Ο στιχουργός που κινείται στην κόψη του ξυραφιού, ένας από τους λίγους που χόρεψαν στο φτερό του καρχαρία.

Ο Άλκης στη χώρα των θαυμάτων, ο Άλκης σχοινοβάτης στις γραμμές των οριζόντων! Και οι γραμμές να ξαπλώνουν στο απέραντο λευκό, το αγνό, σιωπηλό, ανυποψίαστο λευκό. Ο Άλκης με φροντίδα και αγάπη απλώνει τα λόγια του στις γραμμές και βουνά υψώνονται, ποτάμια ξεχύνονται, έρωτες, επαναστάσεις ταξιδεύουν. Και ο Άλκης, ο μικρός, ο αθεράπευτα αθώος, ο έχων υστέρημα λυρικό, υπερρεαλιστικό, ρομαντικό, πραγματικό, να κοιτά από ψηλά τον κόσμο που δημιούργησε. Οι γραμμές ανεξίτηλες, σύρματα ηλεκτροφόρα, ατσάλινες λαβές, νησίδες σωτηρίας, διαμαρτυρίας υπενθύμιση. Ο Άλκης δεν μίλαγε πολύ. Ο Άλκης έγραφε πολύ, σκεφτόταν και επέμενε στα λόγια. Τα λόγια των άλλων, τα λόγια του κόσμου τούτου, του επόμενου, του προηγούμενου. Ο Άλκης και ο Καρυωτάκης, η Πάργα, τα βασανιστήρια της Χούντας και η φωτιά της δημιουργίας. Ο Άλκης που έγραφε στίχους και ζητούσε μουσική, ζητούσε την ιερή σχέση δύο μοναδικών Λόγων και αναζητούσε μαζί μας τον τρόπο. Ο τόπος δεν είχε σημασία. Σημασία είχαν –και έχουν- τα αισθήματα, τα μηνύματα και οι άνθρωποι. Ο Άλκης Αλκαίος, λοιπόν, ήταν αισθήματα, μηνύματα, άνθρωποι. Και τώρα που περιπολούν δεινόσαυροι και γύπες ας κοιτάξουμε ψηλά να δούμε τις γραμμές των οριζόντων, ας δούμε τα ηλιακά θραύσματα που αρνούνται να πέσουν, ας διαβάσουμε τον Άλκη Αλκαίο.

Εν μέσω άγνωστων δρόμων…

Η σχοινοβασία θέλει τόλμη και προσοχή και τον θόρυβο της αντίδρασης και του κυνισμού καλά αποκλεισμένο. Ο Αλκαίος ήταν αφοσιωμένος στα λόγια και τις σκέψεις του. Καθόλου εγωιστής και αντικοινωνικός όμως. Όσοι τον γνώρισαν και όσοι παρακολούθησαν την πορεία του, επιβεβαιώνουν την άρνηση του να εκτεθεί άσκοπα, άκοπα, ασυνείδητα, ανελεύθερα. Η συνάφεια δεν ήταν δεδομένη, έπρεπε να κατακτηθεί και ο σεβασμός αυτής όφειλε να είναι ιερός. Ο εγκλωβισμός και η έκθεση στον γυάλινο κόσμο των ΜΜΕ οδηγούσε σε  άρρωστες συναναστροφές και ο Αλκαίος ζητούσε την ανυπόκριτη, ανεπιτήδευτη ζωή. Αυτή έψαχνε –τιμούσε- μέσα από τους στίχους του και σε αυτούς κρέμονταν η Ιστορία, η αγάπη, η αλληλεγγύη, η γνήσια ανησυχία για τον άλλο. Μόνο τυχαία, λοιπόν, δεν ήταν η δημόσια εμφάνιση του στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Δημόσια, αλλά με τους δικούς του όρους. Μέσω του “Ριζοσπάστη” το κοινό θα δει τον Άλκη Αλκαίο και θα καταλάβει ότι ο λόγος του ήταν απαραίτητος τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Οι πρώτοι θαρραλέοι στίχοι διαβάζονται αχόρταγα από ανήσυχα μάτια. Ιδού:

Μανουέλ Ντουάρντε απ' το Πράσινο Ακρωτήρι/ ίσως ποτέ και να μη δω το πρόσωπό σου/ ωστόσο αν κρίνω απ' το αιμάτινο γραφτό σου/ θα πρέπει να 'ναι γιομάτο από λιοπύρι. Ελμπέρτο Κόμπος Παναμέζε αδελφέ μου/ ίσως ποτέ να μην ακούσω τη φωνή σου /ωστόσο ασίγαστη θε να 'ναι σαν τη γη σου/ αν κρίνω απ' τα μηνύματα του ανέμου.

Ναϊμ Ασχάμπ απ' τις όχθες του Ιορδάνη/ ίσως ποτέ και να μη σφίξουμε το χέρι/ ωστόσο δίπλα μου αγρυπνάει το ίδιο αστέρι /που δίπλα σου αγρυπνάει κι αυτό μου φτάνει. Απόψε σμίξαν τις καρδιές μας/ σ' έναν έστω στιγμιαίο συντονισμό/ ίδιες ελπίδες καθώς μας φώτιζαν το δρόμο/ οι σελίδες απ΄ το κομμουνιστικό μας μανιφέστο

Αυτοί οι στίχοι στάθηκαν αφορμή για να βρει τη μουσική, την αδελφή γλώσσα και τη θέση του μες τη συνάφεια του κόσμου τούτου. Εν μέσω άγνωστων δρόμων και άσκοπων επιδιώξεων βρίσκει τα μάτια που ακούνε και τις καρδιές που βλέπουνε, όπως αυτή του Θάνου Μικρούτσικου. Οι στίχοι στον “Ριζοσπάστη” έγιναν τραγούδι με τίτλο “Φλεβάρης 1848”. Ο Μικρούτσικος στη μουσική, η Μαρία Δημητριάδη στην ερμηνεία και η σχοινοβασία σε δημόσια θέα.

Άνθρωποι-τέρατα τον βασάνισαν

Της ζωής τα λόγια και τα τραύματα

Ο Άλκης Αλκαίος –πραγματικό όνομα Βαγγέλης Λιάρος­- γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1949 στην Κοκκινιά Φιλιατών, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Αγάπησε την Πάργα και πολιτογραφήθηκε κάτοικος της. Εκεί έγραφε τους στίχους του έχοντας “δάσκαλο” τον Κώστα Γ. Καρυωτάκη. Το όνομα του το πήρε από έναν θείο του ΕΛΑΣίτη. Τελείωσε το Γυμνάσιο Πάργας και σπούδασε Νομική τα χρόνια της δικτατορίας. Άσκησε τη δικηγορία και έμαθε με ανείπωτο πόνο πώς είναι να ασκούνται πάνω στο σώμα σου ανθρωπόμορφα τέρατα. Από άρθρο του Σπύρου Αραβανή στο site “musicpaper.gr” με τίτλο “Ωδή σε έναν δρομέα αντοχής” [3 Οκτωβρίου 2016] διαβάζουμε [η έμφαση δική μας]:

Συνελήφθη από τη Χούντα εξαιτίας της ενεργούς συμμετοχής του στον αντιδικτατορικό  αγώνα όταν και έκρυβε, φρόντιζε και φυγάδευε τους κυνηγημένους στο εξωτερικό. Έμεινε κρατούμενος για πέντε μήνες πρώτα στην Μπουμπουλίνας και μετά στο ΕΑΤ-ΕΣΑ περνώντας φρικτά βασανιστήρια. Από το 1974 και μετά άρχισε να έχει σοβαρότατα προβλήματα υγείας εξαιτίας αυτών των βασανιστηρίων και του αυτοάνοσου που του παρουσιάστηκε, ρευματοειδή και αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα.

Στο ίδιο άρθρο, διαβάζουμε απόσπασμα από το βιβλίο του Μίλτου Πασχαλίδη “Αγύριστο Κεφάλι –ο Άλκης Αλκαίος που γνώρισα” (Εκδ. Λιβάνη)

Τους δύο βασανιστές του ο Αλκαίος τους συνάντησε κάποτε. Τον ένα στην Ευελπίδων, έξω από μια αίθουσα δικαστηρίου. Ήταν αστυνομικός. Ο Άλκης τον γνώρισε αμέσως. Του λέει “Με θυμάσαι;” ο άλλος δεν τον κατάλαβε. “Κάτι μου θυμίζεις αλλά δεν είμαι σίγουρος. Μήπως υπηρετήσαμε μαζί φαντάροι;”. Ο Άλκης χαμογέλασε και του είπε: “Έχεις δίκιο. Μαζί υπηρετήσαμε. Μόνο που εσύ ήσουν από πάνω και εγώ από κάτω”. Έκανε μεταβολή και έφυγε. Τον άλλον τον πέτυχε στο καράβι. Ήταν μαζί με τον αδερφό του Γρηγόρη ο οποίος του λέει: “Δειξ τον μου τον πούστη να τον σκίσω”. Δεν του τον έδειξε. Έκανε μόνο μια κίνηση με το δεξί χέρι. “Προχώρα δεν έχει σημασία”.

Κάποια στιγμή ταξίδεψε στο εξωτερικό προκειμένου να υποβληθεί σε ειδική επέμβαση, η οποία όμως δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Όσο περνούσαν τα χρόνια ήταν αναγκασμένος να περνάς τις ημέρες του κλεισμένος στο σπίτι. Μάλιστα, για μεγάλα χρονικά διαστήματα ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι. Δίπλα του –πάντα- σε αυτή την περιπέτεια ο πατέρας του.

Η παρτίδα μας δεν παίχτηκε

Ξεκίνημα με “Εμπάργκο”!

Το ξεκίνημα της επαγγελματικής πορείας, όπως είδαμε, έγινε με τον Θάνο Μικρούτσικο και το κομμάτι “Φλεβάρης 1848”. Το τραγούδι περιλήφθηκε στον δίσκο “Τραγούδια της λευτεριάς” (1978). Δυο χρόνια μετά, το 1980, το κομμάτι “Η μπαλάντα ενός φιλήσυχου” περιλαμβάνεται στον δίσκο “Δελτίο καιρού”. Πάλι Θ. Μικρούτσικος, πάλι Μ. Δημητριάδη. Πρώτος μεγάλος σταθμός στην πορεία του ο δίσκος “Εμπάργκο” (1982), όπου υπογράφει όλους τους στίχους του άλμπουμ. Να τι είχε πει για τον δίσκο στην τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ “Η περιπέτεια ενός ποιήματος” το 1990. [το απόσπασμα δημοσιεύτηκε στην ειδική έκδοση της “Εφημερίδας των Συντακτών” για τον Άλκη Αλκαίο, οι εμφάσεις δικές μας]

Εκείνη την περίοδο τελείωνε αυτό που λέμε μελοποιημένη ποίηση και μπαίναμε σε έναν καινούργιο δρόμο. Βέβαια η εποχή εκείνη θα μπορούσε ακόμα να χαρακτηριστεί εποχής της αθωότητας, πιστεύαμε ότι θα μεγαλώσει ο κόσμος και κουβαλούσαμε όλη αυτή τη μελοποιημένη ποίηση από τη δεκαετία του ’60.

Το πρόβλημα μου εμένα ήταν σε δύο τομείς. Ο ένας τομέας ήταν ο τομέας της αισθητικής του στίχου. Εγώ είχα πίσω μου Χικμέτ, είχα Καββαδία κ.λ.π, τους γνωστούς δίσκους που προηγήθηκαν. Το δεύτερο ήταν η ουσία του στίχου. Νομίζω ότι υπήρχε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα μια κατάσταση αποκλεισμού, τόσο σε κοινωνικό επίπεδο όσο και σε ατομικό.[…] Αν έχει κάποια επικαιρότητα το “Εμπάργκο” είναι περισσότερο στον τομέα του ατομικού αποκλεισμού, του ατομικού “εμπάργκο”. Πιστεύω ότι η παρτίδα μας δεν παίχτηκε και ούτε θα παιχτεί ποτέ. Και καλύτερα να μην παιχτεί, για να έχουμε να ελπίζουμε σε κάτι.

Ο Θάνος Μικρούτσικος πιάνει το νήμα της αφήγησης και συμπληρώνει [Από το αρχείο της οικογένειας Μικρούτσικου, δημοσιευμένο στην ειδική έκδοση της “Εφ. Συν”]:

Στην ιστορία της ποίησης οι μεγάλοι ποιητές μας δείχνουν με σημάδια όψεις του μέλλοντος μας. Στην ιστορία του τραγουδιού οι μεγάλοι στιχουργοί το δηλώνουν απλά και ξεκάθαρα. Βλέπουν και εκφράζουν πριν από εμάς αυτό που θα γίνει συνείδηση κάποια χρόνια μετά. […] Αυτό και ο Αλκαίος στο “Εμπάργκο”. Με το αριστούργημα του το “Ερωτικό” μού έδωσε τη δυνατότητα να γράψω ένα “τραγούδι συγκυρίας”. Τα τραγούδια συγκυρίας θα λειτουργούν στο μέλλον όπως τα αρχαιολογικά ευρήματα. Οι απόγονοι μας θα καταλαβαίνουν, θα κατανοούν τα τωρινά συμβάντα μέσα από τέτοια τραγούδια. […] Ήδη από το “Εμπάργκο” φαίνεται ξεκάθαρα ότι η γραφή του Αλκαίου είναι προέκταση του Σαραντάρη, της Πολυδούρη, του Λαπαθιώτη, του Μπάρα, αυτών των σπουδαίων ποιητών του Μεσοπολέμου. Χωρίς να μιμείται κανέναν στίχο τους, μπαίνει στην παρέα επί ίσοις όροις, αν και γράφει στίχο για τραγούδι. Γι’ αυτό πάντα έλεγα ότι ο Αλκαίος είναι ποιητής που υποδύεται τον στιχουργό. […] Το “Εμπάργκο” βγάζει με τη μία όλες τις αρετές του Αλκαίου που αφορούν τον καθένα από εμάς αλλά και όλους μαζί. Μιλάει για έρωτες θυελλώδεις, για έρωτες αδιέξοδους, μιλάει και προφητεύει τον αποκλεισμό της γενιάς μας και γράφει στίχους-κλειδιά που ξεκλειδώνουν κι εκφράζουν τη δραματική συγκυρία είτε πρόκειται για το ατομικό είτε πρόκειται για το όλον.

Περπατά στους αιώνες

Η μαγική παράγκα και οι τρεις δακτύλιοι

Το “Εμπάργκο” σπάει με την παραβίαση της θύρας της παράγκας. Ανοιχτή θύρα που όμως ο Αλκαίος τη διαβαίνει για να περπατήσει στον αιώνα μας, στους αιώνες όλων μας. Μέχρι να έρθει αυτή τη στιγμή μετέχει, συμμετέχει, γράφει, συνομιλεί με τη Μούσα, εκδίδει τη μοναδική του ποιητική συλλογή το 1983 με τίτλο “Εμπάργκο-Ποιήματα”. Το όνομα του στους στίχους αρκετών δίσκων. Γράφει για τους: Χάρις Αλεξίου, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Βλάσση Μπονάτσο, Γιάννη Σαμσιάρη, Σοφία Βόσσου, Διονύση Θεοδόση. Αυτά πριν περάσει τη μαγική πόρτα. Μετά θα γράψει για τους: Σωκράτη Μάλαμα, Μίλτο Πασχαλίδη, Μελίνα Κανά, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Γιώργο Νταλάρα, Μπάμπη Στόκα, Μανώλη Μητσιά, Πάνο και Χάρη Κατσιμίχα.

Και έρχεται η ώρα που το “Εμπάργκο” βρίσκει τον χώρο του, το μέλλον του. Σε μια παράγκα στριμωγμένο, απελευθερωμένο, στους φθαρμένους τοίχους της οποίας ακούγεται ο δίσκος “Στου αιώνα την παράγκα” (1996). Τα οκτώ από τα 14 τραγούδια φέρουν την υπογραφή του στιχουργικά. Στίχοι αντλημένοι από τις φωνές της Ιστορίας και της φαντασίας. Ο Θάνος Μικρούτσικος βάζει το μαγικό χαλί, τη μουσική, και ακούμε τραγούδια που τα αναγνωρίζουμε αμέσως. “Πατησίων και παραμυθιού γωνία”, “Ρόζα”, “Πάντα γελαστοί” (Ισαάκ, Σολωμού και Μαρίνου μαρτύρων), “Σαν πλανόδιο τσίρκο”, “Για μια Ντολόρες”… Στο εισαγωγικό σημείωμα του δίσκου γράφει ο Αλκαιος:

Νερό που τρέχει δεν σκουριάζει, έλεγε η μάνα μου. Καλή της ώρας εκεί πάνω. Θάνο, να ‘μαστε πάλι. Ας κρατήσουν οι χοροί ακριβές μου φίλε. Δημήτρη γλυκύτατε, τι να πω για σένα, η μαγεία δεν ερμηνεύεται, ούτε σχολιάζεται… σας ευχαριστώ και τους δύο από καρδιάς. [από την ειδική έκδοση της “Εφ. Συν”].

Η φωνή, η μουσική, οι στίχοι, γίνονται τριάδα ομοούσια και αδιαίρετη. Ο Αλκαίος, δίνει ρέστα, όπως παρατηρεί ο Μικρούτσικος, ο Μητροπάνος απαντά με τη φωνή του και ο δίσκος περνά στην αθανασία. Μέσα από τα ιερά χαλάσματα θα βγουν και οι δίσκοι “Εντελβάις” (1999), μουσική Μάριου Τόκα, ερμηνεία Δημήτρη Μητροπάνου, “Υπέροχα μονάχοι” (2006), μουσική Θάνου Μικρούτσικου, ερμηνεία Μανώλης Μητσιάς, Χρήστος Θηβαίος, Θάνος Μικρούτσικος, Μαρία Σπυροπούλου και λίγο πριν το τέλος “Η αυλή των τρελών” (2012), σε ερμηνεία-μουσική Μπάμπη Στόκα.

Η στιχουργική του Αλκαίου χωρίζεται σε τρεις περιόδους: τον πολιτικοποιημένο στίχο, τον υπερρεαλιστικό, τον δημοτικό. Από το άρθρο του Σπύρου Αραβανή στο “musicpaper” διαβάζουμε για την πρώτη: “Ο στιχουργός Αλκαίος με την πρώτη του συνεργασία με τον Μικρούτσικο, αποκτά αμέσως ταυτότητα ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους σύγχρονους του πολιτικοποιημένους στιχουργούς στο ότι γράφει και ως πολίτης του κόσμου, ως εκφραστής της παγκόσμιας ελευθερίας με ένα θεωρητικό μαρξιστικό υπόβαθρο –όπως στη Γαμμαγραφία (Σαλβαντόρ ’80)- όπου περιγράφει με αριστοτεχνικό τρόπο τον εμφύλιο πόλεμο του Ελ Σαλβαδόρ”. Σε άλλο σημείο. “Όλα τα ποιήματα –και οι τίτλοι- του δίσκου (σ.σ “Εμπάργκο”), αποτελούν μέχρι σήμερα γρίφους για διαβασμένους λύτες και αναγνώστες της Ιστορίας και της Λογοτεχνίας φανερώνοντας επιρροές άλλοτε από τον ρωσικό φουτουρισμό και τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, (όπως το “Ταπεινό ρέκβιεμ για το μέλλον ή το άλλο πρόσωπο ενός αυτόνομου”), άλλοτε από το ειρωνικό μπρεχτικό σύμπαν (όπως η προγενέστερη “Μπαλάντα ενός φιλήσυχου”), άλλοτε από τον αιχμηρό λόγο του Βολφ Μπίρμαν (“Ωδή σ’ ένα δρομέα ημιαντοχής”) και άλλοτε από το δικό του προφητικό χάρισμα, απόρροια του εγγενούς ποιητικού του ταλέντου: “Ξερνάνε θάνατο τα ωραία φουγάρα/κι εγώ θρηνώ από τώρα τη γενιά μου”. Στον ίδιο δίσκο, βεβαίως, και τα αξεπέραστα “Ερωτικό” (ή αλλιώς η “Πιρόγα”) και το “Κακόηθες μελάνωμα” (αφιερωμένο από τον Θάνο Μικρούτσικο, με τη συγκατάθεση του Αλκαίου, στον Νίκο Πουλαντζά, πιθανόν όμως γραμμένο από τον Αλκαίο για τη μητέρα του η οποία πέθανε 43 χρόνων από κακόηθες μελάνωμα) γεμάτα αλληγορίες, ποιητικές εικόνες, πολλαπλές αναγνωστικές ερμηνείες πάντα με ιστορική βάση.

Και από το πολιτικό, διεθνιστικό, πάμε στο υπερρεαλιστικό-κυριολεκτικό.  Όπως αναφέρει ο Σπ. Αραβανής: Η δεύτερη περίοδος της στιχουργίας του Αλκαίου ξεκινά με το κοσμοτραγουδισμένο Πρωινό τσιγάρο (αφιερωμένο στον Μ. Λοϊζο) που μελοποιεί ο Νότης Μαυρουδής, το 1984, και ολοκληρώνεται το 1999 με τον δίσκο Εντλεβάις. Μέσα σε αυτά 15 χρόνια ο λόγος του Αλκαίου αποκτά μια στιχουργική τεχνική η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο κυριολεκτικό και στο υπερρεαλιστικό. Σε άλλο σημείο. Η στιχουργική του αποκτά μια ποιητική λαϊκότητα και αφαιρεί σκέψεις προσθέτοντας εικόνες. Στρέφει το φακό του περισσότερο στους ανθρώπους της πόλης και τοποθετεί τους ήρωες  της Ιστορίας ως ήρωες των τραγουδιών του συνταιριάζοντας αρμονικά πρόσωπα και εποχές.

Τρίτη περίοδος αυτή του δημοτικού, της παράδοσης. Ο Αλκαίος πατά στη δημοτική μας παράδοση. Το βλέπουμε με την πρώτη του συνεργασία με τον Σωκράτη Μάλαμα το 1998 στον δίσκο 13.000 μέρες. Στον δίσκο “Εντελβάις” (Μ. Τόκας-Μητροπάνος) είναι έξοχα αφηγηματικός και όπως παρατηρεί ο Αραβανής φαίνεται σαν να προσπαθεί να αφαιρέσει κάθε προσωπικό ίχνος από τα τραγούδια του, να περιορίσει τις κοινωνικές του αιχμές και να αφεθεί στον δημοτικό μας λόγο δανειζόμενος πολλές φορές από αυτόν αυτούσιους στίχους και νοηματικά μοτίβα.[…] Εκτός όμως από αυτά τα «δάνεια» και τις επιρροές, αρκετοί δικοί του στίχοι κατορθώνει να φαντάζουν, θα λέγαμε, ανώνυμου δημιουργού, σαν να είναι συνθετικό έργο ολόκληρων γενεών, δημιούργημα της λαϊκής μας σοφίας.

Ας βάλουμε την άκομψη τελεία σε μια ζωή, μια καριέρα, που δεν τελειώνει ποτέ. Το φινάλε θα μπει με μια στιγμή του παρελθόντος, δηλαδή του ξεκινήματος. Σε ηλικία 18 ετών, το 1967, δημοσιεύει δοκίμιο για τον Κώστα Καρυωτάκη με τίτλο “Κώστας Καρυωτάκης: Ο ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε”. Θα μπορούσε να ναι “Άλκης Αλκαίος…”. Η σχοινοβασία συνεχίζεται. (τελεία).

Πηγές

-“Άλκης Αλκαίος: Ωδή σε ένα δρομέα αντοχής” [Σπύρος Αραβανής, musicpaper.gr]

-“Άσε άλυτο τον γρίφο” [ειδική έκδοσης της “Εφημερίδας των Συντακτών”, επιμέλεια Παναγιώτης Χαραλαμπάκης]

-“Θεράπων της γλώσσας και της ψυχής” [εφ. “Ριζοσπάστης”]

-“Ο ποιητής και στιχουργός Άλκης Αλκαίος” [nostimonimar.gr]