Την Κυριακή του Πάσχα, δύο ώρες γεμάτες “Ευτυχία”

Βασίλης Σαμπράκος Βασίλης Σαμπράκος
Την Κυριακή του Πάσχα, δύο ώρες γεμάτες “Ευτυχία”

bet365

Δύο μέρες μετά την απονομή 8 “ελληνικών Όσκαρ” από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την “Ευτυχία”, που προβάλλεται την Κυριακή από την CosmoteTV: για μια ταινία υπέροχου ελληνικού σινεμά, που μπήκε ήδη στη λίστα του με τις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες.

Έχει μέσα της πολύ ελληνικό σινεμά η ζωή μου. Κι είναι κυρίως αυτό, ότι το ελληνικό σινεμά έχει καταφέρει να συνδεθεί πολύ με σημαντικές στιγμές και αναμνήσεις της ζωής μου. Τόσο, που μια σειρά από εικόνες του λειτουργούν σαν κομμάτια από το άλμπουμ των αναμνήσεων της πραγματικής ζωής μου.

Το ασπρόμαυρο ελληνικό σινεμά, που έβλεπα από την ασπρόμαυρη κι ύστερα έγχρωμη τηλεόραση του σαλονιού στο πατρικό μου είναι το σκηνικό των πιο έντονων αναμνήσεων που έχω από την γιαγιά μου, που δεν πρόλαβα να την ευχαριστηθώ επειδή την έχασα στα οκτώ μου χρόνια. Κάθε φορά που θα συναντήσω μια ελληνική ταινία σήμερα, γίνομαι έξι χρονών και γυρίζω να κοιτάξω στην πλάτη μου τη γιαγιά που κλαίει, έτοιμος να την παρηγορήσω με την “ταινία είναι γιαγιά, όχι αλήθεια, μη κλαις” πρότασή μου. Πρόσφυγας, ταλαιπωρημένη από μικρή, μια γυναίκα που έχασε τον άντρα της νωρίς, στα 60 και κάτι, ήταν παραπάνω από ευσυγκίνητη η γιαγιά. Κάθε ταινία, όταν δεν ήταν κωμωδία, της έδινε αφορμές ή λόγους για να συγκινηθεί. Αυτές οι ταινίες, το ασπρόμαυρο ελληνικό σινεμά, είναι απολύτως συνδεδεμένες με τα καλύτερα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας.

Μια ελληνική ταινία, η “φανέλα με το 9” του Παντελή Βούλγαρη ήταν ένα από τα πιο δυνατά ερεθίσματα που μου έδειξαν τον δρόμο προς την αθλητική δημοσιογραφία. Η παραγωγή της με βρήκε περίπου στα 15 μου χρόνια, όταν έγινα “κομπάρσος” σε ένα μέρος των γυρισμάτων, που έγιναν στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας πριν από την έναρξη και στο ημίχρονο ενός εντός έδρας αγώνα πρωταθλήματος της ΑΕΚ. Η προβολή της με βρήκε βιδωμένο σε μια καρέκλα σε ένα σινεμά του κέντρου της Αθήνας, μαγεμένο από την δραματοποιημένη έκθεση της πραγματικότητας του ποδοσφαίρου που αγαπούσα παθολογικά. Μετά την ταινία διάβασα το βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα. Και μερικές δεκαετίες αργότερα, όταν δέχθηκα τον έπαινό του για το πρώτο μου βιβλίο, το “Σκίσε το manual”, είδα ξανά την ταινία, για να συναντήσω τον 15χρονο εαυτό μου που τον καιρό εκείνο έτρεχε από γήπεδο σε γήπεδο, γινόταν ball boy σε προπονήσεις και αγώνες της ΑΕΚ, του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού, της Εθνικής για να εισχωρεί στον φανταστικό κόσμο του ποδοσφαίρου.

Η “Πολίτικη Κουζίνα” με βρήκε περίπου τρία χρόνια μετά το πρώτο μου ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη. Με γιαγιά από το Ικόνιο και παππού από τον Πόντο, με παιδικά χρόνια γεμάτα με τα ακούσματα από τις διηγήσεις της γιαγιάς και των συγγενών της για τον καιρό τους εκεί, η πρώτη φορά που είχα περπατήσει στην Κωνσταντινούπολη και τα Πριγκηπονήσια με είχε στιγματίσει. Η πρώτη φορά που είδα την “Πολίτικη Κουζίνα” ήταν η πρώτη φορά που έζησα την ψευδαίσθηση ότι εισχωρώ στον κόσμο του παππού και της γιαγιάς, που τους είχα χάσει μικρός. Όλο της το σκηνικό, κι όλος ο τρόπος του Τάσου Μπουλμέτη, που ήταν τόσο αληθινός και τόσο κοντά σε όλο αυτό που είχε πλαστεί μέσα μου από τις διηγήσεις των γιαγιάδων και τις παραστάσεις που είχα αποκτήσει μέσα από τη συναναστροφή με ηλικιωμένους Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη, μου δημιούργησαν αυτό το σφίξιμο που τόσο είχα ανάγκη για να επανασυνδεθώ με τη γιαγιά και τον παππού και να τους νιώσω λίγο παραπάνω.

To “Τελευταίο σημείωμα” του Παντελή Βούλγαρη ήρθε μπροστά στην οθόνη μου περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Μια κινηματογραφική ταινία μου μίλησε για την κατοχή και τον εμφύλιο πολύ περισσότερο από όσο είχε καταφέρει ο πατέρας μου, που δεν ανοιγόταν, σαν να ήθελε να πάρει μαζί του όλη τη μαυρίλα και τις φρίκες που κουβαλούσε μέσα του από τα παιδικά, τα εφηβικά και τα αμέσως επόμενα χρόνια της ζωής του. Μια ελληνική ταινία μου έδωσε την ευκαιρία να γνωριστώ λίγο καλύτερα με τον κόσμο στον οποίο μεγάλωσε ο πατέρας μου. Περίπου έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, μια ταινία με βοήθησε να τον γνωρίσω λίγο καλύτερα, και της είμαι πάντα ευγνώμων γι’ αυτό.

Και φτάσαμε στις μέρες μας, στις μέρες της καραντίνας. Πριν από 15 μέρες, ακόμη στην πρώτη φρίκη της πανδημίας, το movies club της CosmoteTV μου έδωσε μια ευκαιρία που έχασα στον προηγούμενο καιρό, να δω στο σινεμά την “Ευτυχία”. Σήμερα, μετά από περίπου 40 ημέρες εγκλεισμού, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι οι δύο ώρες της προβολής της ταινίας ήταν ένα από τα καλύτερα διαλείμματα που έχει κάνει το μυαλό μου στον καιρό της πανδημίας. Η “Ευτυχία” του Διονύση Σαμιώτη και του Αγγέλου Φραντζή είναι μια ταινία που σε κάνει να καμαρώνεις για την καταγωγή της, να καμαρώνεις που πρόκειται για ελληνικό σινεμά. Να καμαρώνεις για τη σκηνοθετική ματιά, για το σενάριο, για την παραγωγή. Το σενάριο της Κατερίνας Μπέη, που είναι ένα μείγμα από χιούμορ και δράμα, η Κάτια Γκουλιώνη, η Καριοφυλλιά Καραμπέτη, ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης αλλά και κάθε ένας από τους υπόλοιπους ηθοποιούς, και μαζί οι μουσικές του Μίνου Μάτσα, τα σκηνικά, τα κοστούμια, η φωτογραφία, σε παίρνουν μαζί και σε ταξιδεύουν σε μια προηγούμενη ελληνική εποχή. Για μια σειρά από λόγους, τυχαίους και συμπτωματικούς και μη, αυτή η ταινία ήταν μια δόση από τον πατέρα μου, που τραγουδούσε την πλειοψηφία των τραγουδιών που είχε γράψει η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.

Την Τρίτη, που έμαθα ότι η “Ευτυχία” αναδείχθηκε η μεγάλη νικήτρια των φετινών Βραβείων Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, κερδίζοντας συνολικά οκτώ βραβεία, ανάμεσά στα οποία είναι και αυτό της καλύτερης μεγάλου μήκους ταινίας μυθοπλασίας δεν αισθάνθηκα έκπληξη. Τα βραβεία και τα παράσημα άλλωστε αυτή η ταινία πρόλαβε να τα πάρει πριν από τον κορονοϊό - της τα έδωσαν οι περισσότεροι από 600.000 Έλληνες που πλήρωσαν εισιτήριο για να τη δουν στο σινεμά.

Την Κυριακή του Πάσχα η - συμπαραγωγός της ταινίας - CosmoteTV προβάλει την “Ευτυχία” στις 21.00 (Cosmote Cinema 1 HD). Δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου, για να τη βαθμολογήσω. Σαν θεατής όμως σας τη συστήνω δίχως κανέναν απολύτως δισταγμό. Για δύο ώρες θα είστε “αλλού”. Και δεν είναι μόνο που θα συναντηθείτε με τις παιδικές ή τις νεανικές αναμνήσεις σας. Θα γευτείτε καλό ελληνικό σινεμά, από αυτό που ευχόμασταν πάντα να συμβαίνει συχνότερα. Ποιοτική τροφή για την ψυχή, σε μια στιγμή που το έχουμε τόσο πολύ ανάγκη.

Βασίλης Σαμπράκος
Βασίλης Σαμπράκος