Ο Ρουμπέν Μανιάνο στο Gazzetta: «Η Αθήνα σημάδεψε την ζωή μου»

Ο Ρουμπέν Μανιάνο στο Gazzetta: «Η Αθήνα σημάδεψε την ζωή μου»

Athens, Athènes, Yadian, Афины, Atenas ή, απλά και ελληνικά, Αθήνα. Η πρωτεύουσα της Ελλάδας, σε όποια γλώσσα και αν είναι γραμμένη, έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του Ρουμπέν Πάμπλο Μανιάνο.

Στα πρώτα του χρόνια ως νεόκοπος προπονητής και αργότερα ως βετεράνος των πάγκων, κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα Αργεντινής στο τιμόνι της… Αθήνας (Ατένας) της Κόρντομπα, της γενέτειράς του, σε τρεις διαφορετικές θητείες (1991-92, 1997-98 και 1998-99 και 2008-09).

Και στην Αθήνα, την αυθεντική, με τον βαρύτατο ρόλο του ομοσπονδιακού προπονητή – πρεσβευτή της χώρας του, οδήγησε την κορυφαία Αργεντινή όλων των εποχών στην μεγαλύτερή της επιτυχία: Το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.

19 χρόνια αργότερα, ο 68χρονος πλέον Αργεντινός προπονητής, θρύλος στα μέρη του και ένας από τους πιο πετυχημένους στη Νότια Αμερική, πάτησε ξανά ελληνικό έδαφος μαζί με την σύζυγό του Πατρίσια για να απολαύσει ολιγοήμερες διακοπές σε ελληνικά νησιά (Σαντορίνη, Μύκονος και Μύλος).

Δεν θα μπορούσε, βεβαίως, να μην πάρει μια γερή γεύση από μια πόλη που νιώθει (σαν) δεύτερο σπίτι του. Και, μάλιστα, βραβεύτηκε από τους συμπατριώτες του για την ιστορική του επιτυχία επί ελληνικού εδάφους, λαμβάνοντας μια τιμητική πλακέτα από τον Πρέσβη της Αργεντινής στην Ελλάδα, Λουίς Αλφρέντο Ασπιάσου.

«Πέρα από τους τίτλους και τις διακρίσεις, η αναγνώριση από τον κόσμο είναι ό, τι πιο όμορφο μου πρόσφερε η ενασχόλησή μου με το μπάσκετ» είπε συγκινημένος ο Μανιάνο, ο οποίος θυμήθηκε για λογαριασμό του Gazzetta εκείνες τις αξέχαστες (για όλους) ημέρες του καλοκαιριού του 2004.

Και, βεβαίως, όσα προηγήθηκαν δύο χρόνια νωρίτερα στο Μουντομπάσκετ της Ιντιανάπολις. Εκεί όπου η Αργεντινή των Μάνου Τζινόμπιλι, Λουίς Σκόλα, Αντρές Νοτσιόνι και Φαμπρίτσιο Ομπέρτο, μεταξύ πολλών άλλων, έγινε η πρώτη ομάδα που νίκησε τις Ηνωμένες Πολιτείες στη νέα εποχή, βάζοντας τέλος σε ένα αήττητο σερί 58 αγώνων. Τα κατάφερε, μάλιστα, μέσα στο σπίτι της, χάνοντας στη συνέχεια και στις λεπτομέρειες από την Γιουγκοσλαβία των Ντέγιαν Μποντιρόγκα – Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς στον μεγάλο τελικό.

image

«Όπως συζητούσαμε, έβγαλε από την τσέπη ένα μετάλλιο και μου είπε «για εσένα». Αυτά τα γεγονότα με σημαδεύουν»

- Τι είναι το πρώτο που σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε την λέξη «Αθήνα»;

«Η Αθήνα ήταν η κολόνα που στήριξε την επαγγελματική μου ζωή. Είτε λέμε για την Ατένας ντε Κόρντομπα ως σύλλογος, με την οποία κατέκτησα τέσσερα πρωταθλήματα, είτε για την Αθήνα, πρωτεύουσα της Ελλάδας, όπου κατακτήσαμε το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο. Το επαναλαμβάνω, ήταν κολόνες στην επαγγελματική μου ζωή».

- Τι νιώσατε όταν προσγειωθήκατε στην Αθήνα;

«Με πλημμύρισαν αναμνήσεις, τόσο για όσα έζησα μέσα στο γήπεδο, αλλά και τις επισκέψεις σε πολιτιστικά μνημεία, όπως το Παναθηναϊκό Στάδιο, το οποίο είχα επισκεφθεί και μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Είναι καταπληκτικές δημιουργίες και από τις οποίες πάντα μαθαίνεις πολύ σημαντικά πράγματα για την ιστορία και τον πολιτισμό. Το τωρινό ταξίδι, όμως, έγινε πρωτίστως για να γνωρίσουμε τα νησιά και περάσαμε καταπληκτικά με την σύζυγό μου και απολαύσαμε κάθε στιγμή».

- Πέρα από τις νίκες και το χρυσό μετάλλιο, τι δεν θα ξεχάσετε ποτέ από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας;

«Η εικόνα που έχει μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη και την καρδιά μου είναι όταν ανεβαίνουν στον ουρανό του κλειστού γηπέδου οι σημαίες των χωρών, με αυτή της Αργεντινής πάνω από αυτή της Ιταλίας και αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Εκείνη η σκηνή ήταν πολύ ξεχωριστή, εμβληματική. Ήταν η πιο μοναδική στιγμή στην καριέρα μου ως προπονητής. Από την στιγμή, μάλιστα, που ο προπονητής δεν παίρνει μετάλλιο, δεν τον αφήνουν να ανέβει στο βάθρο και κάθεται στις εξέδρες, σαν να ήταν ένας ακόμα φίλαθλος...».

- Με εσάς, όμως, αποκαταστάθηκε λίγο καιρό αργότερα αυτή η αδικία, αφού ένας από τους παίκτες σας, ο Αλεχάντρο Μοντέκια, ζήτησε να φτιαχτεί μια ρέπλικα του μεταλλίου και σας την παρέδωσε...

«Ήταν μια αξέχαστη στιγμή. Πλέον αυτό το μετάλλιο βρίσκεται σε αθλητικό μουσείο στην πόλη μου, την Κόρντομπα, για να εκτεθεί. Αν και για εμένα αυτό που προβάλλεται πρωτίστως, πέρα από το μετάλλιο, είναι η κίνηση, η χειρονομία από έναν αθλητή προς τον προπονητή του. Θεωρώ ότι είναι κάτι πολύ ξεχωριστό, ανεκτίμητο. Ήταν μοναδικό και με τον τρόπο που έγινε. Χωρίς κόσμο, χωρίς δημοσιογράφους, ενώ πίναμε οι δυο μας έναν καφέ. Εγώ πήγα στο ραντεβού χωρίς να ξέρω τι με περιμένει, απλώς για να μιλήσουμε, να τα πούμε από κοντά. Και, όπως συζητούσαμε, έβγαλε από την τσέπη ένα μετάλλιο και μου είπε «για εσένα». Αυτά τα γεγονότα με σημαδεύουν, γιατί ήμασταν μόνοι μας».

image

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι ο διαιτητής του τελικού του Μουντομπάσκετ ήταν Έλληνας. Δεν θα του έλεγα τίποτα, ο ίδιος έκανε σχετικές δηλώσεις ότι έκανε λάθος, αλλά είναι αργά πλέον»

- Ποια ήταν το μυστικό εκείνης της Αργεντινής, πέρα από το τεράστιο ταλέντο παικτών όπως ο Τζινόμπιλι, ο Σκόλα ή ο Νοτσιόνι;

«Η εμπειρία μου ως προπονητής μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω μεγάλες ομάδες με υπέρ ταλαντούχους αθλητές που δεν πέτυχαν απολύτως τίποτα. Η δέσμευση, ο σεβασμός στους κανόνες, η πειθαρχία, είναι βασικές κολόνες στις οποίες στηρίζεται η ζωή μου ως προπονητής. Κυρίως, κατ’ εμέ, ο σεβασμός στους κανόνες. Εγώ υποστηρίζω ότι οι κανόνες είναι το πώς εσύ φτάνεις σε ένα μέρος. Πως σχεδιάζεις για να φτάσεις σε ένα μέρος. Ο σεβασμός στους κανόνες και ο μεγάλος βαθμός αποδοχής με το μήνυμά μου που υπήρχε από την πραγματική πρώτη ύλη αυτής της επιτυχίας, η οποία βεβαίως είναι οι αθλητές. Τέθηκαν στην διάθεση για να δουλέψουν όπως έπρεπε για να επιτευχθεί ο στόχος».

- Οι κανόνες είναι κομβικοί στην πορεία σας, αφού φτάσατε στο σημείο να αφήσετε εκτός του πούλμαν της ομάδας μεγάλους αστέρες, επειδή καθυστέρησαν να κατέβουν από τα δωμάτιά τους…

«Οι κανόνες, το μήνυμα είναι, ότι αν το πούλμαν φεύγει στις δώδεκα, τότε φεύγει στις δώδεκα. Για όλους, ανεξαρτήτως ποιος λαμβάνει το μήνυμα. Έχει τύχει να μείνουν στο ξενοδοχείο ακόμα και παίκτες που αγωνίζονταν τότε στο ΝΒΑ, οι οποίοι χρειάστηκε να πάρουν ταξί για να έρθουν στην προπόνηση. Και έκτοτε, οι περισσότεροι… διόρθωσαν εαυτούς γρήγορα. Πρέπει να βάζεις άμεσα στόχους για τη συνέχεια. Μετά το Μουντομπάσκετ της Ιντιανάπολις, σχεδόν αμέσως θέσαμε ως στόχο μια θέση στο βάθρο των Ολυμπιακών Αγώνων. Δεν μιλάμε για χρώμα μεταλλίου, αλλά αυτή η ιδέα πήρε σάρκα και οστά και, εν τέλει, επιτεύχθηκε».

- Μιλώντας για το Μουντομπάσκετ της Ιντιανάπολις, ο τελικός με την Γιουγκοσλαβία σημαδεύτηκε στο φινάλε από κάποια σφυρίγματα του Έλληνα διαιτητή Νίκου Πιτσίλκα. Αν τύχαινε να τον συναντήσετε κατά την διαμονή σας στην Ελλάδα, τι θα του λέγατε;

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι ο διαιτητής του τελικού του Μουντομπάσκετ ήταν Έλληνας. Δεν θα του έλεγα τίποτα, γιατί ο ίδιος έκανε σχετικές δηλώσεις, δέκα χρόνια αργότερα, ότι έκανε λάθος, αλλά είναι αργά πλέον. Δυστυχώς, υποφέραμε από αυτό. Εγώ, όμως, ακόμα και τώρα σε αυτή την συνέντευξη, δεν λέω ότι έκανε λάθος, το είπε εκείνος. Όπως καθημερινά λέω στους παίκτες μου να μην κοιτάμε στα πλάγια ή πίσω ψάχνοντας υπευθύνους. Έχει να κάνει με τις δικαιολογίες. Και οι προπονητές, σε ένα μεγάλο ποσοστό, ψάχνουν δικαιολογίες για να ρίξουν τους τόνους μετά από μια ήττα. Δεν το κάναμε στην περίπτωσή μας. Ας μιλήσουν οι άλλοι, ας δουν το βίντεο, ας το αναλύσουν και να καθορίσουν τι έγινε».

- Εκείνη η ήττα σας έκανε πιο δυνατούς;

«Πέρα από την ήττα και το πώς ήρθε, το μάθημα που πήραμε ήταν ότι μπορούσαμε να φτάσουμε σε έναν τελικό μεγάλης διοργάνωσης. Το έβλεπες στις δηλώσεις των παικτών, ότι δεν επρόκειτο να επιτρέψουν στους εαυτούς τους να χάσουν και πάλι σε τελικό, λόγω αυτής της εμπειρίας. Και αυτό αποδείχθηκε στον τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων με την Ιταλία».

- Για να φτάσετε σε εκείνον τον ιστορικό τελικό, ξεπεράσατε την Ελλάδα σε έναν προημιτελικό – θρίλερ...

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το παιχνίδι. 69-65 (σ.σ. έπεσε έξω για μόλις έναν πόντο, 69-64 ήταν για την ακρίβεια). Στην πρώτη φάση χάσαμε από την Ιταλία με έναν πόντο, άνετα από την Ισπανία, αλλά το πιο σκληρό παιχνίδι που είχαμε ήταν με την Ελλάδα, χωρίς αμφιβολία. Προηγήθηκε με έντεκα πόντους στα μέσα του πρώτου ημιχρόνου και, σε έναν κλειστό αγώνα με σκορ 65 πόντων, οι έντεκα είναι σημαντικοί. Παίζαμε κόντρα στην γηπεδούχο ομάδα, σε μια «καυτή» έδρα, με πάρα πολύ καλούς παίκτες, πολύ καλό ρόστερ, καθοδηγούμενο από έναν τεράστιο μπασκετάνθρωπο ως αθλητής και ως προπονητής όπως ο Γιαννάκης… Για εμένα ήταν το σημείο αναφοράς για να φτάσουμε στον μεγάλο τελικό και στην κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου».

image

«Οι δύο νίκες επί των Ηνωμένων Πολιτειών ίσως ήταν μια πράξη θάρρους από μερικούς… ασυνείδητους»

- Στις δύο μεγάλες επιτυχίες σας στο τιμόνι της Αργεντινής, νικήσατε τις Ηνωμένες Πολιτείες, το 2002 με παίκτες όπως ο Ρέτζι Μίλερ και ο Πολ Πιρς και το 2004 με ΛεΜπρόν Τζέιμς, Καρμέλο Άντονι, Τιμ Ντάνκαν και Άλεν Άιβερσον. Πως νικάς την «μητέρα» του μπάσκετ;

«Ίσως ήταν μια πράξη θάρρους από μερικούς… ασυνείδητους. Προετοίμασα τον πρώτο αγώνα με στόχο τη νίκη και οι παίκτες έμοιαζαν να μην το πιστεύουν. Έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό και ανταμείφθηκαν με την αποθέωση που γνώρισαν από τους παίκτες των άλλων εθνικών ομάδων, όταν γυρίσαμε στο ξενοδοχείο όπου έμεναν οι περισσότερες αποστολές. Μετά την πρώτη νίκη, στην δεύτερη το πίστευαν πλέον πολύ περισσότερο και οι ίδιοι οι παίκτες, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές».

- Ζήσατε αξέχαστες στιγμές στην εθνική ομάδα και, μετά από εμπειρίες σε Ιταλία (Βαρέζε) και Ισπανία (Σεβίλλη) και μια ακόμα επιστροφή στην Ατένας, επιλέξατε να πάτε σε… εχθρικό έδαφος, αναλαμβάνοντας την Εθνική Βραζιλίας για έξι χρόνια. Πως ήταν αυτή η εμπειρία, ειδικά όταν κληθήκατε να αντιμετωπίσετε την Αργεντινή;

«Την απόλαυσα, αν και είναι αλήθεια πως, ειδικά στην πρώτη αναμέτρηση με την Αργεντινή, ένιωθα πολύ περίεργα, ειδικά στην ανάκρουση του εθνικού ύμνου. Εγώ έχω έναν τρόπο να επικοινωνώ με τους παίκτες μου εν ώρα αγώνα κάνοντας έναν συγκεκριμένο ήχο, σαν να στέλνω… φιλιά. Και, όταν το έκανα κάποια στιγμή σε εκείνο το παιχνίδι, γύρισαν τα κεφάλια προς το μέρος μου και οι δέκα παίκτες (σ.σ. γέλια). Πόνεσε, όμως, ο αγώνας μας στα προημιτελικά των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου το 2012, όπου μπορούσαμε κάλλιστα να νικήσουμε, αλλά στο τέλος δεν τα καταφέραμε (σ.σ. 77-82). Τι συνέβη; Κάτι που είναι ένα από τα μότο μου στην καριέρα μου: Όποιος δεν ξέρει να νικάει, αξίζει να χάσει. Αξίζαμε να χασουμε».

image

«Μου άρεσε πολύ ο Διαμαντίδης, αν είχα τον Αντετοκούνμπο θα τον έβαζα βασικό στην ομάδα»

- Σε μια από τις ομιλίες σας έχετε πει ότι η επιτυχία μπορεί να εξελιχθεί σε μια συνήθεια. Πως επιτυγχάνεται μια τόσο δύσκολη συνήθεια στην καθημερινή ζωή και στην εργασία;

«Η επιτυχία είναι επί της ουσίας μια συνέπεια, όχι άμεσα μια συνήθεια. Στις ομιλίες μου δίνω έμφαση στην επιτυχία της Δευτέρας. Αν την Δευτέρα είσαι λιγάκι πετυχημένος, την Τρίτη λίγο παραπάνω, την Τετάρτη και την Πέμπτη κ.ο.κ. σίγουρα ο βαθμός προετοιμασίας για να φτάσεις στον στόχο θα είναι όλο και πιο υψηλός και αποτελεσματικός. Εκεί θα δεις πραγματικά το συνώνυμο της επιτυχίας. Το κακό, όμως, είναι ότι μας «πουλάνε» μηνύματα για την άμεση επιτυχία, την επιτυχία του χθες, η οποία είναι αδύνατη. Γι’ αυτό οφείλεις να χτίζεις καθημερινά, γιατί επίσης υποστηρίζω ότι ο μεγάλος βαθμός αφοσίωσης και δέσμευσης που μπορείς να μεταδώσεις, αναπτύσσεται. Με δουλειά».

- Παρά την σημασία της Αθήνας στην ζωή και την καριέρα σας, δεν εργαστήκατε ποτέ στα μέρη μας. Είχατε προτάσεις από ελληνικές ομάδες;

«Όχι, δεν είχα ποτέ πρόταση από ελληνική ομάδα. Δούλεψα στην Ιταλία, στην Ισπανία, είχα προτάσεις από Ρωσία και άλλες χώρες, αλλά δεν έγινε ποτέ προσέγγιση από ελληνική ομάδα».

- Ζήσατε την Ελλάδα μέσα από διάφορες μπασκετικές γενιές. Εάν μπορούσατε, ποιον Έλληνα παίκτη θα θέλατε στην ομάδα σας;

«Αν μιλούσαμε για την σύγχρονη εποχή, νομίζω ότι θα ήταν εύκολη η επιλογή, ο Αντετοκούνμπο (σ.σ. γελάει). Θυμάμαι στο Μουντομπάσκετ του 1990 στην Αργεντινή τον Γιαννάκη να παίρνει τα ηνία της ομάδας, ελλείψη του Νίκου Γκάλη, ο οποίος ήταν ο μεγάλος σταρ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα που είχε κατακτήσει η Ελλάδα μερικά χρόνια πριν. Υπήρχαν, όμως, πολλοί Έλληνες παίκτες. Μου άρεσε πάρα πολύ ο Διαμαντίδης,αλλά υπήρχαν και ο Σπανούλης, ο Παπαλουκάς… Πάρα πολλοί καλοί Έλληνες παίκτες για να πω μόνο έναν. Αν μιλούσαμε για το σήμερα, τον Αντετοκούνμπο μάλλον θα τον ξεκινούσα βασικό (σ.σ. γελάει)!».

* Ευχαριστούμε τον κο. Ulises Demetrio Kukulas για την συμβολή στην πραγματοποίηση της συνέντευξης και το ξενοδοχείο «Dorian Inn» για την φιλοξενία