ΜΑΓΕΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΟΥ ΠAΝΑ

Μαγεμένοι στον λαβύρινθο του Πάνα
ΜΟΥΣΙΚΗ

Μαγεμένοι στον λαβύρινθο του Πάνα

Ο Θάνος Σαρρής γράφει για τη μυσταγωγία που βίωσε στο live των Waterboys στο Piraeus Academy και για τις αξίες που παραμένουν σταθερές.

 

Μαγεμένοι στον λαβύρινθο του Πάνα

Όταν πρωτοάκουσα από τον γερο-πατέρα μου για τους Waterboys, τους συμπάθησα γιατί το όνομά τους μού θύμιζε το Wonderboy που έπαιζα στα ηλεκτρονικά. Κάτι για new wave, post punk έλεγε, εγώ κράτησα μόνο το τελευταίο και περίμενα να ακούσω κάτι σαν Γενιά του Χάους στα αγγλικά (Ναι ρε, είχαμε Γενιά του Χάους στα μικράτα μας, ο Μπάκουρας έστελνε κασέτες από Κυψέλη). Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι που άκουσα, αλλά δεν ψήθηκα γιατί δεν έμοιαζε με Γενιά του Χάους στα αγγλικά. Ωστόσο κάτι ήχησε περίεργα. Μελωδικά, όπως τίποτα άλλο μέχρι τότε. Εσωτερικά, ταξιδιάρικα, πνευματικά.

Ήταν μια εποχή πρώιμη, που γυρνούσαμε τις κασέτες με μολύβι για να ακούσουμε ξανά Nirvana και Οffspring στις πρώτες πλευρές από τα «ξένα», Metallica, Sabbath, Motorhead, Maiden από την άλλη. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι η πρώτη συμπάθεια δεν μπορούσα να είναι τυχαία. Και αφού τους είδα live βεβαιώθηκα. Η ατμόσφαιρα ήταν ούτως ή άλλως περίεργα καθαρή από την απαγόρευση του καπνίσματος. Κοινό μεστό, με ένα βλέμμα νοσταλγίας. Πίστευα ότι θα γλιτώσουμε τουλάχιστον τα σηκωμένα κινητά σε κάθε hit, αλλά διαψεύστηκα. Προχωράμε.

Το πρώτο πράγμα που μετάνιωσα ήταν όταν στη συνέντευξη που φιλοξενήσαμε στο Gazzetta Weekend Journal του Μάικ Σκοτ τον ρώτησα αν στα εξήντα του αισθάνεται περισσότερο ροκ ή φολκ. Δεν είναι μόνο ο τελευταίος δίσκος που είναι καθαρό rock n' roll, αλλά αρκεί ένα κομμάτι του ζωντανά για να καταλάβεις πως όσο κι αν πειραματίστηκε μουσικά, όσα στοιχεία κι αν εισήγαγε, ήταν, είναι και θα είναι πάντα rock. Όλο το atittude, τα τζαμαρίσματα, τα πειράγματα στα κομμάτια. Δεν υπάρχει κάτι να συζητήσει κανείς ως προς αυτό. Και το πρώτο που δεν μετάνιωσα, ήταν η αλλαγή προγράμματος για να καταφέρω να βρεθώ στη δεύτερη μέρα των Waterboys στο Piraeus Academy. Όποιος πίστευε ότι γυρνούν απλά την Ευρώπη για αρπαχτές, κατάλαβε από το πολύ ξεκίνημα (μα δεύτερο τραγούδι το Fisherman's blues;) ότι πλανάται πλάνην οικτράν.

Βλέποντας τους μπαρουτοκαπνισμένους μουσικούς να δίνουν ρέστα πάνω στη σκηνή καταλαβαίνεις γενικότερα τη νοοτροπία τους. Καταλαβαίνεις πως η ηλικία είναι κάτι σχετικό, πως το rock κυλά μέσα σου, δεν έχει να κάνει με όργανα, συνθέσεις και συγχορδίες, αλλά με στάση ζωής. Και δεν ήταν όποιοι κι όποιοι. Καταρχάς, επιτρέψτε μου, δεν γινόταν να υπάρχει διαφορετική νοοτροπία όταν υπάρχουν τρεις Ιρλανδοί πάνω στη σκηνή. Όχι ότι οι άλλοι πήγαν πίσω. Ο τρελο-πληκτράς Brother Paul βγήκε κυριολεκτικά από τα ρούχα του και έσκασε στη σκηνή κλέβοντας την παράσταση με ένα keytar. Ο «δάσκαλος» Ραλφ Σάλμινς έκανε τα τύμπανα να δακρύσουν στο σόλο του για τον «Τζίντζερ» Μπέικερ. Το γυναικείο ντουέτο στις φωνές δεν σταμάτησε λεπτό να λικνίζεται και να δίνει έναν διαφορετικό τόνο. Και φυσικά Ο Μάικ Σκοτ έδειξε πως αποτελεί έναν πραγματικό rock τροβαδούρο, μια μυθική μορφή της σκηνής, έναν ποιητή-frontman. Με χιούμορ και θεατρικότητα, αλλάζοντας όργανα, με το μάτι να γυαλίζει ακόμα από τον οίστρο της δημιουργίας. Από τα νέα κομμάτια και από τα παλιά στα νέα, ο Σκοτ αποδεικνύει ότι κάνει αυτό ακριβώς που είπε στη συνέντευξη: Κρατά φρέσκια τη δημιουργικότητά του. Δεν είχα επαφή με τα νέα τραγούδια του, όμως όπως έδειξε στο live ροκάρει ακόμα όπως πρέπει. Και θα το κάνει για καιρό.

Tελευταίο άφησα τον προσωπικό αγαπημένο, Στιβ Γουίκαμ. Τον ορισμό του Fiddler, μια φιγούρα βγαλμένη από κέλτικα παραμύθια και από την ιρλανδική ομίχλη. Ο Γουίκαμ κουβαλά ιστορία. Έντυσε με βιολί το Sunday Bloody Sunday των U2, έχει παίξει με τεράστια ονόματα και είναι ο άνθρωπος που έβαλε τις ιρλανδικές επιρροές στις συνθέσεις του Μάικ Σκοτ. Ίσως ευθύνονται οι Waterboys, για τα συναισθήματα που μου γεννά το βιολί όταν συνδυάζεται με ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσο και ντραμς. Μάλλον, σίγουρα ευθύνονται και οι Waterboys. Το κατάλαβα με τον καλύτερο τρόπο σε μια από τις κορυφαίες συναυλιακές στιγμές χωρίς ίχνος υπερβολής. Την μπάντα να φεύγει, τον Γουίκαμ με τον Σκοτ να μένουν στη σκηνή και με ένα βιολί και μια κιθάρα να μας ταξιδεύουν στον λαβύρινθο του Πάνα, στην εκπληκτική μελωδία του Pan Within. Mυσταγωγία.

Είναι ωραία να φεύγεις γεμάτος από ένα live ανθρώπων που έχουν γράψει ιστορία στη μουσική, καταλαβαίνοντας την πραγματική διαφορά των μεγάλων με τους «μεγάλους». Αποχωρώντας, θυμήθηκα έναν στίχο του φίλου Θωμά, του Eversor. «Δεν έχω ανάγκη το φως θα μου αρκεί να ‘σαι ‘κει, αγαπημένη μουσική». 

Φωτογραφίες: Αφροδίτη Ζαγγανά