«Χόρεψε ψυχή μου, χόρεψε!»
Τα κινητά στη δικαστική αίθουσα απαγορεύονταν. Δεν θα το έβγαζα έτσι κι αλλιώς. Το μυαλό μου κρατούσε σημειώσεις, εικόνες, λόγια και το τραύμα του τραύματος. Ο άνθρωπος που κάθεται ψηλότερα απ’ όλους, ο πρόεδρος του δικαστηρίου, δίνει τον λόγο στον κύριο εισαγγελέα. Οι δημοσιογράφοι είναι έτοιμοι να γράψουν καταπέλτης ήταν ο… Τέλος πάντων…. Αφήνω τον Τύπο που ψάχνει τις εντυπώσεις και επικεντρώνομαι στα λόγια. Ακούω την αλαζονεία, τον κυνισμό και τη μισανθρωπία της εξουσίας. Ποιος σας είπε κύριε Κ. ότι μπορείτε να διεκδικήσετε τη ζωή σας αν δεν το πούμε εμείς; Ποιος σας είπε ότι θα αφήνετε την κραυγή σας ελεύθερη αν δεν το επιτρέψουμε εμείς; Ποιος σας είπε ότι θα πάψουν να ισχύουν οι παγιωμένες αντιλήψεις, αυτές που αναπαράγουμε με σκοπό και παθιασμένο κόπο επειδή το θέλετε εσείς; Εμείς, κύριε Κ. κρατάμε τη ζυγαριά και το βάρος τη ζωής στα χέρια μας. Και εμείς δεν θα δεχτούμε ότι η δική σας ζυγίζει το ίδιο με του κυρίου που έχει προσφέρει τόσα στον πολιτισμό μας. και αν το δεχτούμε, θα το κάνουμε μόνο αφού πρώτα σας έχουμε πετσοκόψει με το δηλητηριασμένο σπαθί μας. Δεν ήθελα να ακούσω τίποτε άλλο. Παρακαλούσα μόνο να αντέξει ο Κ., να βρει τη δύναμη να πει την αλήθειά του, να σώσει το κορμί και την ψυχή από έναν δεύτερο βιασμό. Όταν η υπόθεση τελείωσε είδα χρυσόσκονη και γκλίτερ στον ουρανό. Μάλλον τα κατάφερε. Έφυγα και σκέφτηκα ότι όλα είναι δυνατά, ακόμα και μια «δίκαιη Δικαιοσύνη». Η ζωή μας ναρκοπέδιο και εμείς, οι αλληλέγγυοι, να λέμε «Μέσα στο ναρκοπέδιο, μου είπαν πως θα μάθω να χορεύω» (στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων).
Λόγια-λουλούδια μέσα στις ανθρώπινες ρωγμές
Η παράσταση «Μέσα στο ναρκοπέδιο, μου είπαν πως θα μάθω να χορεύω» θα μπορούσε να έχει τον τίτλο «χόρεψε ψυχή μου, χόρεψε να λυτρωθείς!». Τα λόγια της Μαρίας Λούκα είναι βγαλμένα μέσα από το θάρρος, την ευγένεια και το κουράγιο της. Ο πρωταγωνιστής του μονολόγου μιλά για τον βιασμό του από έναν πολύ ισχυρό άνθρωπο του θεάτρου. Αυτή η τρομερή πράξη βίας διαλύει τις ζωές των θυμάτων. Και ενώ δεν έρχεται ο θάνατος, βιώνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Πώς αντέχει η καρδιά; Πώς αντέχει το σώμα; Πώς αντέχουν τα μάτια το φως; Πώς αντέχουν τα αυτιά τον ήχο του σκοταδιού; Πώς αντέχει το θύμα το τραχύ άγγιγμα της μοναξιάς; Πώς αντέχει το παγερό, σαρκοβόρο, χαμόγελο της εξουσίας;
Το κείμενο της Λούκα αντλεί δύναμη από πραγματικό γεγονός, τον βιασμό ενός γκέι αγοριού. Η υπόθεσή του αναδείχθηκε στο πλαίσιο του ελληνικού #MeToo. Με τη συγκατάθεσή του, η μαρτυρία του αποδίδεται σκηνικά μέσω μιας μυθοπλαστικής μεταγραφής. Και είναι η βαθιά ανθρώπινη, ουσιαστική, αληθινή, ματιά της συγγραφέως που είδε τις ρωγμές του θύματος, αυτές που προκλήθηκαν από τους υπεράνω υποψίας απάνθρωπους ανθρώπους! Και ναι, χρησιμοποιούμε πληθυντικό, γιατί ναι μεν ο φυσικός αυτουργός ήταν ένας, οι ηθικοί όμως ήταν πολλοί. Το δικαστικό σύστημα, το πολιτικό, τα ΜΜΕ, η κοινωνία… Οι προαναφερόμενοι είτε σιώπησαν-σιωπούν είτε δικαιολόγησαν-δικαιολογούν τη βάρβαρη πράξη. Και ναι, το να μην υπολογίζει κάποιος τη ζωή του άλλου, να τη θεωρεί αναλώσιμη και άξια μόνο προς χειραγώγηση, αυτό είναι έμφυλη, τοξική, πατριαρχική αντίληψη, πρακτική. Είναι η πιο επικίνδυνη μορφή της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Και η Μαρία Λούκα έγραψε με δάκρυα, με φόβο, με αμόλυντο πάθος, με ευαισθησία και με τιμή. Πώς να μη μας καθηλώσει από το πρώτο λεπτό η παράσταση;

Η υπέρβαση του σκοταδιού
Η πρώτη ύλη, το κείμενο, πήρε ζωή και εικόνα σαρκική, ψυχική, μέσα από την ερμηνεία του Ιώκο Ιωάννη Κοτίδη και τη σκηνοθεσία της Παυλίνας Μάρβιν. Ο Κοτίδης ξέρε ότι πρέπει να ερμηνεύσει ένα πρόσωπο που βρίσκεται στο μεταίχμιο της οριστικής απομόνωσης και της υπέρβασης του σκοταδιού. Όσο διηγείται αυτά που πέρασε και τον επαναβιασμό του στο δικαστήριο, τόσο γίνεται φανερό ότι η εσωτερική ένταση-δύναμη είναι αυτή που τον οδηγεί. Μεταξύ ψιθύρου, συγκίνησης, μελαγχολίας, χαράς που επιμένει, προχωρά μέσα στο σπίτι-θραύσμα και αφηγείται, αφήνει ηχητικά μηνύματα στη Φαίδρα (φίλη του). Η Παυλίνα Μάρβιν τον καθοδηγεί να αφεθεί σε αυτόν τον εσωτερικό ρυθμό που κλιμακώνεται σιγά-σιγά, του δίνει το φως μέσα στις ρωγμές της τσαλακωμένης ζωής του. Ο Κοτίδης έχει το απαραίτητο κράτημα και μόνο στο τέλος, όταν ρίχνει τα λαμπερά κομφετί στον ουρανό, αφήνεται και χορεύει με την ψυχή του. Η χθεσινή παράσταση ήταν η τελευταία. Όσοι την παρακολούθησαν όλο αυτό το διάστημα, σίγουρα είδαν τα στενά κοινωνικοπολιτικά όρια που επιβάλλονται από τα πάνω και πώς η παραβίαση του σώματος από τη μία αναδεικνύει την ανελέητη φύση ενός συστήματος που πορεύεται με έμφυλη βία, ταξική ανισότητα και επιθυμία για σεξουαλική ανελευθερία, και από την άλλη ότι υπάρχουν άνθρωποι που αντέχουν, συντρέχουν ο ένας τον άλλο και στο τέλος κάτι κερδίζουν, κάτι μας δίνουν να ελπίζουμε και να συνεχίζουμε να μιλάμε, να διεκδικούμε αγωνιζόμαστε.
INFO
«Μέσα στο ναρκοπέδιο, μου είπαν πως θα μάθω να χορεύω»
Στο «Κέντρο Ελέγχου Τηλεορασέων»
Κείμενο: Μαρία Λούκα
Σκηνοθεσία: Παυλίνα Μάρβιν
Ερμηνεία: Ιώκο Ιωάννης Κοτίδης
Βοηθός σκηνοθέτιδας: Ειρήνη Βουρλάκου
Σχεδιασμός φωτισμών: Τάσος Παλαιορούτας
Σκηνογραφία: Ασημίνα Λιαρμακοπούλου
Μουσική: Παυλίνα Κατσή
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κατσής
Εκτέλεση παραγωγής: Lάz-Las theatre group
Σχεδιασμός αφίσας: Αναστασία Δαφερέρα
Γραφιστική επιμέλεια για Eteron: Χαρά Μπαλάκα
Μια παραγωγή του Eteron – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.
Συμπαραγωγή: Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων / ΚΕΤ
Διάρκεια: 60’
*Ο τίτλος του έργου προέρχεται από το ποίημα του Ocean Vuong “Πες μου κάτι καλό” σε μετάφραση Δημήτρη Μαύρου (εκδόσεις Gutenberg).
*Ευχαριστούμε πολύ τις εκδόσεις Αντίποδες για την παραχώρηση χρήσης αποσπασμάτων από το βιβλίο του Édouard Louis “Ιστορία της βίας”.
