+slo-gun

Έρωτά μου, ανεπανάληπτε κι απίθανε... (vids)

ΡΕΤΡΟ ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ

Έρωτά μου, ανεπανάληπτε κι απίθανε... (vids)

Έρωτά μου, ανεπανάληπτε κι απίθανε... (vids)

Η Τζένη Βάνου δεν «έφυγε», θα είναι πάντα εδώ! Τα «ρετρό ακούσματα» έρχονται μια μέρα νωρίτερα για δυσάρεστο λόγο κι ο Μίλτος θυμάται την αγαπημένη του τραγουδίστρια...

Μερικές φορές, η απώλεια κάποιων ανθρώπων ζυγίζει αντιστρόφως ανάλογα του μεγέθους τους. Πεθαίνει μια βάβω, παλιά γειτόνισσα στο χωριό λίγο πριν φτάσει στα 100, το μαθαίνεις και στεναχωριέσαι. Κι όσο σκαλίζεις τις αναμνήσεις, τους κεφτέδες που πιθανώς σε είχε μπουκώσει όταν ήσουν πιτσιρίκος, τους καφέδες που είχε πιει με τη δικιά σου γιαγιά ενώ εσύ έπαιζες στον κήπο, όλη αυτή η νοσταλγία βαραίνει στο στήθος. Λες και ο θάνατος μιας μακρινής βάβως που τα είχε ζήσει τα χρονάκια της και -προφανώς- είχε φάει τα ψωμιά της, μιας βάβως που είχες να δεις 20-30 χρόνια, μιας βάβως που δεν αξιολογούσες ότι μπορεί να είχε κάνει πολύ σπουδαία πράγματα στη ζωή της, ήταν μια αναντικατάστατη απώλεια.

Αν, λοιπόν, κάποιες τέτοιου είδους απώλειες σε βάθος χρόνων με είχαν πληγώσει, θα περίμενε κανείς ότι το φευγιό της Τζένης Βάνου, της αγαπημένης μου τραγουδίστριας, θα μου προκαλούσε αβάσταχτο σοκ. Κι όμως, όχι... Λίγα λεπτά από τη στιγμή που συνειδητοποίησα πως η είδηση «Έφυγε η Τζένη Βάνου» σήμαινε πως είχε σιγήσει οριστικά η τεράστια φωνή που είχα λατρέψει από τα εφηβικά μου χρόνια, η φωνή που είχε συνοδέψει μεγάλους έρωτες και μεγάλες απογοητεύσεις, ιστορικά βράδια και δυνατές συγκινήσεις, έκανα κάτι πολύ απλό: έβαλα ένα τραγούδι της να παίζει. Τόσο απλό! Κι η Τζένη Βάνου ήταν και πάλι εκεί. Δεν «έφυγε», δεν πήγε πουθενά. Ήταν εκεί και τραγουδούσε για μένα, όπως τόσα και τόσα βράδια, όπως τόσα και τόσα χρόνια. Η Τζένη Βάνου ήταν εκεί και είναι εδώ και τώρα που τα δάχτυλά μου χτυπούν ασταμάτητα το πληκτρολόγιο. Την ακούω και γράφω, το βάρος στο στήθος αλαφρώνει, φεύγει από μέσα μου, πετάει μαζί με τις -αμέτρητες- νότες που χώραγαν σε εκείνο το τεράστιο λαρύγγι, στη φωνή ορχήστρα, στην κορυφαία τραγουδίστρια που είχα την τύχη να ακούσω. Μεγάλο μέγεθος, μικρότερο βάρος η απώλεια, καθώς η Τζένη της γειτονιάς της και των ανθρώπων της καθημερινότητάς της μπορεί να «έφυγε» και να σκόρπισε δάκρυα στα μάτια τους, αλλά η Τζένη Βάνου που αγαπήσαμε θα είναι για πάντα εδώ, μέσα από όλα όσα μας πρόσφερε στη διάρκεια της σπουδαίας καριέρας της. Μέσα από όσα θα συνεχίσει να μας προσφέρει με τα αξέχαστα τραγούδια της...

Η αλήθεια είναι πως στο θέμα αυτό δεν έχω σκοπό να κάνω κάποιου τύπου αναδρομή, να γράψω έναν «επικήδειο» ή κάποιο πιθανό «αφιέρωμα στα καλύτερά της τραγούδια» (πόσα να θημθεί κανείς, άλλωστε;). Αλλά να θυμηθώ πώς έπεσε στα χέρια μου για πρώτη φορά μια κασέτα με τραγούδια της, όπως και τη μοναδική φορά που την είδα στην πίστα, πριν από περίπου 20 χρόνια. Η πρώτη κασέτα ήταν αυτό που λέμε «βουτιά στα βαθιά». Δεν πίστευα ποτέ πως από τις πρώτες ανάσες μια τραγουδίστριας θα άρχιζα να αναρωτιέμαι «πώς το κάνει αυτό;». Πώς κρατάει τόση ώρα, πώς «γεμίζει» το τραγούδι, πώς «καλύπτει» τα όργανα και -κυρίως- πώς χωρίς όργανα μπορούσε να ακούγεται μόνη της σαν τη συμφωνική ορχήστρα της Βιέννης... Την κασέτα μου την είχε δανείσει ο Δεμπασκαλάς όταν του είχα πει πως κάποια τραγουδίστρια - φίρμα της εποχής μας, εκεί, στα μέσα της δεκαετίας των έιτις, ήταν η «καλύτερη φωνή που είχα ακούσει». Σιγά μην ήταν... Όταν άκουσα εκείνη την κασέτα με «Τα καλύτερα της Τζένης Βάνου», όπως είχε γράψει ο κολλητός μου στην ετικέτα, όχι μόνο άλλαξα γνώμη, αλλά και ζήτησα να την κρατήσω. «Δεν πας καλά», μου είπε και μου την πήρε πίσω. Ήταν και δική του αγαπημένη. Όταν βρήκα διπλό κασετόφωνο, την αντέγραψα και έκτοτε ...την έλιωσα. Θυμάμαι ένα ένα τα τραγούδια που είχε γραμμένα. Ξεκινούσε με το «Αν είναι η αγάπη αμαρτία» και τέλειωνε με το «Σ΄ αγαπώ»...

Χρόνια μετά, όταν βρήκαμε την ευκαιρία, ο Δεμπασκαλάς, εγώ κι ο Φώτης, πήγαμε να τη δούμε από κοντά. Τραγουδούσε σε ένα μέτριας φήμης μπουζουξίδικο, στα όρια της Εθνικής οδού. Στη μαρκίζα ήταν ...τρίτο όνομα. Τα χρόνια των επιτυχιών είχαν περάσει κι οι φήμες έλεγαν πως η κρυστάλλινη φωνή της είχε αρχίσει να ραγίζει. Στην πραγματικότητα, ο επιχειρηματίας είχε κρίνει πως πρώτο όνομα έπρεπε να είναι ένας τραγουδιστής της μόδας, που ήταν τότε στα φόρτε του τραγουδώντας καψούρικα και πανηγυρτζήδικα και πως δεύτερη στη μαρκίζα έπρεπε να μπει μια άλλη παλιά, πληθωρική κυρία της πίστας, η οποία όντως σήκωσε το μαγαζί στο πόδι και δίκαια τα μισθά της. Το καλό, σε αυτή την περίπτωση, ήταν πως πρώτη εμφανίστηκε η Τζένη Βάνου. Και πως η -υποτιθέμενη- ραγισμένη φωνή, ράγιζε τις κολόνες. Κατέβαζε το μικρόφωνο στο ύψος της μέσης και έλεγε τα περισσότερα τραγούδια από εκεί. «Μήπως έχει αγκύλωση στο χέρι και δεν μπορεί να το φέρει στο στόμα;», αναρωτιόταν με νόημα ο Φώτης. Όταν ο τόπος γέμισε νότες κι η κυρία Τζένη Βάνου δεν είχε άλλες να μας προσφέρει, βγήκε στην πίστα η άλλη κυρία (τα έκανε ...«όπα») και μετά ο ερωτιάρης, ο οποίος μας ενημέρωσε πως είναι «λίγο κρυωμένος» και πως «συγνώμη». Κι άλλες δυο φορές που τον είδα αυτόν, πάλι κρυωμένος ήταν και πάλι «συγνώμη» ζήταγε. Μάλλον τον έβαζαν να κοιμάται στο ρεύμα....Η αλήθεια είναι πως δεδομένης της «αρρώστιας» του, η Τζένη Βάνου ξαναβγήκε γρήγορα στην πίστα. Και τότε, για πρώτη φορά στη ζωή μας, τη δική μου και του Δεμπασκαλά, στείλαμε μια σαμπάνια στην τραγουδίστρια. Όχι γιατί συμφωνούσαμε με τον συγκεκριμένο «κανονισμό» της πίστας, αλλά γιατί ήταν ...η Τζένη Βάνου. Η αγαπημένη μας τραγουδίστρια! Καλή ακρόαση, καλό ταξίδι...

Μέχρι να φύγει από τις ζωές μας η αξεπέραστη Τζένη Βάνου, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...

Υ.Γ.: Για ό,τι άλλο επιθυμείτε, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.