδας, σκέφτεσαι τους αγώνες ποδοσφαίρου που παρακολουθούσες από το πάρκινγκ ενώ τελείωνες τηλεφωνήματα. Έξι μήνες μετά τη συνταξιοδότησή μου, πέρασα μια δύσκολη περίοδο. Δεν ήταν η τυπική φάση προσαρμογής για την οποία μιλούν όλοι, αλλά κάτι πιο βαθύ. Ήταν πένθος, καθαρό και απλό. Πένθος για τον χρόνο που είχα σπαταλήσει, για τις στιγμές που είχα θεωρήσει λιγότερο σημαντικές από οποιαδήποτε συνάντηση ή προθεσμία που τότε μου φαινόταν κρίσιμη».

Αυτός ο εργαζόμενος στον ασφαλιστικό κλάδο βρήκε στη συγγραφή έναν τρόπο να «γεμίσει» τον χρόνο του, ενώ παράλληλα ανακάλυπτε ποιος ήθελε να είναι: κάποιος που διαβάζει, που ταξιδεύει, που έχει χόμπι, που πηγαίνει στο γυμναστήριο, στο πάρκο... «Πέρασα τριάντα πέντε χρόνια πιστεύοντας ότι η συνταξιοδότηση θα ήταν συνώνυμη της ξεκούρασης. Αντί γι’ αυτό, ανακάλυψα ότι πρόκειται για μια αναγέννηση. Όχι με δραματικό τρόπο, σαν τον φοίνικα που αναδύεται από τις στάχτες, αλλά μέσα από μικρές καθημερινές αποφάσεις για να γίνω κάποιος που αναγνωρίζω, αλλά που ποτέ δεν είχα γίνει πλήρως», τόνισε.

«Ναι, η ελευθερία είναι τρομακτική. Κάποια πρωινά, νιώθω ακόμη το ίλιγγο από τόσες δυνατότητες. Αλλά τώρα, όλο και πιο συχνά, νιώθω κάτι άλλο: περιέργεια. Ενθουσιασμό. Μια ελαφριά χαρά που προέρχεται από το να ξέρω ότι, στα 65 μου, δεν έχω ακόμη ολοκληρώσει το ποιος προορίζομαι να γίνω», καταλήγει, τονίζοντας ότι μπορείς να δοκιμάσεις οποιαδήποτε δραστηριότητα ή χόμπι χωρίς το βάρος της αξιολόγησης ή της πίεσης για εξέλιξη. Απλώς να κάνεις κάτι για τη χαρά του.

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ