Σαν σήμερα φεύγει από τη ζωή μια γυναίκα με ψυχή χιλίων ανδρών. Ρεμπέτισσα, γενναία και με μια φωνή που κανείς δεν θα πλησιάσει...

Άντρας δεν βρέθηκε να την υπερασπιστεί και δεν το ξέχασε. Πότε δεν ξέχασε. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Τις χαρές δεν τις ξέχασε. Τις λύπες επίσης. Κάθε προσωπικό βήμα άφηνε ανεξίτηλο αποτύπωμα. Κάθε συλλογικό βίωμα έγραφε στην ψυχή της. Οι φωνές ήταν πάντα εκεί και την οδηγούσαν, την καθοδηγούσαν. Ναι, την καθοδηγούσαν. Της έδειξαν τον δρόμο, τον πόνο, τη ζωή, το τραγούδι, τη φωνή δηλαδή. Και ήταν αυτή η εσωτερική φωνή που δεν την άφησε να ξεχάσει την άνανδρη στιγμή, τη θρασυδειλία και τη δειλία. Υπήρξε στιγμή που δεν ήθελε να ελευθερώσει τη φωνή της για να μη φυλακίσει την ψυχή της και τότε η αφωνία την σκέπασε και την έκανε να προσέξει καλά, πολύ καλά με ποιους έπρεπε να είναι. Η φωνή μέσα της της έλεγε μη το βάζεις κάτω, συνέχισε, τραγούδα κι αυτό έκανε. Με τον τρόπο της, με τη φωνή της, με το καθαρό, αψεγάδιαστο ανάστημα της προχώρησε, έπεσε, σηκώθηκε και δεν δέχτηκε να την υπερασπιστεί κανείς. Δεν το περίμενε έτσι κι αλλιώς. Η φωνή και η παρουσία μέσα από χαλάσματα, αίματα, ξύλινα κοστούμια, σιδερένιες γροθιές και ακάνθινες φωνές, έφτασε στη φωνή που ποτέ δεν πεθαίνει, στη φωνή του λαού. Η φωνή και η σωτηρία (μας), η φωνή μαρτυρία (μας), η φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου!

Ρεμπέτισσα

Ποτέ δεν ήταν εύκολο για μια γυναίκα το οτιδήποτε. Ακόμη και σήμερα η δυσκολία είναι εκεί, παρούσα, πεισματάρα και αδικαιολόγητα εχθρική για τη γυναίκα. Η Μπέλλου μεγαλώνει και ενηλικιώνεται σ’ ένα περιβάλλον που δεν περιμένει και ζητά το απόλυτο. Αν δεν μπορείς να ανταποκριθείς στην καλύτερη περίπτωση χάνεσαι, δεν σε προσέχει κανείς και δεν σε θυμάται. Στη χειρότερη, πεθαίνεις! Η Μπέλλου προσπάθησε για να μην γίνει αόρατη και για να μην πεθάνει. Ο πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος, της δίνουν την αρματωσιά που χρειάζεται για να αντέξει στο υπόλοιπο της ζωής της. Μέχρι τότε τίποτα δεν είναι σίγουρο. Όλα περνούν, τη σημαδεύουν και χάνονται. Ό,τι μένει όμως πάνω της, το κάνει δικό της κομμάτι, άγριο και ήμερο την ίδια στιγμή. Γι’ αυτό και η φωνή της είναι αποτέλεσμα μεγάλης δοκιμασίας, αναζήτησης, πόνου, που όταν ακουγόταν απλά καθήλωνε. Το δωρικό ύφος συγκρατεί την ορμή της φωνής που είναι ικανή και βουνά να κινήσει. Κανένα ψεγάδι, κανένα κάλυμμα, κανένα φτιασίδι. Η πηγή των έντονων βιωμάτων αστραπιαία καταλήγει στο στόμα και από κει ταξιδεύει στα αυτιά και στην ψυχή μας. Η Μπέλλου ήταν ρεμπέτισσα γιατί δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά και χρειάστηκε μεγαλύτερη προσπάθεια για να αντέξει το βάρος και τις απαιτήσεις του ρεμπέτη. Τα κατάφερε και αν αμφιβάλλει κανείς, ας ακούσει τη φωνή και τη ζωή της.

εξέχουσα γυναικεία φωνή του ρεμπέτικου

Εκφράζει τα παράπονα της φυλής μας

Η είδηση του θανάτου της Μπέλλου έκανε αίσθηση στο πανελλήνιο, αλλά και στο εξωτερικό, ιδιαίτερα, όμως, συγκλόνισε τους χιλιάδες για πολλές δεκαετίες φανατικούς θαυμαστές της και τους ένθερμους υποστηρικτές του ρεμπέτικου τραγουδιού. Η όψιμη, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’40 καθιέρωση της, η καταξίωση της στη συνείδηση του κοινού σαν μια από τις γνησιότερες λαϊκές φωνές και η αξιολόγηση της από τους ειδικούς σαν μια από τις αντιπροσωπευτικότερες, αν όχι η εξέχουσα γυναικεία φωνή του ρεμπέτικου, η συνεχής – με ελάχιστα αναγκαστικά κι όχι ηθελημένα διαλείμματα- παρουσία της στο πάλκο, η δυναμική και αγωνιστική καλλιτεχνική της υπόσταση, η πληθωρική με τεράστια απήχηση δισκογραφική της εργασία, το δημιουργικό της άνοιγμα προς τη σχολή των νεώτερων, των “μοντέρνων”, όπως τους έλεγε τραγουδοποιών, που σημασιοδοτεί την αρχή μιας νέας πορείας της μετά το ’73 και διευρύνει τη δημοτικότητα της, συντέλεσαν στη δημιουργία ενός ζωντανού μύθου του ελληνικού τραγουδιού.

Τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν την ερμηνευτική προσωπικότητα της Μπέλλου είναι η πλατιά γκάμα, ο ακριβέστατος τονισμός των λέξεων, η κοφτή εκφορά, η εντυπωσιακή έκταση και το μεγάλο βάθος της φωνής, ο σίγουρος, ζωηρός, επιβλητικός, αρρενωπός τόνος. Πέρα και πάνω απ’ αυτά έχει εφεύρει και καλλιεργήσει ένα ιδιόμορφο προσωπικό τρόπο για να ερμηνεύσει τα τραγούδια που της εμπιστεύτηκαν οι σημαντικότεροι λαϊκοί μας συνθέτες, ένα τρόπο που συνδυάζει τη βυζαντινότροπη ψαλτική με την αγέρωχη μαγκιά. Η Σωτηρία Μπέλλου με το τραγούδι της εκφράζει με έναν βαθύ, σπαρακτικό καημό, τα προαιώνια παράπονα της φυλή μας, παντρεύει ένα θηριώδες αδάκρυτο παράπονο μαζί με μιαν ιερή αγανάκτηση και απαίτηση για δικαίωση. Δεν υπάρχει λαϊκό τραγούδι που να το τραγούδησε η Μπέλλου και να το απέδωσε εκφραστικότερα άλλος τραγουδιστής. [απόσπασμα από κείμενο του Θωμά Κοροβίνη στο περιοδικό “Οδός Πανός” τχ.107].

Μισός αιώνας συνεχούς παρουσίας

Αυτό το πείσμα...

Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε τον Αυγούστο 1921 στο χωριό Χάλια της Χαλκίδας. Από πολύ μικρή της άρεσε το τραγούδι. Τριών χρόνων και τραγουδούσε όπου βρισκόταν. Έφτιαχνα με σύρματα κάτι ψεύτικες χορδές, σαν κιθάρα, και τραγουδούσα. Από μικρό έψελνα κοντά στον παππού. Στην εκκλησία πήγαινα πάντα κοντά στους ψάλτες και η μακαρίτισσα η γιαγιά που μ’ έχανε, ήξερε πού θα με βρει.

Το ίνδαλμα των παιδικών της χρόνων στη  Χαλκίδα είναι η Σοφία Βέμπο. Την είχε δει στην ταινία “Η προσφυγοπούλα” και ξεσήκωνε μπροστά στον καθρέφτη όλες της τις πόζες, ενώ ήξερε απ’ έξω όλα τα τραγούδια της. Η μητέρα μου, όμως, Θεός σχωρέστην, άρχισε να με δέρνει. Πολύ ξύλο! Γιατί μου έλεγε ότι δεν θέλει να γίνω τραγουδίστρια, κι εγώ, πεισματάρα όπως ήμουνα, έλεγα θα γίνω. Με είχε τόσο πολύ επηρεάσει η Βέμπο, που το βάλα σκοπό να της μοιάσω...

Ύστερα από έναν άτυχο γάμο, επιλέγει να κατέβει μόνη στην Αθήνα σε ηλικία 19 ετών. Ο γάμος γίνεται ενώ είναι μόλις 17 ετών. Ο σύζυγος της την κακοποιεί την απάτα. Δεν αντέχει και του ρίχνει βιτριόλι στο πρόσωπο. Φυλακίζεται. Αποφυλακίζεται και είναι πια στιγματισμένη. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή πια. Φεύγει! Καθώς συμπίπτει η ημέρα του ταξιδιού της να είναι στις 29/10/1940, ένα 24ωρο μετά την κήρυξη του πολέμου, η Σωτηρία Μπέλλου περνά όλη την περίοδο της Κατοχής κάτω από τις πολύ δύσκολες συνθήκες της πρωτεύουσας. Δούλεψε σκληρά για να ζήσει: Πήγα υπηρέτρια σ’ ένα σπίτι, πούλαγα παστέλια για να καταφέρω να βγω ζωντανή από τα φριχτά χρόνια της πείνας. Ανάμεσα σε άλλα τραγουδάει για το χαρτζιλίκι και σε διάφορα ταβερνάκια. Συνοδεύει το τραγούδι με μια κιθάρα που έχει αγοράσει. Μετά την απελευθέρωση, κι αφού έχει γνωρίσει την αγριότητα και τις διώξεις του Εμφυλίου (ενεργό μέλος του αντάρτικου), την ανακαλύπτει σε μια ταβέρνα ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης και την προτείνει στον φίλο του Βασίλη Τσιτσάνη. Ε, αυτό ήτανε. Δώσαμε ραντεβού και οι τρεις στου Καπετανάκη το σπίτι. Αποτέλεσμα, να φτιάξει ο Βασίλης ένα δίσκο για μένα με δύο τραγούδια. Το Όταν πίνεις στην ταβέρνα και Το παιδί που είχες φίλο. Όταν βγήκε έγινε χαλασμός. Μεγάλη επιτυχία. Αυτό γίνεται στα τέλη του ‘47. Στα χρόνια της ακμής του λαϊκού τραγουδιού (‘48-’55) είναι, πλέον, περιζήτητη ανάμεσα στους συνθέτες. Ηχογραφεί σε πρώτη εκτέλεση πολλά τραγούδια των Τσιτσάνη, Χιώτη, Παπαϊωάννου, Μητσάκη, Χατζηχρήστου, Καλδάρα, Καπλάνη, Περιστέρη, Κολοκοτρώνη, Μπαγιαντέρα κ.α. Μερικά απ’ αυτά: “Μην απελπίζεσαι”, “Πέφτεις σε λάθη”, “Συννεφιασμένη Κυριακή”, “Τραμπαρίφας”, “Απόψε κάνεις μπαμ”. Από την περίφημη ταβέρνα του “Στου Τζίμη του χοντρού” της Αχαρνών, με τον Βασίλη Τσιτσάνη, στο μαγαζί του Παναγάκη της Αλκαμένους με τον Μάρκο Βαμβακάρη. Από το “Μουσούρη” σε ρεμπέτικο αφιέρωμα του Μάνου Χατζιδάκι, στο “Ροσινιόλ” με τον Καπλάνη, στο “Λιόπεσι” με τον Χατζηχρήστο, στου “Μάριου την παράγκα” με τον Μανώλη Χιώτη.

Με την παρακμή του κλασικού λαϊκού τραγουδιού, η καριέρα της γνωρίζει κάμψη στα πρώτα χρόνια του ΄60. Άρχισα να μπαίνω στο περιθώριο. Τα μαγαζιά δεν με ήθελαν πια, οι συνθέτες με απέφευγαν, οι εταιρείες δεν μου έδιναν σημασία. Μετά από τόσες δόξες είχα αρχίσει να υποφέρω. Μέχρι που παρουσιάστηκε στη ζωή μου ο Αλέκος Πατσιφάς κι έστειλε μεσολαβητές για να πάω να ξανατραγουδήσω. Με τα πολλά πήγα και αφού συνεννοηθήκαμε κάναμε τον πρώτο δίσκο. Η επιτυχία ήταν μεγάλη. Κι από τότε κάναμε 15-16 μεγάλους δίσκους. Είναι το ξανάνιωμα της καριέρας της  μόνης, ίσως, λαϊκής τραγουδίστριας που κατόρθωσε να επανέλθει τόσο δυναμικά και με τέτοια διάρκεια στο προσκήνιο από τις φωνές εκείνης της γενιάς. Από τα νεότερα χρόνια, εκτός από τα κλασικά λαϊκά τραγούδια, συνεργάζεται και με μια σειρά σύγχρονων δημιουργών, αφήνοντας και εκεί το δικό της στίγμα. Το “Ζεϊμπέκικο” του Σαββόπουλου, το “Δε λες κουβέντα” και τα υπόλοιπα τραγούδια που είπε στο “Φράγμα” του Δήμου Μούτση, τα “Λαϊκά προάστια” του Ηλία Ανδριόπουλου, κάποια τραγούδια του  Αργύρη Κουνάδη και του Δημήτρη Λάγιου, είναι τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα των επιλογών της στα χρόνια του ‘70 και του ‘80. Συνεργασίες με τον Ξαρχάκο… Κι όλα αυτά ενώ παραμένει ενεργή στο πάλκο. Ξαναμπλέκω με τον Τσιτσάνη στο «Χάραμα», ενώ ύστερα από 2-3 σεζόν πάω σε μπουάτ στην Πλάκα με τον Μητσιά. Την επόμενη χρονιά ξαναγύρισα στον Τσιτσάνη, όπου μείναμε μαζί μέχρι τον θάνατο του. Κι από κει στο “Ρεπορτάζ”, την πιο πρόσφατη εμφάνιση της στα τέλη του ‘93. Μισός αιώνας συνεχούς παρουσίας στο πάλκο, τη δισκογραφία και τις συνειδήσεις όλων μας…

Η άρνηση της παραγγελιάς

“Ήμουν, είμαι και θα είμαι αριστερή”

Η Μπέλλου από τα 16 της χρόνια δείχνει τα πολιτικά “πιστεύω” της. Οι συναναστροφές με αριστερούς, η αντίδραση στο κατεστημένο και σε υποδείξεις των δικών της, αλλά και της μικρής κοινωνίας της Χαλκίδας, “οργάνωναν” τη μελλοντική αριστερή της συνείδηση.

Μια μέρα μετά την κήρυξη πολέμου (29/10/40) θα βρεθεί στην Αθήνα. Αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα επιβίωσης. Αναγκάζεται να κάνει πολλές δουλειές. Οι πολιτικές της πεποιθήσεις την οδηγούν να διακινεί κρυφά τον “Ριζοσπάστη”. Παράλληλα, παίζει κιθάρα και τραγουδά σε ταβέρνες. Συλλαμβάνεται γιατί έκλεψε μια κουραμάνα από γερμανικό αυτοκίνητο. Αργότερα συμμετέχει στα Δεκεμβριανά και τραυματισμένη στο χέρι ξανασυλλαμβάνεται. Αποφυλακίζεται μέσω του “Ερυθρού Σταυρού”. Σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις στον “Ριζοσπάστη” (27/2/94) θυμόταν: Και “Ριζοσπάστη” διακινούσα… Ήμουν, είμαι και θα είμαι αριστερή. Το λέω και το φωνάζω… Πέρασα πολλά. Και ξύλο και φυλακές. To ’48 βρίσκεται “Στου Τζίμη του χοντρού”, στην Αχαρνών, δίπλα στον Τσιτσάνη. Μαζί τους και οι Περιστέρης, Κασιμάτης, Κερομύτης, Ρούκουνας, Τουρκάκης. Η άρνηση της να ανταποκριθεί σε μια παραγγελιά και να πει το “βασιλικό τραγούδι”, όπως το έλεγαν οι χίτες, “Του αϊτού ο γιος”, έχεις ως αποτέλεσμα τον ξυλοδαρμό της και την αποχώρηση της από την ταβέρνα. Ποτέ δεν ξέχασε ότι κανείς από τους άντρες συναδέλφους της δεν σηκώθηκε να την υπερασπιστεί.

Το τέλος ήταν σιωπηλό

Να κοιτάς τα φώτα του πάλκου

Το τέλος ήταν σιωπηλό και παγερό. Δεν είχε κάτι από τη φωνή και την παρουσία της, από τη σιγουριά της. Δεν είχε κάτι από την προσπάθεια της να κρύψει την ευαισθησία και τον πόνο της, δεν είχε τον θυμό και την οργή της. Καρκίνος, φάρυγγας, άηχος κόσμος. Η ίδια ακούει και βλέπει το ράγισμα και μετά τον θρυμματισμό, τα μικρά και μεγάλα κομμάτια που μένουν και τη συντροφεύουν. Ένα γλυκόπικρο γαμώτο, μια αποφασιστική κίνηση, αναστεναγμός, παιχνίδια της τύχης, χειροκρότημα κι ένα μπουζούκι συντροφιά. Η φωτεινή γραμμή του τέλους -που ανήκει μόνο σε αυτόν που την περπατά- είναι το ξέφωτο μετά το άδικο περιθώριο, μετά την αναπόφευκτη εγκατάλειψη.

Η Σωτηρία Μπέλλου ένιωθε απογοητευμένη και ξεχασμένη. Στις συνεντεύξεις της των τελευταίων επτά-οκτώ χρόνων, δήλωνε το παράπονο της γιατί την ξέχασαν όλοι. Δεν θέλω παρτίδες με μουσικούς και τραγούδια. Από τότε που αρρώστησα με ξέχασαν όλοι. Θα πουλάω λουλούδια στα κέντρα και θα ζήσω… Στο νοσοκομείο δεν ήρθε κανένας, ούτε ένας τραγουδιστής. Ήθελα να με σέβονται για την ηλικία μου και για την προσφορά μου στο τραγούδι… Και κασέτες πούλησε στην Ομόνοια, και προκάλεσε την τύχη της και περίμενε τη σύνταξη και την ανθρωπιά. Δεν ήταν υποχρεωμένη να δώσει κι άλλα για να πάρει αυτό που δικαιούταν. Την ελευθερία της την κέρδισε με πείσμα και βιτριόλι. Την καριέρα της την έφτιαξε με τη φωνή και το ήθος της. Την προσωπική της ζωή την προστάτεψε και αδιαφόρησε για τις κακοήθειες. Ξύλο από τους Γερμανούς αλλά και από τους Έλληνες στα Δεκεμβριανά. Την ξέχασαν λοιπόν και το τραύμα αυτό δεν κλείνει. Η Μπέλλου όμως τραγούδησε, συντρόφευσε το περιθώριο, τους ανθρώπους που την καταλάβαιναν και την άκουγαν εκεί, στον ίδιο χώρο. Ο “Guardian” τη χαρακτήρισε Η φωνή της ελληνικής μουσικής. Έγραψε όμως και κάτι άλλο η βρετανική εφημερίδα: Πολλοί Έλληνες αισθάνονται  την απώλεια της. Σπάνιο. Όταν αισθάνονται την απώλεια σου σημαίνει ότι έζησαν κάτι από τη ζωή σου. Σημαίνει ότι η ζωή σου ακούμπησε έστω και λίγο στη φωνή και στην παρουσία σου. Η Μπέλλου το κατάφερε και δεν αξίζει να κλαις και να λυπάσαι γι’ αυτήν, μόνο να τη θυμάσαι και να τη συνοδεύεις, να κοιτάς ψηλά τα φώτα του πάλκου που δεν σβήνουν ποτέ και να ακούς τη μεγαλύτερη γυναικεία φωνή! Απεβίωσε στις 27 Αυγούστου 1997.

Πηγές

-“Οδός Πανός” τχ. 107, Ιανουάριος-Μάρτιος 2000. Αφιέρωμα Σωτηρία Μπέλλου. [Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από κείμενα των: Θωμά Κοροβίνη και από την ενότητα  Οι εφημερίδες για την Μπέλλου (σ.23-56)]

-“Φωνή συγκλονιστική και ασυμβίβαστη” [Ριζοσπάστης, Ρουμπίνη Σουλη]